Υπάρχει ιδεολογία πλέον;

Δεν μπορώ να μιλήσω για παγκόσμια ιστορία

Του Νίκου Πολιουδάκη

Advertisement

Πτυχιούχου Επικοινωνίας & ΜΜΕ

Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν μπορώ να μιλήσω για παγκόσμια ιστορία, καθότι είμαι πολύ μικρός για να το κάνω. Και δεν εννοώ ηλικιακά. Βέβαια, από «μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια», όπως λέει κι ο θυμόσοφος λαός. Ή αν δεν τη μαθαίνεις, ίσως τουλάχιστον την ακούς.

Το «μικρός» αναφέρεται στο επίπεδο γνώσης μου, που στα 24 χρόνια της ζωής μου είναι σίγουρα απειροελάχιστο, παρά τις σπουδές, και κινείται στα όρια της σφαιρικότητας γύρω από τα παγκόσμια δρώμενα του παρόντος και του παρελθόντος. Επίσης, αναφέρεται στην ασημότητά και κυρίως στην ανυποληψία μου. Δεν αντιμετωπίζω ρατσιστικά τον εαυτό μου, ούτε τους κατά κάποιον τρόπο ομοίους μου, καθώς ο καθένας ως οντότητα έχει την υπόληψή του, αναγνωρίσιμος και μη. Απλώς, σκεπτόμενος ρεαλιστικά, θεωρώ τον εαυτό μου ανυπόληπτο, μπροστά σε αυτούς που έχουν διαγράψει την παγκόσμια ιστορία, ακόμα και τα «κακώς κείμενα» της και σε αυτούς που με τη σειρά τους την κατέγραψαν μέσα από τα βιώματα και την επίπονη, πολλές φορές, έρευνα. Δύναμαι ωστόσο να μιλήσω για τα ελληνικά πράγματα, τωρινά και παλαιότερα, που αποτελούν κομμάτι της συνολικής ιστορίας.

Το 1974, μετά την αποπομπή της χούντας των συνταγματαρχών, το ελληνικό

κράτος αναζητά ένα νέο ηγέτη και ένα πολιτικό σχήμα που θα απαλείψει τις διχόνοιες του πρόσφατου παρελθόντος, γεφυρώνοντας το χάσμα αριστεράς-δεξιάς, χαράζοντας νέα δημοκρατική πολιτική. Πράγμα που αντικατοπτριζόταν στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον οποίο ο ελληνικός λαός κατά το πλείστον υποδέχθηκε από την εξορία ως σωτήρα. Σε πολιτικό επίπεδο οι διχόνοιες αμβλύνθηκαν, ουσιαστικά όμως οι πραγματικές τομές φάνηκαν να πραγματοποιούνται με την άνοδο στην πολιτική εξουσία του Ανδρέα Παπανδρέου και του «φρέσκου» ΠΑΣΟΚ το 1981. Το ΠΑΣΟΚ, περιλαμβάνοντας στον τίτλο του και στον πολιτικό του λόγο την έννοια του σοσιαλισμού, εισήγαγε ενεργά στην ελληνική πολιτική σκηνή τον όρο «κεντροαριστερά», απορροφώντας πολύ κόσμο από το χώρο της αριστεράς.

Το «σοσιαλδημοκρατικό» μοντέλο διακυβέρνησης αποτέλεσε όραμα, αλλά μόνο εν μέρει πραγματοποιήθηκε (π.χ. το Ε.Σ.Υ). Πρώτα με εφαρμογή οικονομικής λιτότητας, εθνικής εσωστρέφειας -με αντιπροσωπευτικό δείγμα την προσπάθεια εξόδου από τη νατοϊκή συμμαχία- και λαϊκίστικου πολιτικού λόγου -χαρακτηριστικό είναι το σλόγκαν «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»- ο Παπανδρέου έμοιαζε να κερδίζει τον ελληνικό λαό, γεμίζοντάς τον ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, σε συνδυασμό με εξασφάλιση πολλών δανείων από το εξωτερικό, προκειμένου για την αρχή της ανάκαμψης της χώρας. Η ελπίδα αυτή για πολλούς μετουσιώθηκε σε πράξη. Πρόκειται για μία εποχή στην οποία το πολιτικό ρουσφέτι άρχισε να γίνεται εγκληματικό από αναξιοκρατικής άποψης, αλλά κι από άποψης αρνητικής δημοσιονομικής πολιτικής, που καταχράται το δημόσιο πλούτο (ή καλύτερα δανεισμό) και τον διανέμει κυρίως στους «δικούς», παρέχοντάς τους πληθώρα δημοσιοϋπαλληλικών και διοικητικών θέσεων.

Στο πέραμα των χρόνων, η χώρα έφτασε να διοικείται από μια ιστορική συγκυβέρνηση το 1989, έστω για λίγο, της Ν.Δ με τα κόμματα της αριστεράς, στον απόηχο του σκανδάλου Κοσκοτά και την αποπομπή του Παπανδρέου στη δικαιοσύνη. Μετά, το τιμόνι της χώρας πέρασε στα χέρια της Ν.Δ. υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, το 1993 ξανά στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ από το 1996 το τιμόνι συνέχισε να βρίσκεται στα χέρια του ΠΑΣΟΚ έως το 2004 υπό τον Κώστα Σημίτη, μία περίοδος κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ έφτασε να χαρακτηρίζεται από πολλούς καθαρό δεξιό κόμμα. Τα ηνία έπειτα πέρασαν στη Ν.Δ. υπό τον ανιψιό και συνονόματο του ιδρυτή της, έως τον Οκτώβρη του 2009 και την διαδοχή του πρωθυπουργικού θώκου από τον υιό του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Ώσπου φτάσαμε, κυρίως μέσω των πολιτικών σκανδάλων εκατέρωθεν, στην εποχή του υπέρογκου χρέους, των spread, του αναγκαίου(;) μηχανισμού στήριξης του Δ.Ν.Τ. και στη λήψη απαραιτήτων μέτρων για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας.

Σε όλη αυτήν την πορεία το φαινόμενο «μπάρμπας στην Κορώνη» έπιασε κόκκινο, έγινε ανεξέλεγκτο και αποτέλεσε το Α και το Ω για προσωπική ευημερία του Έλληνα ψηφοφόρου και των δικών του. Το πελατειακό σύστημα και η συνεπαγόμενη νοοτροπία του «βολέματος των παιδιών μας» είναι η αρνητική κληρονομιά και η εκπλήρωση των απωθημένων αυτών που έζησαν τις στερήσεις της προ-μεταπολιτευτικής περιόδου και τις «ανάσες» της μετά την χούντα εποχής.

Επανερχόμενος σε εμένα, αισθάνομαι ανυπόληπτος -με την κακή έννοια- και διακατέχομαι από υπερβολικό ωχαδερφισμό και απάθεια σε μια ιστορική συγκυρία, στην οποία οι  κοινωνικοί αγώνες στη χώρα μας επί της ουσίας εκλείπουν. Αντικατοπτρίζονται μόνο στις  διαδηλώσεις των δρόμων, όπου υποτιθέμενοι ιδεολόγοι και συνδικαλιστές ακολουθούν κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών και κοινωνικών σχημάτων που αντιπροσωπεύουν, αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των αντιστοίχων συμφερόντων περισσότερο και λιγότερο στη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Σε διαδηλώσεις, όπου αφενός κάφροι, με την ταμπέλα του αντιεξουσιαστή και του ακροαριστερού, δράττονται της ευκαιρίας και στο όνομα της αναρχίας δέρνουν και δέρνονται, λεηλατούν και καταστρέφουν αδιακρίτως, χωρίς συγκεκριμένους στόχους και αφετέρου όργανα της τάξης, που πρωτίστως αποκρούουν, αλλά με ιδιαίτερη ευκολία αντεπιτίθενται επίσης αδιακρίτως (βλ. περίπτωση Μανώλη Γλέζου).

Ό, τι χαρακτηρίζεται πολιτικο-ιδεολογικά ακραίο -είτε δεξιά, είτε αριστερά-

είναι βάσει υγιούς λογικής και ηθικής μη προτιμητέο, ως και καταδικαστέο.

Η λογική του χάους, μέσω της άκρατης και τυφλής βίας και των καταστροφών, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έκφραση λαϊκής αντίστασης ή πολιτικής άποψης απέναντι στα δεινά που έρχονται. Αντιθέτως, πρόκειται για μια κατάχρηση της υποτιθέμενης δημοκρατίας, που ενισχύει το φόβο, το κύριο επικοινωνιακό μέσο (ακροδεξιών πρακτικών) για τη χειραγώγηση και συνάμα τον αποπροσανατολισμό των μαζών. Πράγμα που εξυπηρετεί το σάπιο πολιτικό σύστημα, στη σαπίλα του οποίου συνεισέφεραν στο μέγιστο οι Έλληνες πολίτες με την συμφεροντολογική και ιδιοτελή κατάθεση ψήφου τους και την απογείωση του διαχρονικού πελατειακού συστήματος.

Συνεχίζοντας, νιώθω ότι πρέπει μιλήσω για εμάς τους -ανασφαλείς- νέους, που κατά βάση βγαίνουμε διαμαρτυρόμενοι στους δρόμους. Αν δεν ανήκει κάποιος κάπου, νομίζει ότι κινδυνεύει να χαρακτηριστεί πολιτικά άβουλος και να βρεθεί κοινωνικά περιθωριοποιημένος. Στην ουσία δεν ενδιαφέρεται για την ενεργοποίησή του ως πολιτικό ον, αλλά φοβάται μη μείνει μόνος και για αυτόν το λόγο επιβάλλει στον εαυτό του να ανήκει κάπου κι όχι με απόλυτη συνείδηση για αυτή του την επιλογή. Η στάση αυτή συναντάται κυρίως στη μετεφηβική ηλικία και στα φοιτητικά χρόνια.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ατόμων που εισέρχονται στις φοιτητικές παρατάξεις, με τους ήδη έχοντες «γερά δόντια» δημοσιοσχεσίτες επικεφαλής φοιτητές (όσον αφορά τις θυγατρικές των δύο μεγάλων κομμάτων) ή με τους αντισυμβατικούς, και τη συμμετοχή των νεοεισελθόντων στο «ιεροτελεστικό» του τσιγάρου πίσω από τον πάγκο της παράταξης, της διανομής φυλλαδίων, σημειώσεων και πολιτικών κειμένων και του «ψησίματος» ανένταχτων φοιτητών. Ο φόβος της περιθωριοποίησης και  η ανάγκη της δικτύωσης και της κοινωνικής συναναστροφής  κι όχι κάποια ουσιαστική κοινή ιδεολογία ή στάση είναι αυτά που οδηγούν στην ουτοπικά απαραίτητη ένταξη στην τάδε ή τη δείνα, μικρή ή μεγάλη, ομάδα ατόμων.  Κάποιοι, λοιπόν, ανήκουν κάπου για να ανήκουν, υιοθετώντας και ακραίες συμπεριφορές, μην αποβλέποντας σε κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές τομές, ακολουθώντας απλώς το συρμό της δράσης των σχημάτων, στα οποία εντάσσονται.

Κλείνοντας, θεωρώ πως το ιδεολογικό κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας ίσως σταμάτησε κάπου εκεί, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Οι «μάχες των δρόμων» στερούνται -κατ’ εμέ πάντα- ιδεολογικού περιεχομένου, όπως και η δράση των πολιτικών, παλαιών και νέων, καθώς το χρήμα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στην κοινωνία της παγκοσμιοποίησης, παρόλο που κάποιοι επιθυμούν να το παίζουν ακόμη ιδεαλιστές και υπεράνω.

Παρεμπιπτόντως, το συνολικό παραλήρημα μου άρχισε να γράφεται 2-3 μέρες πριν τα ντροπιαστικά και τραγικά γεγονότα της 5/5/2010 (θάνατος τριών ατόμων στην τράπεζα Μarfin) και με έναυσμα απλώς τον προβληματισμό μου για εμάς τους νέους και τους ρόλους μας σε μια κοινωνία που κατά το κοινώς -συνήθως εύστοχο και έγκυρο- λεγόμενο «τα έχουμε όλα», τουλάχιστον μέχρι να ενηλικιωθούμε, αλλά και μετά, φτάνει να υπάρχουν οι απαραίτητες «διασυνδέσεις». Η αξιοκρατία δυστυχώς υφίσταται μόνο ως χαρακτηριστικό του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και όχι ως πράξη.  Ο Τζίμης Πανούσης στο τραγούδι του «Κάγκελα παντού» μιλάει για «αδικημένη γενιά του 60’, δίχως κατοχή και πείνα…». Μήπως είμαστε οι αδικημένες γενιές του 80’, του 90’, του 00’;

7/5/2010

Κρι(η)τικός (το κείμενο είναι αναρτημένο στο προσωπικό μου blog, www.krihtikos.blogspot.com)

Υ.Γ.:  Ένα χρόνο μετά, τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο. Αντιθέτως. Δεινά ήρθαν, η ανεργία απογειώθηκε, η οργή του κόσμου για το πολιτικό σύστημα μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, τα φαινόμενα αναξιοκρατίας υποτίθεται ότι καταπολεμούνται. Το μόνο που άλλαξε, αλλά δεν έπληξε και δεν πλήττει κανέναν;  Μεγάλωσα ένα χρόνο και η ζωή μόνο με ροδοπέταλα δε στρώνεται μπροστά μου. Όπως επίσης ούτε στους «ομοίους» μου. Αυτά…

Νίκος Πολιουδάκης

Πτυχιούχος Επικοινωνίας & ΜΜΕ

Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement