Φτώχειας πρελούντιο

«Φτώχεια» ορίζεται η οικονομική εκείνη κατάσταση η οποία

χαρακτηρίζεται από έλλειψη επαρκών πόρων για την ικανοποίηση βασικών ανθρώπινων αναγκών, όπου η έννοια των βασικών αναγκών μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο και από χώρα σε χώρα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε πώς μετράμε τη φτώχεια, για να αντιληφθούμε το πραγματικό περιεχόμενο του όρου αυτού και, επίσης, να αντιληφθούμε ότι ένας φτωχός άνθρωπος της Ευρώπης δεν έχει καθόλου τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες με ένα φτωχό της Αφρικής ή της Ασίας. Διακρίνουμε λοιπόν δύο είδη φτώχειας:

α) την «απόλυτη φτώχεια», η οποία ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα καθορισμένο ποσό δολαρίων την ημέρα. Η δημοφιλέστερη στατιστική του είδους (που χρησιμοποιείται και από την Παγκόσμια Τράπεζα), είναι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα, σε τιμές του 1985. Ο ορισμός αυτός χρησιμοποιείται περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Advertisement

β) Τη «σχετική φτώχεια», η οποία ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα μικρότερο ενός συγκεκριμένου ποσοστού του διάμεσου εισοδήματος της χώρας. Ο ορισμός αυτός είναι αρκετά πολύπλοκος, γι’αυτό ας τον αποσαφηνίσουμε όσο είναι δυνατόν. Κατ’αρχήν, διάμεσο εισόδημα είναι το ύψος εκείνο του εισοδήματος, γύρω από το οποίο βρίσκεται το 50% του πληθυσμού. Για παράδειγμα, αν οι μισοί πολίτες μιας χώρας έχουν εισόδημα μικρότερο των 10.000 ευρώ και οι άλλοι μισοί έχουν εισόδημα μεγαλύτερο των10.000 ευρώ, τότε το εισόδημα των 10.000 ευρώ είναι το διάμεσο εισόδημα της χώρας αυτής. Όταν λέμε, λοιπόν, ότι η σχετική φτώχεια ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα μικρότερο ενός συγκεκριμένου ποσοστού του διάμεσου εισοδήματος, αν το συγκεκριμένο αυτό ποσοστό είναι π.χ. 50% και το διάμεσο εισόδημα, είναι 10.000 ευρώ, τότε η σχετική φτώχεια είναι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα μικρότερο των 5.000 ευρώ. Ο ορισμός της σχετικής φτώχειας χρησιμοποιείται περισσότερο στις ανεπτυγμένες χώρες. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η σχετική φτώχεια ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα μικρότερο του 60% του διάμεσου εισοδήματος της χώρας.

Το 2004 έγινε μια σοβαρή έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας για τα εισοδήματα και τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών.

• Με όριο φτώχειας τα 5.300 ευρώ ανά άτομο και τα 11.130 ευρώ ανά νοικοκυριό (με δύο ενήλικες και δυο εξαρτώμενα παιδιά), τα φτωχά νοικοκυριά υπολογίζονται σε 799.530 και τα μέλη τους σε 2.126.750. Στα στοιχεία αυτά δεν έχουν συμπεριληφθεί μεγάλες ομάδες πληθυσμού, όπως άστεγοι, Αθίγγανοι, διαβιούντες σε ιδρύματα κ.λπ., ενώ ελλιπείς είναι και οι μετρήσεις για τους οικονομικούς μετανάστες. Μεγάλες κατηγορίες πληθυσμού (σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά) ανταποκρίνονται με δυσκολία στην πληρωμή των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Πάνω από 70.000 νοικοκυριά ζουν σε σπίτια χωρίς λουτρό και περισσότερα από 100.000 νοικοκυριά χωρίς εσωτερική τουαλέτα.

• Το ποσοστό κινδύνου οικονομικής επισφάλειας, πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ανέρχεται σε 39,8%, ενώ όταν περιλαμβάνονται οι συντάξεις σε 22,7%.

• Το ποσοστό κινδύνου οικονομικής επισφάλειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες (21,1%) από ότι στους άντρες (18,9%).

• Ο κίνδυνος οικονομικής επισφάλειας για παιδιά μέχρι 15 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 19,7%.

• Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε 28,2% ενώ για άτομα ηλικίας από 16 έως 24 ετών σε 23,5%

• Το ποσοστό οικονομικής επισφάλειας των εργαζομένων ανέρχεται σε 13,1% ενώ των μη εργαζόμενων σε 26,1%.

• Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές απειλούνται από την φτώχεια κατά ποσοστό υπεδιπλάσιο του ποσοστού που αντιστοιχεί στο σύνολο της χώρας.

• Ο μισός πληθυσμός της χώρας δηλώνει αδυναμία πληρωμής έστω και μιας εβδομάδας διακοπών.

Σε άλλη πρόσφατη μελέτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αξι- ολογώντας όλα τα εθνικά σχέδια δράσης για την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό κατά την περίοδο 2003- 2005, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., ως προς τον δείκτη φτώχειας. Περίπου το 20% του πληθυσμού και κυρίως κοινωνικές ομάδες όπως οι άνεργοι, οι μονογο9νεϊκές και πολύτεκνες οικογένειες και οι ηλικιωμένοι, απειλούνται από τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το 2006, λοιπόν, ο κατώτατος ονομαστικός μισθός (της μη χειρωνακτικής εργασίας) στην Ελλάδα ήταν 668 ευρώ, ενώ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (δηλαδή συνυπο- λογιζομένου του πληθωρισμού), ο μισθός αυτός αντιστοι- χούσε σε 768 ευρώ. την ίδια περίοδο, ο κατώτατος μισθός στο Λουξεμβούργο έφτανε τα 1.570 ευρώ, στη Βρετανία τα 1.361 ευρώ, στη Γαλλία τα 1.254 ευρώ, ενώ τα 1.000 ευρώ υπερέβαινε ο κατώτατος μισθός στην Ισλανδία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα, βρισκόταν σε καλύτερη θέση μόνο από την Ισπανία, την Πορτογαλία, και, βέβαια, τις χώρες της Α. Ευρώπης.

Πώς φτάσαμε, όμως, σ’ αυτό το σημείο; Πώς είναι δυνατό μία χώρα η οποία αποδεδειγμένα είχε εδώ και αρκετά χρόνια, έναν από τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. να είναι και η χώρα με τη μεγαλύτερη φτώχεια; Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει άλλη απάντηση, από την ευνοϊκή μεταχείριση που είχε το κεφάλαιο στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια, σε αντιδιαστολή με τη δραματική συρρίκνωση που γνώρισε το εργατικό εισόδημα, Η ληστεία των εργαζομένων έχει αρχίσει από το 1992. Από τότε, οι εργαζόμενοι βρίσκονται σταυρωμένοι εν μέσω δύο ληστών: του κράτους και της εργοδοσίας. Το 1992 ο τότε πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης είχε εφεύρει εκείνη την παροιμιώδη εξίσωση 0% +0% =17% για να δικαιολογήσει την άρνηση χορήγησης αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις. Έκτοτε, το κράτος με τη φορολο- γική και την εισοδηματική του πολιτική συρρικνώνει συνεχώς το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων, έργο που συμπληρώνει η εργοδοσία, οχυρωμένη πίσω από το κυνήγι του ανταγωνισμού αι συνεπικουρούμενη από την ανεργία.

Προχωρούμε τώρα και στην εισβολή του ευρώ. Μετά το 1992, τοι δεύτερο έτος –ορόσημο στην καταλήστευση των εισοδημάτων των μισθωτών και των συνταξιούχων είναι το 2002, όταν η δραχμή αντικαταστάθηκε από το ευρώ. Αυτή η κεφαλαιώδους σημασία νομισματική μεταρρύθμιση έγινε χωρίς κανένα σχεδιασμό για την ανίχνευση των επιπτώσεών της και για την χάραξη πολιτικής για την αντιμετώπισή τους. Μέχρι τότε, το εισόδημα των μισθωτών συρρικνωνόταν συνεχώς, στην προσπάθεια των κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στα κριτήρια εισόδου στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Στην συνέχεια, με την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη, δημιουργήθηκαν ολόκληρες τάξεις Ελλήνων που καλύπτουν τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών με υπερδανεισμό. Το ευρώ έγινε καθαρά ταξικό χρήμα, δηλαδή χρήμα με βάση το οποίο οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Ας δούμε πως γίνεται αυτό.

Οι σχεδιαστές της νομισματικής μεταρρύθμισης καθόρισαν πολύ υψηλά την ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο, δηλαδή 1 ευρώ =1,2$. Ήταν πολύ δύσκολο ένα νέο νόμισμα να «χτυπήσει» το τότε κυρίαρχο και πανίσχυρο δολάριο, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι όλων των χωρών

της ΟΝΕ να αγοράσουν ακριβά το ευρώ. Τι έγινε όμως στη συνέχεια; Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα το ευρώ πρόδωσε τις προσδοκίες των εμπνευστών το0υ και η ισοτιμία του έναντι του δολαρίου μειώθηκε δραματικά (έφτασε 1 ευρώ =0,8 $). Αυτό είχε ως συνέπεια την αύξηση των τιμών των εισαγόμενων αγαθών στις χώρες της Ευρωζώνης, καθώς όλα τα διεθνώς διακινούμενα αγαθά και υπηρεσίες τιμολογούνται σε δολάρια. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο της αύξησης των τιμών λειτούργησε με μεγάλη σφοδρότητα, διότι εδώ ακολουθούσαμε τη μέθοδο της ελεγχόμενης διολίσθησης της ισοτιμίας της δραχμής έναντι του δολαρίου. Για λόγους τόνωσης των εξαγωγών μας, είχαμε κατά την προενταξιακή περίοδο υποτιμημένη δραχμή και υπερτιμημένο δολάριο, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να αγοράσουν ακριβά το ευρώ κατά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Όταν μειώθηκε η ισοτιμία του ευρώ, τα εισαγόμενα προϊόντα παρουσίασαν γενναίες αυξήσεις τιμών και συμπαρέσυραν στον ανήφορο και τα εγχώρια. Η ακρίβεια στην ελληνική αγορά ήταν πλέον γεγονός μη ελεγχόμενο. Το κόστος αυτής της οδυνηρής προσαρμογής πλήρωσαν εξ ολοκλήρου οι μισθωτοί οι οποίοι παρέ- μειναν στο έλεος της εισοδηματικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης, σε αντίθεση με τους επιχειρηματίες οι οποίοι όχι μόνο πέτυχαν την αυτόματη αναπροσαρμογή των τιμών των προϊόντων τους, αλλά και κερδοσκόπησαν εις βάρος των σταθερών εισοδημάτων.    Οι μισθωτοί πλήρωσαν πρώτα το ακριβό ευρώ και, στη συνέχεια, την υποτίμησή του.

