Η έναρξη της νέας χιλιετίας συμπίπτει με την επέτειο των 2.400 χρόνων από τον
θάνατο του Σωκράτη (399 π.Χ.). Το 2001 χαρακτηρίστηκε «Ετος Σωκράτη». Τι σημαίνει όμως τιμώ τη μνήμη του Σωκράτη; Βγαίνοντας από τον 20ό αιώνα των «ιδεολογιών», των μεγάλων ελπίδων και των μαζικών σφαγών, με ποιο βλέμμα άραγε η σκέψη και η ανάμνηση του φιλοσόφου μάς επιτρέπουν να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, τον αιώνα που τελείωσε και αυτόν που αρχίζει; Ο ίδιος προσπαθούσε να ξυπνήσει τους συμπολίτες του από τη διανοητική νάρκη, τους ζητούσε να σταματήσουν για λίγο να τρέχουν και να σκεφθούν τη ζωή τους στο εσωτερικό της πόλης. Και τούτο το έκανε με τον δικό του τρόπο: δεν αγόρευε ποτέ· μόνο ρωτούσε και απαντούσε. Δεν έγραψε ποτέ. Χιλιάδες όμως έγραψαν γι’ αυτόν. Ετσι, υπάρχουν τόσοι «Σωκράτες» όσοι και οι συγγραφείς. Ποιο ήταν όμως το πραγματικό του πρόσωπο; Ποιος ήταν ο «Σωκράτης» του Βάρναλη; Γιατί ο 20ός αιώνας σηματοδοτεί την τριπλή ήττα του σωκρατισμού και γιατί το σύστημα σκέψης του ήταν ένα καλό όπλο στα χέρια των χριστιανών;
Σύμφωνα με μια παράδοση που μπορούμε να ονομάσουμε κλασική, ο Σωκράτης είναι ο θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας. Ισως, πριν απ’ όλα, επειδή κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη και την εγκατέστησε στην πόλη, ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί τα πολιτικά πράγματα είναι πράγματα ανθρώπινα. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για πράγματα ακατανόητα και ανεξέλεγκτα. Η σωκρατική έρευνα θα επιχειρήσει να βρει τη λογική που συντάσσει τα λόγια και τα έργα μας, ξεκινώντας από τα λόγια και τα έργα των ανθρώπων. Ο Σωκράτης θα ρωτήσει τους συνομιλητές του και φαίνεται ότι θα το κάνει με την τέχνη και τη μέθοδο που περιγράφει ο Πλάτων στους Διαλόγους για την εμπιστοσύνη που δείχνουν στις αντιλήψεις τους για το καλό της πόλης, για τον φανατισμό με τον οποίο υπερασπίζονται την άποψή τους για τους νόμους και για τη βεβαιότητά τους ως προς το τι είναι το σωστό και το δίκαιο. Απλούστερα, ο Σωκράτης θα διεκδικήσει μια φιλοσοφική στάση για τα πράγματα της πόλης και της πολιτείας ή, ακόμη, ο Σωκράτης θα ζητήσει από τους συμπολίτες του να σταματήσουν για λίγο να τρέχουν και να σκεφτούν τη ζωή τους στο εσωτερικό της πόλης: να στοχαστούν τον πολιτικό βίο αλλά και ό,τι έχουν μάθει και ακούσει γι’ αυτόν από τους προγόνους, από τους προηγούμενους δασκάλους, καθώς και αυτά που διδάσκουν οι σοφιστές.
Οι διάφορες αντιλήψεις
Πράγματι, με τρόπο σχηματικό και κάπως απλουστευτικό, οι διάφορες αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στην εποχή του Σωκράτη μπορούν να μοιραστούν σε τρεις κατηγορίες. Η γνώμη των παλιών, η γνώμη των μαραθωνομάχων. Γι’ αυτούς, το αγαθό ταυτίζεται με το παλαιό και το παραδοσιακό: οι άνθρωποι πρέπει να συνταχθούν με τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων· κάθε καινοτομία και κάθε πρωτοβουλία είναι επικίνδυνη. Στην προοπτική αυτή, η αρχή της δικαιοσύνης είναι ο σεβασμός στον νόμο και η πίστη στους θεούς της πόλης. Οι προηγούμενες αντιλήψεις είχαν γίνει όχι μόνο αντικείμενο έντονης κριτικής στην Αθήνα του 5ου αιώνα αλλά και αντικείμενο χλευασμού. Οι πολιτικές και πνευματικές ανακατατάξεις σε συνδυασμό με την πολυσχιδή διδασκαλία φιλοσόφων και σοφιστών, προβάλλοντας την ικανοποίηση του προσωπικού συμφέροντος εις βάρος του κοινού καλού, δημιούργησαν καίριες αμφιβολίες, αποπροσανατόλισαν τα πνεύματα και υπονόμευσαν τη συνοχή της πόλης.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι αντιλήψεις αυτών που, με τρόπο πολλές φορές καταχρηστικό αλλά το κάνουμε προφανώς για να αναδείξουμε την προσωπικότητα του Σωκράτη , ονομάζουμε προσωκρατικούς, ενώ ο Αριστοτέλης τους ονόμαζε, δικαιότερα ίσως, φυσιολόγους. Με την ανακάλυψη της φύσης και την επιμονή τους να θεωρούν την έννοια αυτή θεμελιώδη, οι φυσιολόγοι βρίσκουν ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στη φύση και τον νόμο. Η φύση είναι η ουσία ενός πράγματος, η εσωτερική του αρετή. Η γνώση αυτής της φύσης είναι το αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας, και όλα τα πράγματα που δεν είναι «φύσει» είναι «νόμω», δηλαδή αποτελέσματα και αντικείμενα συμβάσεων. Ετσι είναι τα πολιτικά πράγματα, που δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο αυστηρής γνώσης, γιατί είναι μεταβλητά και άστατα. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πραγματική ή φύσει δικαιοσύνη· το μόνο που υπάρχει επί του προκειμένου είναι η σύμβαση. Η ρηξικέλευθη αυτή πρόταση συνεπάγεται την άμεση κριτική των πατροπαράδοτων αξιών και των παραδοσιακών θεών, γιατί οι θεοί που υποστηρίζουν τη δικαιοσύνη της πόλης βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τους νόμους, τους οποίους υποτίθεται ότι θεμελιώνουν.
Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι σοφιστές. Μπορεί να θεωρηθούν κληρονόμοι των φυσιολόγων, στο μέτρο που διακρίνουν και αυτοί τη φύση από τον νόμο. Αλλά το σημείο της σύγκλισης είναι ταυτοχρόνως και σημείο απόκλισης: ενώ οι φυσιολόγοι βρίσκονται σε απόσταση από τα πολιτικά πράγματα στο μέτρο που αυτά δεν είναι «φύσει», στο ίδιο ακριβώς μέτρο οι σοφιστές ενδιαφέρονται για την πολιτική, προτείνοντας καινούργιους τρόπους πολιτικής σκέψης και άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Καθώς τα πράγματα της πολιτικής ανήκουν στην περιοχή της σύμβασης, η άποψη που θα επικρατήσει δεν μπορεί και αυτή παρά να είναι αντικείμενο σύμβασης ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας. Η αντίληψη αυτή συμβαδίζει με το δημοκρατικό καθεστώς της Αθήνας του 5ου αιώνα, μια και η δημοκρατία είναι συζήτηση γύρω από τους σκοπούς της πολιτικής. Στην προοπτική αυτή, οι σοφιστές είναι δάσκαλοι πολιτικής επιστήμης στο μέτρο που διδάσκουν τις τεχνικές που πρέπει να ακολουθήσει όποιος θέλει να κερδίσει στη συζήτηση και να επιβληθεί στους αντιπάλους του.
Ελεγκτική και η ειρωνεία
Και ο Σωκράτης συζητάει, και ίσως δεν κάνει τίποτα άλλο. Τον ενδιαφέρουν τα πολιτικά πράγματα ακριβώς επειδή είναι ασταθή και ακανόνιστα, μοιάζουν δηλαδή με τη ζωή μας. Βλέπει πολύ καλά τα συμφέροντα που συγκρούονται, τους λόγους που τα υποστηρίζουν και τις φωνές που τα στηρίζουν. Γνωρίζει επίσης καλά ότι πρέπει να σκεφτεί μέσα στην αγορά, γιατί άλλος τόπος δεν υπάρχει. Εκεί λοιπόν κατεβαίνει κάθε πρωί και ρωτάει, φέρνοντας σε αμηχανία τους συνομιλητές του, αποφασισμένος να δηλώσει το αδιέξοδο στο οποίο, τις περισσότερες φορές, έχει περιέλθει ο ίδιος. Ειρωνευόταν το φιλάρεσκο ύφος αυτών που ήταν υποχρεωμένοι, λόγω επαγγέλματος, να τα ξέρουν όλα και ο ίδιος έλεγε ότι η παράξενη δουλειά του τον ανάγκαζε να μην ξέρει τίποτα. Τούτη ‘δώ η προγραμματική άγνοια ήταν φυσικό να ενοχλήσει τους επαγγελματίες της γνώσης και των οριστικών λύσεων στην πολιτική. Ηταν όμως εξίσου αναπόφευκτο να οπλίσει την πολιτική σκέψη με το αδιόρατο χαμόγελο της σωκρατικής σοφίας, η οποία αναγνωρίζει ότι ο πολιτικός βίος δεν είναι έργο του ορθολογισμού και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που τον καθιστά αντικείμενο του ορθού λόγου.
Γεράσιμος Βώκος, καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.