Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νεολαίας (12 Αυγούστου)
«Νεος θα πει να είσαι αυθόρμητος, να μένεις κοντά στις πηγές της ζωής, να μπορείς να ορθώνεσαι και να τραντάζεις τις αλυσίδες ενός φθαρμένου πολιτισμού, να τολμάς αυτό που οι άλλοι δεν έχουν το κουράγιο να επιχειρήσουν».- ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ
Δανείζομαι τον τίτλο από τη γνωστή ταινία του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου, γιατί η κατάσταση των σημερινών νέων τον δικαιολογεί και με το παραπάνω. Μπορεί η νεότητα να εξακολουθεί να εμπνέει τους ποιητές και να παραλληλίζεται με την άνοιξη ως το ωραιότερο στάδιο της βιολογικής πορείας του ανθρώπου, η ηλικία όμως αυτή αντιμετωπίζει και μια σειρά τέτοιων προβλημάτων, που απειλούν -και συχνά πετυχαίνουν- να τη
μετατρέψουν … σε χειμώνα. Καλώς, λοιπόν, η 12 Αυγούστου συμπεριλήφθηκε από το 2000 στο καλεντάρι των Ηνωμένων Εθνών ως Παγκόσμια Ημέρα Νεολαίας, με κύριο σκοπό να υπενθυμίζει στις κυβερνήσεις όλου του κόσμου την υποχρέωσή τους να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για προβλήματα που αφορούν στη νεολαία. Φυσικά δεν αναφερόμαστε στα golden boys ή τα …ανίψια των «μπαρμπάδων στην Κορώνη», ούτε στις κακέκτυπες «ξεπατικούρες» των μεγάλων, τους «μικρομέγαλους ».
Υπάρχουν και οι άλλοι νέοι…Οι νέοι που το σύστημα τους γυρίζει την πλάτη και τους ωθεί στο περιθώριο, ακρωτηριάζοντας το μαχητικό κριό της κοινωνίας και εξαλείφοντας κάθε πιθανότητα κριτικής αμφισβήτησης και προοδευτικής αλλαγής. Οι ετεροαπασχολούμενοι, οι ημιαπασχολούμενοι,
οι μη απασχολούμενοι νέοι. Οι νέοι με τα φτηνά χέρια. Οι νέοι των απλήρωτων υπερωριών ή της ανασφάλιστης εργασίας. Οι νέοι που δεν αντέχουν να είναι βάρος για τις οικογένειές τους. Οι νέοι που ασφυκτιούν και μαραζώνουν ανάμεσα σε τοίχους καλυμμένους από πτυχία-βεβαιώσεις προσόντων και «χαμένου χρόνου», και γι’ αυτό οργισμένοι και εύφλεκτοι.
Οι νέοι που δεν αντέχουν την πραγματικότητα έτσι όπως έχει, τα όσα αποφασίζονται γι’ αυτούς χωρίς αυτούς και εξωθούνται στη φυγή, μέσω μετανάστευσης ή εξαρτησιογόνων, ενώ δεν λείπουν και κείνοι που -ακόμη και μέσω διαδικτύου- θέλουν να δώσουν τέρμα στη ζωή τους και όχι σπάνια το αποτολμούν. Οι νέοι που για όλα αυτά γυρίζουν την πλάτη στα κόμματα και τους πολιτικάντηδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, τους πολύχρωμους λαϊκιστές, τους κατά δεύτερο επάγγελμα μετέχοντες στα κοινά ή τους εναλλασσόμενους μεσσίες, που κλείνουν μεταξύ τους συνωμοτικά το μάτι. Οι νέοι που για όλα αυτά δεν δέχονται να τους κουνάνε επιτιμητικά το δάκτυλό όσοι μεγάλοι αναπαύονται στα μεγαλεία που τους εξασφάλισε όχι η «αλλαγή» αλλάη παραλλαγή και η συναλλαγή με την πολυπρόσωπη διαφθορά. Οι νέοι που θέλουν μα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον ιστορικό τους ρόλο ως νέοι (μότο), που… είναι, χωρίς να είναι, νέοι!…
Το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας μας, οι νέοι, εξωθείται σε αναζήτηση τύχης στο εξωτερικό. Μήπως επειδή είναι το δυναμικό; Αυτό που έγινε πριν από μισό αιώνα με το «εργατικό προλεταριάτο», σήμερα γίνεται με το «πνευματικό προλεταριάτο». Είναι η γενιά που δεν ευθύνεται για την κρίση και καλείται να πληρώσει όλα τα σπασμένα. Το διαφυγόν όμως κέρδος κι απ’ αυτό το «έλλειμμα» ποιος άλλος θα το πληρώσει εκτός από την ίδια τη χώρα μας; Διότι χωρίς τη συμμετοχή των νέων στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή ως συνδιαμορφωτών του παρόντος και του μέλλοντος της κοινωνίας μας, για ποια πρόοδο και βιώσιμη ανάπτυξή της μιλάμε; Είναι εύκολο και βολικό να αναμασάμε τα αποφάγια των ξεφτισμένων ιδεών μας,
και με ύφος εισαγγελικό να τους κατηγορούμε ότι είναι «απολίτικοι», «ανιστόρητοι», ότι «κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου», ότι ζουν «στην εικονική πραγματικότητα», ότι «βαδίζουν χωρίς πυξίδα» και «ξέρουν τι δεν θέλουν, αλλά δεν ξέρουν τι θέλουν» ότι είναι «η γενιά του φραπέ», ότι έχουν «γλωσσική πενία», ότι «δεν σέβονται τίποτε» ότι εκτρέπονται σε «ακραίες συμπεριφορές», ότι, ότι, ότι… Μήπως, όμως, όλες αυτές οι αιχμηρές
επικρίσεις, άσχετα με το βαθμό που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μάλλον θα έπρεπε να είναι στοιχεία της αυτοκριτικής μας και όχι της υποκριτικής μας;
Καλά, τίνων γονέων είναι παιδιά οι νέοι; Όχι δικά μας; Ποιας παιδείας μαθητές; Όχι της δικής μας; Ποιας πολιτείας πολίτες; Όχι της δικής μας; Ποιων προτύπων μιμητές; Όχι των δικών μας; Ας φορέσουμε επιτέλους τα ακουστικά μας ν’ ακούσουμε τη δική τους καταγγελία (δια στόματος Γαλάτειας Αλεξίου-Καζαντζάκη ως συνηγόρου τους): «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία,και σου μοιάζω». Και προς αποφυγή του αδιαβάθμητου, επικαλούμαι την επισήμανση του Προέδρου της Δημοκρατίας μας στην ομιλία του με αφορμή την 36η επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στη χώρα μας: «Αν είμαστε ειλικρινείς, θα αναγνωρίσουμε ότι η ευθύνη για την ελληνική παρακμή βαραίνει κυρίως την πολιτική τάξη, που έχει την υποχρέωση να καθοδηγεί τις εξελίξεις».
Oι νέοι δεν έχουν, φυσικά, πάντα δίκιο, ούτε το υποστηρίζουν πάντα με θεμιτά μέσα. «Τα άγουρα χρόνια είναι όλο φωτιά και φλόγα, που μπορεί, βέβαια, να φωτίζει, αλλά και να πυρπολεί και να μεταμορφώνει σε στάχτη», για να θυμηθούμε το Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο.
Όμως, η «κοινωνία των μεγάλων» που επενδύει στη λύση της κατασταλτικής θεραπείας και όχι της προληπτικής, της καταγγελτικής ρητορείας και όχι του παραδείγματος έχει πάντα άδικο. (Μεταξύ μας, αν όχι το μοναδικό, μήπως το μεγαλύτερο «κακό» της νεολαίας είναι ότι…δεν ανήκουμε εμείς σ’ αυτή; Αν ναι, δεν υπάρχει λόγος να πουλήσουμε την ψυχή μας στο διάολο για να ξαναγίνουμε νέοι, όπως στην παλιά ελληνική ταινία. Αρκεί να ακολουθήσουμε τις υποδείξεις του Τόμας Μαν (μότο), μια και προσδιοριστικός παράγοντας της νεότητας δεν είναι μόνο τα βιολογικά χαρακτηριστικά αλλά και η δυναμική στάση μέσα στην κοινωνία).
Γιώργος Φρυγανάκης g_frygan@hotmail.com