Η ληστεία των εργαζομένων, όμως, δε σταματά στα προηγούμενα. Εκτός από την ληστρική φορολογία του εισοδήματος, την αύξηση της έμμεσης φορολογίας και την εισβολή του ευρώ, τα τελευταία 25 χρόνια η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει τρεις τουλάχιστον σοβαρές αναδιανομές εις βάρος του εργατικού εισοδήματος, τρεις αναδιανομές οι οποίες υπονομεύουν απευθείας τις μελλοντικές γενιές. Η πρώτη αναδιανομή έγινε τη δεκαετία του  ́80, όταν οι τότε κυβερνήσεις προχώρησαν σε ανεξέλεγκτο δανεισμό, δημιουργώντας πρόσκαιρη και επίπλαστη ευη- μερία στις τότε γενιές, εις βάρος όμως των μελλοντικών.

Η δεύτερη αναδιανομή –απάτη ήταν η χρηματιστηριακή «φούσκα» του 1999, που είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά πλούτου από τους αμύητους επενδυτές (που μπήκαν κατά μάζες στα υψηλότερα επίπεδα του δείκτη), στους καλύτερα πληροφορημένους, που ήταν κυρίως οι ιδιοκτήτες των εισηγμένων εταιρειών, αλλά και (όλως τυχαίως) κάποιοι πρωτοκλασάτοι παρατρεχάμενοι των δύο μεγάλων κομμάτων. Οι σημαντικές απώλειες των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών, είχαν σοβαρές αντίστροφες επιπτώσεις πλούτου στην κοινωνία, οι οποίες, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των καταναλωτικών δανείων και της τάσης των ατόμων να διατηρήσουν σταθερά τα καταναλωτικά τους πρότυπα, εκτόξευσαν το χρέος του σε δυσθεώρητα επίπεδα.

Η Τρίτη αναδιανομή εισοδήματος έγινε εις βάρος των εργαζομένων στον ιδιωτικό και αμιγή δημόσιο τομέα και υπέρ των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Η μονοπωλιακή θέση των ΔΕΚΟ οδήγησε στην πλαστή κερδοφορία τους και, στη συνέχεια, με συνεχόμενες μισθολογικές και άλλες θεσμικές διεκδικήσεις. Η σπατάλη των πόρων, η αδιαφά- νεια και η έλλειψη οποιασδήποτε αξιολόγησης των εργαζομένων και των διοικήσεων δημιούργησαν γενιές από προβληματικές δημόσιες επιχειρήσεις και έφεραν σε αδιέξοδο ολόκληρη την κοινωνία.

Τελικά, πόσοι είναι οι φτωχοί και πόσοι οι πλούσιοι στην ελληνική κοινωνία; Για τους φτωχούς, μπορούμε να πούμε με όση βεβαιότητα μας παρέχουν οι υφιστάμενες μετρήσεις που παρουσιάστηκαν στην αρχή αυτού του Κεφαλαίου, ότι αποτελούν το 20% περίπου του πληθυσμού. Για τους πλούσιους, όμως, δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα με έμμεσο τρόπο, στηριζόμενοι δηλαδή σε συναφή στοιχεία. Έτσι, κατά εκτιμήσεις τραπεζικών κύκλων, οι πέντε μεγαλύτερες ελληνικές εμπορικές τράπεζες, δηλαδή η Εθνική, η Alpha, η Eurobank, η Εμπορική και η Πειραιώς μαζί με τη Citycorp και HSBC, διαχειρίζονται κινητές αξίες (μετοχές, ομόλογα και συνάλλαγμα) ύψους 60-80 δις. ευρώ, που ανήκαν σε 25.000 οικογένειες. Να σημειωθεί ότι σ’αυτά τα ποσά δεν περιλαμβάνεται το τμήμα της περιουσίας τους που έχουν κατανείμει σε τράπεζες του εξωτερικού και σε εταιρείες offshore.

Πηγή: Η Δικτατορία της Δημοκρατίας, Εκδόσεις Καστανιώτη

Μανώλης Σκαρσουλής

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement