Το Ρεπορτάζ:
«Γ. Παπακωνσταντίνου: Το φθινόπωρο η πιο δύσκολη περίοδος θα έχει τελειώσει. Απέκλεισε επιστροφή στις αγορές πριν το 2012.
Διαφωνεί με όσους βλέπουν ένα δύσκολο φθινόπωρο ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, καθώς όπως υποστηρίζει σε συνέντευξή του που δημοσιεύει η Wall Street Journal, η πιο δύσκολη περίοδος θα έχει περάσει. Όσον αφορά στις διαδηλώσεις, τονίζει ότι είναι λιγότερες σε σύγκριση με άλλες χώρες που πήραν ηπιότερα μέτρα και απορρίπτει το ενδεχόμενο επιστροφής της χώρας στις αγορές για δανεισμό πριν το 2012. «Δεν ανησυχώ για τις διαδηλώσεις. Θα υπάρχουν, αλλά είναι λιγότερες από ότι σε άλλες χώρες με πιο ήπια μέτρα» ανέφερε ο Γ. Παπακωνσταντίνου. Πρόσθεσε πως «δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι το φθινόπωρο θα υπάρχει δυσφορία στην Ελλάδα, αν και θα είναι δύσκολο, γιατί η οικονομία θα κάνει στροφή και η πιο δύσκολη περίοδος θα έχει τελειώσει». Χαρακτήρισε ακόμα το ασφαλιστικό την πιο δύσκολη προσαρμογή που πρέπει να γίνει. Ανέφερε ότι δεν θεωρεί την έκδοση εντόκων γραμματίων τεστ για την οικονομία της Ελλάδας, καθώς δεν σηματοδοτεί επιστροφή της χώρας στις αγορές για δανεισμό, κάτι που απέκλεισε να γίνει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2011. Σύμφωνα με τον υπουργό, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι αγορές την Ελλάδα, θα αλλάξει καθώς επιτυγχάνονται οι στόχοι του προγράμματος Σταθερότητας.»[1]
Ι. Η οικονομική κρίση, εγχώρια και διεθνής, είναι ένα γεγονός, κάτι, δηλαδή, που συνέβη και συμβαίνει. Σαν μια γενική αίσθηση ο χρόνος της οικονομικής κρίσης, που διανύθηκε ως τώρα και θα διανυθεί στο εξής, αποκτά στη σκέψη μας διαστάσεις πραγματικές, γίνεται αυτός ο χρόνος με τον οποίο μετράμε τα πράγματα μέσα σε μια κοινωνική πραγματικότητα που συνεχώς ανακυκλώνει τα ίδια πράγματα, σίγουρα αναζητώντας διέξοδο, καθώς της γίνεται σαφές πως το πρόβλημα δεν είναι η οικονομική κρίση αυτή καθ’ εαυτή. Η οικονομική κρίση δεν είναι το αίτιο της γενικότερης αίσθησης διαφθοράς προσώπων και θεσμών, απαξίωσης των εννοιών και κατάργησης του πραγματικού, αλλά το αποτέλεσμα μιας πορείας πραγμάτων μέσα στον ιστορικό χρόνο, που δεν εξαντλείται σε αυτόν, τον χρόνο της οικονομικής κρίσης όπως τον ορίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι φορείς εξουσίας. Το πότε θα βγούμε από την οικονομική κρίση δεν είναι η μοναδική ερώτηση που πρέπει να τεθεί, ούτε η μοναδική απάντηση η οποία μπορεί να δοθεί, αναφορικά με τα πολλά κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν και που απλά η οικονομική κρίση επιδείνωσε.
Αυτό που μας εμποδίζει από την πορεία προς την όποια ευημερία και πρόοδο δεν είναι, λοιπόν, το προφανές, το άμεσα δεδομένο που αποκαλύπτεται σε εμάς ως τέτοιο, γι’ αυτό και η αντιμετώπισή του με δραστικά, οικονομικά και μη, προγράμματα δε δίνει τις εγγυήσεις ότι ο χρόνος μας θα πάψει να είναι αυτός της οικονομικής κρίσης, ότι η ανακύκλωση των ιδεών θα καταδειχτεί ως ψευδής και αναποτελεσματική και ότι η πραγματικότητα θα πάψει να ταυτίζεται με το άμεσο δεδομένο, που στις μέρες του ύστερου καπιταλισμού ονομάζεται ιδεολογία. Η ιδεολογία είναι εκείνη που επαναλαμβάνει τα πράγματα σε σημείο που εκείνα να αποχτούν αληθινές διαστάσεις, την ίδια στιγμή που είναι ψεύτικα και κενά. Έτσι, η οικονομική κρίση αποχτά διαστάσεις ιδεολογίας, γίνεται ο χρόνος των ατόμων πέρα από κάθε ιστορική διάσταση, η οποία θα μπορούσε να μας δώσει τη ματιά που θα κοιτάξει πιο μακριά από το προφανές, πίσω από αυτό που φαίνεται σε αυτό που υπάρχει και είναι.
Η οικονομική κρίση είναι και αυτή μια συνέπεια αυτού που χάθηκε στο πέρασμα της Ιστορίας, το οποίο ως τότε ευθυνόταν για την πρόοδο των ανθρώπων και έκανε το ανθρώπινο να μη φαντάζει ξένο στον άνθρωπο. Άρα, ίσως, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά πως μένοντας μόνο στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης δεν αντιμετωπίζουμε παρά μόνο τις συνέπειες ενός προβλήματος που η ίδια η οικονομική κρίση μας αποτρέπει από το να το δούμε ως τέτοιο πρόβλημα. Η οικονομική κρίση δεν είναι η πόρτα που έκλεισε ξαφνικά, είναι μία από τις συνέπειες εκείνου του πράγματος που δεν μας επιτρέπει να δούμε πως σπίτι δεν υπάρχει πίσω από την πόρτα. Στο όνομα της κρίσης που είναι αναμφισβήτητα μια οδυνηρή πραγματικότητα, η ιδεολογία της κρίσης σαρώνει και θα σαρώσει όλα εκείνα που, ενδεχομένως, να αποτελούσαν τα τελευταία υπολείμματα μιας υπόσχεσης προόδου και ευημερίας για όλους μας.
ΙΙ. Ποιο, λοιπόν, είναι το πρόβλημα; Νομίζω ότι εδώ τίθεται ένα ζήτημα προοπτικής όχι μόνο στο χώρο- αν απομακρυνθούμε λίγο πιο πίσω θα φανεί πως βρισκόμαστε μπροστά σε μία πόρτα, ενώ το σπίτι είναι ανύπαρκτο- αλλά και στο χρόνο. Εξηγούμαι. Μας έχουν βάλει σε ένα πρόγραμμα σταθερότητας γύρω από το οποίο αρθρώνεται όλη η κίνηση της κοινωνίας. Μας έχουν πει ότι αν ακολουθηθεί ένα συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα θα εξέλθουμε κάποια στιγμή από την κρίση. Μέχρι το σημείο αυτό εξαντλείται κάθε σκέψη. Κανείς δεν μας λέει για τις επιπτώσεις της κοινωνικής κρίσης που έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται στον ορίζοντα. Για την πολιτική ηγεσία υπάρχει μόνο η οικονομία και οι οικονομικοί δείκτες. Μένει η ίδια η κοινωνία να θυμίσει την ύπαρξή της και αναφέρομαι στην πλειοψηφία των πολιτών και όχι στην μειοψηφία, όσων ευνοούνται με πολλούς τρόπους από την υπάρχουσα κατάσταση. Κανείς, λοιπόν, δεν μας λέει για το τι θα ακολουθήσει μετά την κρίση,- δεν υπάρχει όραμα στον καπιταλισμό, ούτε καμιά ουτοπία-, και το πιο απαισιόδοξο είναι ότι ούτε οι μέχρι τώρα πνευματικοί άνθρωποι είναι ικανοί να αρθρώσουν ένα κριτικό λόγο που δεν θα ανακυκλώνει το προφανές. Φαίνεται ότι το ίδιο το πνεύμα αποπνευματοποιείται και ακολουθεί την εποχή του και στο σημείο αυτό δείχνει τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπειά του. Μήπως αυτό είναι το πρόβλημα;
Aν το πρόβλημα οριστεί αρνητικά, τότε σίγουρα δεν είναι η οικονομική κρίση που ενέσκηψε τα τελευταία χρόνια. Αυτή είπαμε είναι η συνέπεια του προβλήματος. Αν το πρόβλημα οριστεί θετικά, τότε το γεγονός ότι οι έννοιες προηγούνται του περιεχομένου τους αδειάζοντας από αυτό, αυτό θεωρώ ότι προϋπάρχει της οικονομικής κρίσης ως κρίση πρωτίστως επιστημονική. Όσα επικαλέστηκε ο Διαφωτισμός στα τέλη του 18ου αιώνα, όσα ανέλαβε η αστική τάξη να κάνει πράξη το 19ο αιώνα, όσα παρήχθησαν προκειμένου να περιγραφεί η κοινωνία στην οποία ζούσαν τα υποκείμενα, ξεκινούσαν από την πρόταση ότι οι έννοιες (αναφέρω μερικές για να πω τι θεωρώ έννοια: δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα, κοινωνία, θρησκεία, ευτυχία, αγάπη κλπ.) είναι αστερισμοί των οποίων τη λάμψη βλέπουμε, αλλά για να πούμε τι είναι πάντα θα μας διαφεύγει αυτό που πραγματικά είναι. Ποιος μπορεί άλλωστε να δει όλα τα αστέρια ενός αστερισμού, θα ρωτούσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, και θα έδινε την απάντηση ότι μόνο τότε θα ήταν συνεπής η έννοια στο περιεχόμενό της, όταν καταβάλουμε προσπάθεια να δούμε όλα τα αστέρια του αστερισμού, χωρίς να κάνουμε πίσω από το μάταιο της προσπάθειας.[2] Σίγουρα θα έχουμε δει κάτι περισσότερο από τη λάμψη, που πάντα ασκούσε μια μαγική έλξη στους ανθρώπους. Όσα η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξε για ισότητα, δικαιοσύνη αδελφοσύνη, θα πρέπει να ξαναοριστούν και να αποχτήσουν περιεχόμενο σήμερα, μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Όσα η αστική τάξη επικαλέστηκε για να εναντιωθεί σε μια διεφθαρμένη αριστοκρατία εκ νέου θα πρέπει να οριστούν. Η Αριστερά οφείλει να αναμετρηθεί με την «κριτική της πολιτικής οικονομίας», καθιστώντας κατανοητό πως τα γεγονότα από μόνα τους δεν αρκούν. Θα πρέπει να αλλάξει το ιδεολογικό της υπόβαθρο, επιστρέφοντας στον Μαρξ και στα κείμενά του.[3] Ακόμη και η αντιφασιστική συμφωνία που δημιουργήθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο αρχίζει να σπάει σιγά-σιγά και κάτω από το μανδύα της δήθεν αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας.[4] Όλα τα παραπάνω προσπαθούν να ορίσουν το πρόβλημα.
Πολλοί συμφωνούν πως σήμερα δεν έχουμε την ανάγκη μιας νέας θεωρίας. Έχουμε την ανάγκη θεωρίας. Η θεωρία υπάρχει και είναι ικανή μέσα από τη διαλεκτική σχέση με την πραγματικότητα να αναδείξει νέες θεωρητικές κατασκευές. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιστροφή στη θεωρία και η κατάδειξη της αναλήθειας των σχέσεων εξουσίας και χειραγώγησης των πολιτών, στο όνομα μιας πραγματικότητας ήδη διαμορφωμένης ως τέτοιας, στην ουσία μιας ιδεολογίας που προβάλλεται ως κάτι πραγματικό και αληθινό, μόνο και μόνο γιατί επαναλαμβάνεται. Δεν είναι μόνο οι καταναλωτικές συνήθειες, ο τρόπος ζωής, ο υπολογισμός κάθε κίνησης, οι φόβοι και οι φοβίες που η εποχή μας μάς κληροδοτεί. Ακόμη και η ίδια η οικονομική κρίση παράγει και αναπαράγει ιδεολογία, η οποία βιώνεται σαν μη-ιδεολογία, σαν κάτι αληθινό και αποδεχτό. Η θεωρία έχει καθήκον να το υποδείξει αυτό ή όπως λέει ο Ζίζεκ, «η θεωρία έχει ωμά μια προτεραιότητα, να αφυπνίσει τον κόσμο». Εγώ θα έλεγα απλά ότι η θεωρία έχει καθήκον να είναι συνεπής ακόμη και σε αυτά που δεν μπορεί να πετύχει.
ΙΙΙ. Είναι αλήθεια πως στις μέρες μας κυριαρχεί μια «πείνα» για την αμεσότητα που δίχως αμφιβολία μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα του οφειλόμενου στον ιδεαλισμό χρόνιου υποσιτισμού της ίδια της σκέψης. Η σκέψη, όμως, προσφεύγοντας άμεσα στο γεγονός- εν προκειμένω, στην οικονομική κρίση- αναπαράγει άθελά της το χαρακτήρα της ιδεαλιστικής σκέψης που δεν γνωρίζει καμία διαμεσολάβηση που θα της επέτρεπε να πλησιάσει την πραγματικότητα. Πηγαίνει, δηλαδή, από το ένα άκρο στο άλλο, απομακρυνόμενη εξίσου από το πραγματικό. Χίλιες αναφορές για το ύφασμα πάντα θα είναι χίλιες διαφορετικές απόψεις γι’ αυτό, χωρίς ποτέ να μπορούν να προσθέσουν το ελάχιστο στην πραγματικότητά του. Ας φέρουμε το παράδειγμα του κινηματογράφου για να δείξουμε τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις με τις οποίες παρουσιάζεται το άμεσα δεδομένο. Ο κινηματογράφος είναι μια αναπαράσταση, μία διαμεσολαβημένη πραγματικότητα που πρέπει να οριστεί και όχι να θεωρηθεί ως κάτι δεδομένο. Το μοντάζ είναι η ερμηνεία του σκηνοθέτη για το πώς νομίζει ότι είναι τα πράγματα.
Ο κινηματογράφος αποτελεί μια μορφή μνήμης, αλλά «μνήμης μέσω της επανασύλληψης μάλλον και όχι μέσω της τεκμηριωτικής καταγραφής».[5] Για την «ανάγνωση» των ταινιών, ο ιστορικός Μαρκ Φερρό προτείνει τη μέθοδο της «κοινωνικής αντι-ανάλυσης». Σε αντίθεση με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται στα γραπτά τεκμήρια (αρχεία, χειρόγραφα ή δημοσιευμένες πηγές), ο ιστορικός καλείται να αντιμετωπίσει τις ταινίες με διαφορετική μέθοδο ανάλυσης. Οφείλει να «διαβάσει» την ταινία «μέσα από τις γραμμές», για να αποφύγει την ιδεολογία και τις συνειδητές ή ασυνείδητες σκοπιμότητες, όχι μόνο του δημιουργού αλλά και της λογοκρισίας που επιβάλλεται από τις εκάστοτε πολιτικές κυβερνήσεις. Η ταινία δεν αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά «παραμορφωτικό της καθρέφτη». Χρέος του ιστορικού είναι η αποδόμηση της κινηματογραφικής πραγματικότητας. «Απαιτείται σε κάθε ταινία να αναλυθούν εξίσου η αφήγηση, τα σκηνικά, η γραφή, οι σχέσεις της με όσα βρίσκονται έξω από αυτήν: με το δημιουργό, την παραγωγή, το κοινό, την κριτική, το καθεστώς. Έτσι, μπορούμε να ελπίζουμε ότι δεν θα κατανοήσουμε το έργο μόνο, αλλά και την πραγματικότητα που αναπαριστά».[6] Άρα, δεν έχει σημασία να ξεφύγουμε από τον ιδεαλισμό και να επιστρέψουμε άμεσα στο γεγονός. Από μόνο του αυτό δεν είναι αρκετό. Χρειαζόμαστε την ερμηνεία και την κριτική θεωρία. Στο όνομα της θεωρίας μπορεί να γίνει η αποκατάσταση του πραγματικού και οι έννοιες στο βαθμό που μπορούν θα αποχτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Η ευτυχία ως έννοια είναι αλήθεια πως κρύβεται στο ίδιο της τον εαυτό. Σαν αστερισμός η θέση της θα είναι πάντα στον ουρανό.
Συμπερασματικά. To πρόβλημα είναι τελικά αυτό που πάει να χαθεί μέσα στην οικονομική κρίση και που με αγωνία το αναζητάμε πίσω. Αυτό είναι οξύμωρο σχήμα. Εκείνο που πραγματικά μας καταστρέφει να αναζητείται ως κάτι που θα μας σώσει. Αυτό μπορεί να είναι αληθές μόνο στην κατεύθυνση που υπέδειξα στις παραπάνω γραμμές. Διαφορετικά ο σύγχρονος άνθρωπος, πιστός στο μεμονωμένο ατομικό συμφέρον, συναινεί στην ωμή οικονομική ανισότητα, την ίδια στιγμή που μπορεί να ασκεί κριτική εναντίον της. Η έξοδος από την οικονομική κρίση και ό,τι θα απαιτηθεί για αυτή δεν ευαγγελίζεται ότι αυτό που θα προκύψει θα είναι μια δικαιότερη κοινωνία, πιο ανθρώπινη και πιο πολιτισμένη. Η πανταχού παρουσία των εμπορευμάτων, η απουσία διαμεσολαβήσεων, το άμεσο ως το μόνο πραγματικό, μαγεύουν τους ανθρώπους με τη λάμψη τους. Χρυσός, όμως, δεν υπάρχει…
[1] Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010.
[2] Vanessa R. Schwartz, «Walter Benjamin for Historians», The American Historical Review, Vol. 106, Issue 5, 2001, p. 1721-1744.
[3] Slavoj Zizek, « How to Begin from the Beginning », New Left Review, 57, May-June 2009, p. 43-55 και του ίδιου, « Η πάλη των τάξεων στη Γουόλ Στριτ», Το Βήμα, Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008.
[4] Βλ. πώς αναδεικνύεται με σαφήνεια το πρόβλημα στο, Γιώργου Μαργαρίτη, «Ακροδεξιά ιστοριογραφία. Η κατά της Ελλάδος (εαµοβουλγαροκοµµουνιστική) επιρροή», Τα Νέα, Τρίτη 29 Ιουνίου 2010.