I. Νομίζω ότι εκείνο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η επέλαση
της πολιτιστικής βιομηχανίας, του πολιτιστικού καπιταλισμού αν θέλετε. Στο πέρασμά της τίποτα δε μένει όρθιο, όμως, και τίποτα δεν μετακινείται από τη θέση του, τουλάχιστον, εμφανώς, και εδώ είναι το παράδοξο. Η εξήγηση είναι πως ο άνθρωπος βιώνει την ιδεολογία ως μια δεύτερη φύση, άρα είναι φυσικό να γίνεται από όλους μας αποδεχτό αυτό που δεν είναι φυσικό στην πραγματικότητα. Τα νερά της Ιδεολογίας μοιάζουν ήρεμα και εμείς είμαστε χαρούμενοι που δεν βουλιάζουμε, τη στιγμή που όλα γύρω μας έχουν ήδη βουλιάξει ή τουλάχιστον ετοιμάζονται. Αυτή είναι μια χαρά που χωρίς να ομολογείται τη μοιράζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους. Ότι, δηλαδή, ενώ όλα γύρω τους συνθλίβονται, εκείνοι είναι ευτυχισμένοι που δεν έχουν ακόμη συνθλιβεί, που το κακό δεν έχει φτάσει σε αυτούς. Να θυμηθούμε το λόγο του Περικλή στον Επιτάφιο, ότι δεν μπορώ να ευτυχώ τη στιγμή που δυστυχεί η πολιτεία μου. Είναι κοινή ομολογία σήμερα πως η πολιτεία νοσεί.
Έτσι καταρρίπτεται και ο μύθος που κάποτε είχε καλλιεργηθεί πως τα πολύ λιγότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο φιλελεύθερος κόσμος σε σχέση με τον υπόλοιπο -τον ανατολικό- τον καθιστούσαν ζηλευτό ανάμεσα στους πολίτες των ανατολικών χωρών. Λάθος εκτίμηση. Ήταν τα προβλήματα των ανατολικών χωρών που καθιστούσαν ζηλευτό οτιδήποτε πέρα από την εφιαλτική καθημερινότητά τους υπό το άγρυπνο βλέμμα του κόμματος. O δυτικός φιλελευθερισμός, θα συμφωνούσε και ο Alex Callinicos, έχει αθετήσει και τις τρεις σημαντικότερες υποσχέσεις του: την υπόσχεση του προς τους πολίτες για συμμετοχή, για έλεγχο της εξουσίας από τα κάτω και την ελευθερία για διαμαρτυρία και μεταρρύθμιση.1 Η άποψη των μαρξιστών είναι ότι η δημοκρατία και ένας μοντέρνος σοσιαλισμός ικανός να υλοποιήσει τον κοινωνικό μετασχηματισμό μπορεί να προκύψει μονάχα από τα κάτω. Σε όσους υποστηρίζουν ότι ο σοσιαλισμός απέτυχε ως πολιτικό πρόγραμμα και αυτό επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα του 1989, η απάντηση είναι ότι ο σταλινισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός στην πραγματικότητα λειτούργησαν ως αντεπαναστατικές δυνάμεις αφού στην ουσία του ο υπαρκτός σοσιαλισμός ήταν ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού.2 Ήταν ένα να γιγαντωμένο κράτος και όχι ένα κράτος που θα προετοίμαζε το δρόμο για τη μετάβαση στο μη κράτος. Αυτός ιστορικά θα ήταν και ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας. Η μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσα από το κράτος. Η σύγχρονη, όμως, σοσιαλδημοκρατία είναι φανερό ότι έχει πέσει θύμα του ίδιου της του εαυτού, ακριβώς επειδή αναγκάστηκε να κάνει πολλούς συμβιβασμούς. Έτσι στερήθηκε την ικανότητα που κάποτε είχε για την παραγωγή νέων ουτοπιών.3 Σήμερα που υπάρχει μια διαρκής ένταση ανάμεσα στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας που αποτελούν θεμέλιους λίθους του φιλελευθερισμού, η σοσιαλδημοκρατία έχει μόνο συντηρητικές προτάσεις να κάνει, ούτε και μπορεί να αρθρώσει κάποιο λόγο περί κράτους στις σημερινές συνθήκες, τουλάχιστον ως τώρα.
II. Ακόμα χειρότερο θα ήταν να μην καταλογιστεί κάποια πρόθεση την οποία κανείς μπορεί να την αντιμετωπίσει ξεσκεπάζοντάς την· οι άνθρωποι να μην είχαν πάρει είδηση τι συμβαίνει και στην άγνοιά τους αυτή να μπορούσαν να βρουν την ευτυχία που οι άλλοι, όσοι από καιρό γνώριζαν που πάνε τα πράγματα, είχαν χάσει. Τραγικό, όμως, θα ήταν να μην είναι σε θέση να πιστέψουν τι πραγματικά συμβαίνει, ακριβώς γιατί η πραγματικότητα που τους αποκαλύπτεται δεν μπορεί με τον τρόπο αυτό να γίνει πιστευτή, γιατί ήδη τους υπερβαίνει. Υπάρχει ένα παράδειγμα τέτοιο στην πρόσφατη Ιστορία. Η ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και του ρόλου τους ήταν γνωστή στη γερμανική κοινωνία. Οι ειδήσεις και οι φήμες ταξίδευαν γοργά από τις γύρω από τα στρατόπεδα περιοχές στην ενδοχώρα και έφταναν στα αυτιά των γερμανών πολιτών. Τα νέα ήταν τόσο τραγικά, φρικτά, που ως τέτοια ήταν αδύνατον να γίνουν πιστευτά. Ήταν σαν να μη τους αφορούσαν όσα συνέβαιναν πίσω από τα συρματοπλέγματα. Κι όμως, η ευθύνη γι’ αυτήν την αποποίηση ευθυνών βαρύνει μόνον τους ίδιους.
Σήμερα η ιδεολογία έχει αναλάβει εργολαβικά το ρόλο να μας προστατεύσει από την ωμή πραγματικότητα, που στο βαθμό που δεν μας αγγίζει, μας επιτρέπει και να ευτυχούμε και να ξεδιπλώνουμε την εύκολη κριτική μας απέναντί της. Δεν παύει, όμως, να είμαστε όλοι μέτοχοι σε αυτό που αποκαλούμε πολιτισμικό καπιταλισμό και που έχει την ικανότητα να παρουσιάζεται ως κάτι που έχει αληθινή υπόσταση, υποκαθιστώντας ακόμη και αυτή την ανθρώπινη υπόσταση και την ικανότητά της να σκέφτεται. Είναι φοβερό μα όλοι ζούμε αυτή την κατάσταση και το περίεργο είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουμε ότι είναι μια φυσική κατάσταση, όπως πιστεύουμε ότι φυσικός είναι ο χυμός που τελευταία λανσάρεται στις καφετέριες σε κλειστό μπουκάλι, σε πολλά χρώματα και με την οικονομική ένδειξη εκατό τοις εκατό φυσικός. Είναι φοβερό πως μετέχουμε σε αυτό ακόμη κι αν κατανοούμε τι συμβαίνει. Στον ίδιο βαθμό μας επηρεάζει όπως και εκείνους που μετέχουν αγνοώντας τι συμβαίνει. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει καταναλωτική κοινωνία χωρίς εμάς ακόμη κι αν θεωρούμε τον εαυτό μας αμέτοχο σε αυτό που συμβαίνει.
Κι όμως, ο πολιτιστικός καπιταλισμός είναι μια ιδεολογική έκφραση του οικονομικού καπιταλισμού, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη κι αν δηλώνουμε ευθαρσώς ότι είμαστε εκτός του κύκλου εργασιών του, είναι φύσει και θέσει αδύνατον να μη δεχτούμε τις αντανακλάσεις του. Ακόμη κι αν αναπτύσσουμε δράσεις εναντίον του αυτές είναι οι δράσεις που το ίδιο το σύστημα για την εύρυθμη λειτουργία του επιτρέπει να εκδηλωθούν. Ο Λόγος που αρθρώνεται εναντίον της σημερινής τάξης πραγμάτων είναι ο Λόγος ύπαρξης της αυτής τάξης πραγμάτων και μάλιστα επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξη αυτού του Λόγου ως αντίδραση στην αμφισβήτηση που απλά επιβεβαιώνει την κυριαρχία του παραλόγου.
