Την 1η Σεπτεμβρίου θα επιδιώξει η κυβέρνηση να εφαρμόσει “για τα καλά” έναν αντικαπνιστικό νόμο με αυστηρές ποινές για όσους επιθυμούν να “φουμάρουν” στον εργασιακό χώρο τους,
σε δημόσιους χώρους, σε εστιατόρια και μπαρ. Δεν επιθυμώ να εστιάσω το κείμενο μου στην πειθώ μέσω της επιβολής του νόμου που απαιτείται, όπως υποστηρίζουν πολλοί, προκειμένου ο Νεοέλληνας να πειστεί για να πράξει “το ορθόν”.
Θέλω να εστιάσω, με αφορμή το μέτρο αυτό, στην ανάγκη σεβασμού και στην απαραίτητη προϋπόθεση της ανοχής ως θεμελιώδη προϋπόθεση για μια δημοκρατική κοινωνία στην οποία επικρατεί ο σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη. Το ζήτημα του καπνίσματος και το που μπορεί ένας καπνιστής να “απολαύσει” το τσιγάρο του έχει, θεωρώ, καταστρατηγήσει κάθε έννοια σεβασμού, όχι μόνο της άρνησης κάποιων να καπνίζουν σε δημόσιους χώρους, αλλά και των στοιχειωδών υποχρεώσεων για τη διαφύλαξη της υγείας του περίγυρου τους. Δυστυχώς, ήταν και συνεχίζουν να είναι ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που καπνιστές εξέφραζαν με τη στάση τους ολοκληρωτικές συμπεριφορές, καθώς κάπνιζαν (και συνεχίζουν να καπνίζουν ασύστολα) σε δημόσιους χώρους, χωρίς να σέβονται το στοιχειώδες δικαίωμα των μη καπνιστών να μην εισπνέουν το δηλητηριώδη καπνό.
Ακόμα και στο ζήτημα της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας, είναι πράγματι θλιβερό φαινόμενο να επιθυμείς να διασκεδάσεις με την παρέα σου και, ακόμα και σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι “αγαλιάζει και ηρεμεί η ψυχή”, να μετατρέπεται σε έναν “τεκέ”, μέσα στον οποίο η εισπνοή οξυγόνου είναι μια δύσκολη υπόθεση. Δεν είναι μόνο το θέμα ότι οι μη καπνιστές, που επιθυμούν να διασκεδάσουν και να βρεθούν σε μια παρέα με καπνιστές, καταλήγουν να εισπνέουν καπνό “με το στανιό” σε έναν δημόσιο χώρο. Το λυπηρό είναι η ασέβεια των καπνιστών, που στο συγκεκριμένο ζήτημα, είτε από άγνοια, είτε από εσκεμμένη αγνόηση εξαιτίας του πάθους αυτού, μετατρέπουν τους χώρους αυτούς σε “φουγάρα”, εις βάρος αυτών που απορρίπτουν το κάπνισμα.
Διάβασα πρόσφατα σε ένα blog ότι το μέτρο αυτό είναι ένας ακόμη τρόπος για να επιτευχθεί ο διαχωρισμός φίλων καπνιστών και μη καπνιστών σε δημόσιους χώρους. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι αστείο, μιας και το δικαίωμα κάποιου να μην εισπνέει δηλητηριώδη αέρια είναι μεγαλύτερο από αυτό του καπνιστή στον ίδιο χώρο. Και για να προχωρήσω τη σκέψη μου με ένα παράδειγμα, δε νομίζω ότι κανείς θα ευχαριστιόταν εάν π.χ. σε ώρα κοινής ησυχίας, ο γείτονας του έβαζε μουσική στη διαπασών και του αφαιρούσε το δικαίωμα της ανάπαυσης.
Τον περασμένο Φεβρουάριο βρέθηκα στο Λονδίνο και παρατήρησα ότι οι καπνιστές, σε χώρους διασκέδασης και ψυχαγωγίας όπου συνυπήρχαν με μη καπνιστές, όταν επιθυμούσαν να καπνίσουν, πολύ απλά άνοιγαν την πόρτα του χώρου, έβγαιναν έξω και, υπό μηδενικές θερμοκρασίες, κάπνιζαν και στη συνέχεια γυρνούσαν στο δημόσιο χώρο. Πραγματικά δεν παρατήρησα κανέναν καπνιστή να ωρύεται για την αφαίρεση αυτού του “δικαιώματος”, του καπνίσματος δηλαδή σε δημόσιο χώρο.
Θα πρέπει λοιπόν να βρούμε το γεγονός αυτό ως μια μεγάλη αφορμή για να αλλάξουμε νοοτροπία. Να σεβαστούμε το διπλανό μας και να πράξουμε ως πολιτικά όντα, που δρουν σε μια κοινωνία με αρχές σεβασμού. Δε μπορεί μία βλαβερή συνήθεια να καταστρατηγεί κάθε δικαίωμα έστω και ενός που δεν επιθυμεί να υποστεί τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος.
Σαν επίλογο, επέλεξα την απάντηση του Τσόμσκι στην ερώτηση του Μπαρσάμιαν, για το αν μπορεί ο τελευταίος να καπνίσει στο γραφείο του και εάν με την ενδεχόμενη απαγόρευση του στερεί την ελευθερία του: “Περιορίζω την ελευθερία σας, αλλά αυξάνω τα δικαιώματα μου. Αν καπνίσετε μέσα στο γραφείο μου, αυξάνετε τις πιθανότητες μου να πεθάνω. κάθε προσπάθεια δημιουργίας μιας πιο ανθρώπινη ύπαρξης, κάποιου την ελευθερία θα περιορίσει. Αν ένα παιδί διασχίσει το δρόμο μπροστά μου, όταν είμαι σταματημένος στο κόκκινο, αυτό περιορίζει την ελευθερία μου να πέσω πάνω του και να πάω πιο γρήγορα στη δουλειά μου”1
1. “Το κοινό καλό”, Εκδόσεις Scripta, 2000
Δημήτρης Σταράκης