Όπως λίγοι γνωρίζεται και ακόμα λιγότεροι θα έχετε προσέξει δουλεύω σε ένα μπαρ
Γιώργος Φιλίππου
Όπως λίγοι γνωρίζεται και ακόμα λιγότεροι θα έχετε προσέξει δουλεύω σε ένα μπαρ. Λίγο το νεαρό της ηλικίας λίγο η θέληση για πρόωρη ανεξαρτητοποίηση λίγο η κρίση (που είναι και της μόδας) με οδήγησαν στο γνωστό σε όλους μας νυχτο – κάματο. Η αλήθεια είναι ότι τη νύχτα κυκλοφορούν ενδιαφέρουσες προσωπικότητες μπλεγμένες στις πιο αλλόκοτες ιστορίες. Άλλωστε έτσι είναι η ζωή – περίεργη και ριψοκίνδυνη. Αποφάσισα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία, μάλλον καταθλιπτική, αλλά βγαλμένη μέσα από την σύγχρονη καθημερινότητα.
Πριν από λίγες μέρες κάτσανε στο πόστο μου δύο κοπέλες. Να σας πω την αλήθεια τις ξέρω κάνα χρόνο τώρα, αλλά ούτε τα ονόματα τους δεν θυμάμαι! Στην αρχή δεν μου έκανε αίσθηση κάτι, αλλά καθώς πέρναγα από μπροστά τους, παρατήρησα την μια από τις δύο. Το πρόσωπο της είχε κάτι περίεργο, δεν καταλάβαινα, ήταν με λίγα λόγια στον «κόσμο της». Η φίλη της, της μίλαγε και αυτή κοίταγε κάπου στο βάθος, κάπου, όπου ούτε η ίδια γνώριζε.
Θέλησα να δω τι συμβαίνει με αυτό τον άνθρωπο, πότε στη ζωή μου δεν είχα αντιμετωπίσει κάτι παρόμοιο. Όταν λοιπόν, την πρώτη φόρα την ρώτησα τι έχει δεν μου απάντησε. Όχι γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί δεν με άκουσε. Η δεύτερη προσπάθεια μου, απέδωσε καρπούς. Η εν λόγο κοπέλα είχε χάσει την δουλεία της.
Η νεαρά και καλαίσθητη κοπέλα μέχρι πριν από λίγο καιρό δούλευε σε βρεφονηπιακό σταθμό. Δεν πήγαινε όμως καλά και έφυγε. Μέρος – μέλος μιας ευρύτερης καταστροφικής κρίσης. Συνεχίζοντας όμως να την παρατηρώ, πρόσεξα ότι από το ντύσιμό της δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερο οικονομικό πρόβλημα. Ξεκινήσαμε δειλά δειλά να ανοίγουμε συζήτηση. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό – μου λέει… Πέρσι τέτοια περίοδο ήμουν σε δύο δουλείες και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω, βαριέμαι. Όλη μέρα κάθομαι, θα τρελαθώ.» Και τώρα τι; της απαντώ… «δεν ξέρω πραγματικά δεν ξέρω, ψάχνω αλλά έχω αρχίσει και απογοητεύομαι, δεν ξέρω».
Στο πρόσωπο της δεν ήταν διαγραμμένη η θλίψη και η απογοήτευση. Στο πρόσωπο της έγραφε με κεφαλαία γράμματα ‘ ΔΕΝ ΞΕΡΩ’. Δεν ξέρω τι θα κάνω, δεν ξέρω τι θέλω, δεν ξέρω αν θέλω… Απλό, αλλά ταυτόχρονα τόσο βαθύ από άποψή νοήματος. Ένας νέος άνθρωπος, πως μπορεί να κάνει όνειρα, πως μπορεί να επενδύσει πως μπορεί να οραματιστεί τον εαυτό του στα 30 ή στα 40;
Όσο πέρναγε η ώρα το ενδιαφέρον μου μεγάλωνε για την μικρή παρέα που γινόμουν και εγώ σιγά σιγά μέλος(αν και δούλευα!). Συζητώντας για διάφορα θέματα, αντιλήφθηκα πως δεν είναι τα λεφτά το παν. «Όταν είσαι 24 και άνεργη δεν είναι εύκολο πράγμα». Την πίστεψα. Τελικά δεν είναι τα λεφτά το παν. Εργάζομαι, σημαίνει ζω ενεργώ, πράττω, δημιουργώ – γίνομαι με λίγα λόγια ένας μικρός θεός.
Οι δύο φίλες πρέπει να έκατσαν γύρω στη μια – μιάμιση ώρα. Δεν νομίζω ότι αντάλλαξαν παραπάνω από πέντε κουβέντες. Σκυθρωπές και οι δύο, κάτι παραπάνω από αμίλητες. Λέξη δεν τους έπαιρνες. Είδατε ακόμα και εμείς, η γενιά των χαμένων ιδανικών, ζούμε ( ο καθένας χωριστά) το δικό μας δράμα. Μας κληροδότησαν μια κρίση, ένα χρέος και καθώς φαίνεται και πολλά πολλά ψυχολογικά.
Το άσχημο είναι πως παρόμοιες περιπτώσεις υπάρχουν χιλιάδες ανά την χώρα. Κάποιοι το βλέπουν πιο ψύχραιμα κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να προσπαθούν και να ελπίζουν ενώ κάποιοι άλλοι παύουν κάθε προσπάθεια.
Λέτε… μια φράση να καταφέρει να χαρακτηρίσει ολόκληρη την γενιά μας; Δηλαδή από γενιά των 700-600-500 (και ούτω καθεξής) ευρώ, να μετονομαστούμε σε γενιά της απόγνωσης; Για να είμαι ειλικρινής, προσωπικά δεν με νοιάζει πως θα γραφτούμε στην ιστορία, με νοιάζει που θα γράψουμε ιστορία… Πολλά κουράγια εύχομαι…