Συνεπής στο υπολογιστικό πνεύμα, πλέοντας μέσα στην Ιδεολογία, όντας ο ίδιος δημιούργημά της, ο σύγχρονος αστός ονειρεύεται θέσεις εξουσίας τις οποίες και καταλαμβάνει με τη σημαντική λεπτομέρεια ότι πρώτο θύμα της εξουσίας είναι ο ίδιος. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, εκείνων που μπορούν να κρατούν αποστάσεις, που συμπλέουν με το σύστημα και έτσι το εκδικούνται με τη συνέπεια που δείχνουν και τις αρχές τους που δεν θέτουν σε διαπραγμάτευση. Ο κυριαρχούμενος από τον Λόγο και την Ιδεολογία αστός είναι έτοιμος να κυριαρχήσει πληρώνοντας ένα δυσβάστακτο κόστος για τον ίδιο. Με τα λόγια των Αντόρνο και Χορκχάιμερ: «Από τότε που η σκέψη έγινε ένας τομέας του καταμερισμού εργασίας, τα σχέδια των ειδημόνων και των αρχηγών κατέστησαν περιττή την προσπάθεια των ατόμων να σχεδιάσουν την ευτυχία τους».4
ΙΙΙ. Έτσι η ανορθολογική υποταγή του ατόμου στη μαζική κοινωνία, σε αυτό που αποκαλείται πολιτισμικός καπιταλισμός ή πολιτιστική βιομηχανία, φαντάζει σήμερα πιο λογική από τον ίδιο τον Λόγο. Η Ιδεολογία, ως το γενικό, φροντίζει ώστε το υποταγμένο σε αυτή άτομο, ως το ειδικό, να μην είναι καλύτερο από την ίδια. Αυτό που κυριαρχεί δεν είναι άλλο από την απαστράπτουσα εικόνα του πολιτισμικού καπιταλισμού, το όνειρο που ξεπερνά τα άτομα, το λακανικό υπερεγώ, που πάντα μα πάντα θα είναι καλύτερο από τη μοίρα του κάθε ατόμου χωριστά και ως τέτοιο θα είναι άπιαστο. Κι όμως, η μαζική κουλτούρα επιβεβαιώνεται στον καθένα από εμάς ξεχωριστά και στη βεβαιότητά μας πως το άτομο έχει την πρωτοκαθεδρία, την πρωτοβουλία των κινήσεων. Τα πάντα, όμως, είναι όπως ισχυρίζεται ο Αντόρνο προχωνευμένα από το γενικό.5 Αν το άτομο μπορούσε να το δει κατάματα αυτό θα κατέρρεε αμέσως ως τέτοιο. Εκεί έρχεται η Ιδεολογία η οποία τοποθετεί στο κέντρο των ανταγωνιστικών σχέσεων το άτομο, η ευτυχία του οποίου εξαρτάται από αυτόν το ίδιο. Δεν υπάρχει πιο μαγική σκέψη από αυτή. Μαγική είναι και κάθε σκέψη που συνοδεύει ένα προϊόν.
Από το Μαρξ γνωρίζουμε πως το εμπόρευμα είναι ένα αντικείμενο που ικανοποιεί μια συγκεκριμένη ανάγκη, αλλά και κάτι περισσότερο από αυτή, δίνει μια υπόσχεση που βρίσκεται στο χώρο της φαντασίας. Ο εκατό τοις εκατό φυσικός χυμός μας υπόσχεται αυτό που δεν μπορεί να μας δώσει εκατό τοις εκατό, κάτι προερχόμενο από τη φύση, που δεν έχει, δηλαδή, υποστεί καμία τεχνική επεξεργασία. Άρα, αυτό το οποίο προσλαμβάνουμε ως πραγματικό δεν είναι εκατό τοις εκατό πραγματικό, είναι κάτι που μας παρουσιάζεται ως πραγματικό και εμείς το δεχόμαστε ως τέτοιο. Θυμηθείτε τη διαφήμιση του απορρυπαντικού εκείνου που κάνει τα ρούχα πιο λευκά, που καθαρίζει σε βάθος ή που επικαλείται σαν αποτέλεσμα το βελούδινο χάδι.6 Την ιδέα του βάθους επικαλούνται και οι ενυδατικές κρέμες, που ενυδατώνουν και αυτές σε βάθος. Το προϊόν επενδύεται πέρα από την αξία χρήσης του και με αξιακές καταστάσεις που κάνουν τον καταναλωτή να αγοράζει κάτι παραπάνω από αυτό για το οποίο δίνει τα χρήματά του. Στην ίδια ιδέα στηρίζεται και η φιλανθρωπική προσφορά που συνοδεύει την αγορά ενός προϊόντος: «Αγοράζοντας αυτό βοηθάς …, αγοράζοντας αυτό στηρίζεις…, αγοράζοντας αυτό ενισχύεις…». Και πάλι το μόνο που ενισχύεται είναι η καταναλωτική κοινωνία και όσο περνάει ο καιρός και η ψευδαίσθηση του ατόμου ότι μπορεί να είναι χρήσιμο επειδή έχει τη δυνατότητα να αγοράζει.
Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η καταναλωτική κοινωνία οφείλουμε να μεταφερθούμε από τις συνέπειές της –που είναι ορατές σε όλους μας- στο στοιχείο εκείνο που τη χαρακτηρίζει στα θεμέλιά της, δηλαδή, στο εμπόρευμα. Το εμπόρευμα με τη σειρά του είναι το αποτέλεσμα της εμπορευματικής παραγωγής, που γίνεται με τη μισθωτή εργασία.7 Η πιο απλή μορφή που παίρνει , λοιπόν, το προϊόν της εργασίας στη σύγχρονη κοινωνία είναι το εμπόρευμα, που υπάρχει ως αντικείμενο αναγκών και αισθήσεων, έχει, δηλαδή, αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία. Είναι η ανταλλακτική αξία εκείνη που δίνει τα διαφορετικά μηνύματα γύρω από ένα προϊόν, πέρα από τις ιδιότητες του ως τέτοιο. Το εμπόρευμα τη στιγμή της ανταλλαγής υπόκειται σε ένα μετασχηματισμό που εκφράζεται μέσω της αξίας του. Η αξία αυτή αυτονομείται από την παραγωγή, γίνεται μια δεύτερη φύση για το προϊόν, και έχει στόχο την αύξηση της κατανάλωσης.8 Εκεί κρύβεται η ανάγκη που επιβάλλει να παρουσιαστεί το εμπόρευμα ως επιθυμητό αντικείμενο στον καταναλωτή, μέσα από μια νέα νοηματοδότηση που στηρίζεται στην πλάνη.
Το προϊόν που έχει χάσει την αξία χρήσης του είναι επιτακτική ανάγκη να τη βρει ξανά. Δεν είναι δυνατόν το προϊόν να στερείται της ουσίας του και να παραμένει ταυτόσημο με την αρχική του έννοια, όπως ο καφές χωρίς καφεΐνη ή η γλυκιά γεύση χωρίς ζάχαρη. Αυτό απαιτεί αλλαγή του τρόπου παραγωγής, ώστε το προϊόν να διατίθεται με βάση την αξία που έχουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του και όχι με την αξία που προστίθεται σε αυτό βάσει των κοινωνικών χαρακτηριστικών του. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι εκατό τοις εκατό φυσικός χυμός δεν υπάρχει. Σε αυτή την αισιοδοξία στηρίζεται κάθε προσπάθεια αλλαγής, ώστε στο μέλλον να προληφθούν κάθε είδους καταστροφές.
Συμπερασματικά. Στην ανθρώπινη εμπειρία η μαγεία είναι το ισοδύναμο του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος. Το εμπόρευμα-αντικείμενο αυτονομείται, υποστασιοποιείται και οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγουν από αυτά. Αυτό το κλειστό σύστημα είναι που γεννά την αγωνία σήμερα, που έχει επιπτώσεις πάνω στον άνθρωπο. Σε μια εποχή που ο φιλελευθερισμός εκθειάζει την ατομικότητα είναι συλλογική η αγωνία αυτή του ατόμου και πραγματική. Μέσα από την αγωνία αυτή, μέσα από την κρίση, μπορεί να προκύψει η αλλαγή προς το καλύτερο. Ο εκατό τοις εκατό φυσικός χυμός περιέχει ζάχαρη και αυτή είναι η αλήθεια σύμφωνα με τους διατροφολόγους.
1 Alex Callinicos, The revenge of history: Marxism and the east European revolutions, Polity Press, Cambridge 1991, σ. 108-109 και Noberto Bobbio, Which, Socialism?, Polity Press, Cambridge, 1987, σ. 42-44.
2 Alex Callinicos, “Liberalism, Marxism and Democracy: A response to David Held”, Theory and Society, Vol. 22, no 2, April 1993, σ. 286-287.
3 Ignacio Ramonet, «Το τέλος του κύκλου για τη σοσιαλδημοκρατία», Le Monde Diplomatique, 10 Απριλίου 2010, μτφρ. Θανάσης Κούτσης στο http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article274.
4 Max Horkheimer-Theodor W. Adorno, Η διαλεκτική του διαφωτισμού, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Ύψιλον, Αθήνα, 1986, σ. 233.
5 Theodor W. Adorno, Αρνητική Διαλεκτική, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αλεξάνδρεια, 2006, σ. 376.
6 Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, Αθήνα 2007, σ. 73-75, 175-177.
7 Kαρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, τόμος ΙΙ, σ. 33.
8 Μαρξ, 2002, ό.π., τόμος Ι, σ. 87.
Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος