Το Ρέθεμνος

Αυτός ο τόπος ο γεμάτος ιστορικές μνήμες

 

Του ΜΑΝΩΛΗ ΣΚΑΡΣΟΥΛΗ

Αυτός ο τόπος ο γεμάτος ιστορικές μνήμες σε βυθούς μιας αλλοτινής εποχής, με απογόνους παππούδων και γιαγιάδων με μαυροφορεμένες μνήμες που αχνοφέγγουν σ’ ένα τσαλακωμένο χαμόγελο, με οδοιπόρους σε κακοτράχαλους κάβους που ψάχνουν τα ίχνη των παραμυθών με τα αρχοντόπουλα που πέτρωσαν να περιμένουν την εύνοια της μικρής πριγκίπισσας που είχε τον ήλιο πρόσωπο.

Αυτός ο τόπος με τους χωρατατζήδες ξωνεινάρηδες που σου λέν μια καλημέρα στον Πλάτανο και ξεφέγγει η Μικρή Αγορά, με τους σκαμμένους από τους ήλιους  και τους αέρηδες ξωμάχους, με τα παιδιά που τρεχολαλούν φωνασκώντας, σηκώνοντας το Μακρύ Στενό, με τα μελαμψά χέρια των κοριτσιών που αντιλαμψίζουν το φως στα πρόσωπα των αγαπημένων τους με τους λεβεντόγερους που ζωγραφίζουν με τα πόδια τους και τις κορφές χορεύοντας τον πρώτο, τον πηδηχτό, τον Μαλεβυζιώτη, με τα ανυπεράσπιστα βλέμματα των αμούστακων αγοριών, καθισμένων στα πεζούλια και στις αυλόπορτες να κάνουν τους μεγάλους, με τις ευωδιές του θύμιου, του φασκόμηλου, της αγκαραθές του Βρύσινα στο ρεύμα της πνοής τ’ Αγίου Πνεύματος. Αυτός ο τόπος. Γεμάτος ριψοκίνδυνη ειρωνεία για τα στοιχεία ζωής, τους θεούς της στεριάς και της θάλασσας, για το κάθετι που περνά και φεύγει αφήνοντας πίσω του σκόνη μέχρι ν’ αναπλαστεί από τον μύθο και να πάρει συμπαγή και ψηλαφιστή μορφή, όπως τ’ αγάλματα των βράχων σ’ αυτές τις μορφές ανατρέχουν όταν εμείς  έχουμε την ευαισθησία να τις συνεικάσουμε, με βασιλόπουλα, βασιλοπούλες κι Ακρίτες Διγενήδες, ακοίμητους φρουρούς των κλειστών όρμων των εκβολών του Κουρταλιώτη και του Γεροπόταμου.

Αυτός ο τόπος των ήμερων πόθων του νυφοπάζαρου που για μια μαθιά οι ντελικάτοι εραστές έκαναν δέκα φορές την Λεωφόρο ή την προκυμαία κι αν την έπαιρναν σόδιαζαν όλη την νύκτα τα όνειρα του ιλίγγου της προσμονής της αύριον, προσποιούμενοι πως κοιμούνται, ενώ τέντωναν τα μέλη τους να ακουμπήσουν την φαντασίωσή τους. Στην φάση αυτή ξεχώριζαν μόνο τα δυο  λεμόνια με τους λεμονανθούς που όλο φούσκωναν μέχρι να γίνουν τεράστια και να χωρέσουν όλη την απελπισία των στενών και υγρών σοκακιών της Κυρίας των Αγγέλων.

Αυτός ο τόπος των γραμμάτων που και μεις ακολουθήσαμε, διαβάζοντας με την μικρή λάμπα κοντά στο μαγκάλι με το πυρηνίδι, εμπλουτίζοντας τις Γυμνασιακές γνώσεις στις άπειρες αναγνώστες των δανειστικών βιβλίων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Βαρβάρας.

Εμείς οι ίδιοι όταν διαβάζαμε είχαμε κρυμμένα κάτω από το  στρώμα την Μάσκα, τον Ταρζάν και τον Μικρόν Ήρωα, όταν θέλαμε να ανδραγαθήσουμε και να ξεπεράσουμε την απόρριψη της κοπελιάς με τα πλεξουδάκια που τις πέφταμε μικροί. Ποτέ δεν είπαμε στις κοπελιές για τις γυναίκες του κάστρου που μας μύησαν. Ούτε για την λαίδη Τσάτερλυ που γίναμε όλοι δασοφύλακες στην δούλεψή της. Τα κορίτσια του τόπου μας ήταν υψηλών προδιαγραφών και συστάσεων και θα μας επιτιμούσαν αν μάθαιναν τις απογευματινές επιδόσεις μας.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement