Πολλές φορές περιπλανήθηκα προσπαθώντας να μπερδέψω και να παραπλανήσω την αδιάλλακτη μοίρα μου
Του Μανώλη Σκαρσουλή
Πολλές φορές περιπλανήθηκα προσπαθώντας να μπερδέψω και να παραπλανήσω την αδιάλλακτη μοίρα μου.
Ποτέ, όμως, δε λίμνασα. Ποτέ δεν στέριωσα. Πάντα αυτοθεραπευόμουν και προχωρούσα προσπαθώντας να δημιουργήσω πράγματα σπουδαιότερα από τα λάθη μου.
Δεν θα χάσω χρόνο αντιτασσόμενος και αναλύοντας ουτοπικούς σοσιαλισμούς. Θα ασχοληθώ με τη γνωστή σε όλους δημοκρατία, ένα πολίτευμα που ποτέ δεν υπήρξε, παρά μόνο τη χρονική στιγμή –και αυτό με επιφύλαξη πάντα- κατά την οποία ασκούνταν το εκλογικό δικαίωμα του «δημοκρατούμενου». Η αλήθεια γύρω από αυτή τη δημοκρατία είναι ότι πρόκειται περί ενός ολιγαρχικού, κεφαλοκρατικού συστήματος, με απλό φερέφωνο έναν επαγγελματία αμφιβόλου, τις περισσότερες φορές, ικανότητος, ο οποίος υποστηρίζεται και περιστοιχίζεται από δουλόφρονες ως επί το πλείστον και εποφθαλμιώντες επαγγελματίες, ωσαύτως αμφιβόλου ικανότητος, που αποτελούν την υπουργική και τη βουλευτική ομάδα.
Θαυμάζω την απροκάλυπτη υποκρισία των πολιτικών, που δυστυχώς αποτελούν την τάξη των πεφωτισμένων και δυνατών, και απορώ με την απύθμενη κουταμάρα του αδύνατου ανθρώπου, ο οποίος ακούραστα τρέχει από κάλπη σε κάλπη για να επιλέξει τα κάλπικα αυτά τέκνα εις το όνομα του αυριανού του εξευτελισμού και μιας ατελείωτης σκυταλοδρομίας κοροϊδίας και εμπαιγμού.
Πιστεύω στην ύπαρξη της πνευματικής διαφοράς μεταξύ των ανθρώπων, όπως και στην ανάγκη ύπαρξης κεφαλής-εξουσίας. Εξουσίας όμως με την έννοια όχι της καταπάτησης, όχι της εκμετάλλευσης, όχι του εξευτελισμού και της εξαθλίωσης, αλλά με την έννοια της προστασίας του αδυνάτου.
Πάντοτε ένοιωθα μια ενστικτώδη απέχθεια για τα πολιτικά πρόσωπα και τη βαθιά ανήθικη στάση τους απέναντι στην επιβεβλημένη και σοφά διαρθρωμένη «αδικία» της φύσης. Αν υπάρχει μια αδικία για μένα, είναι αυτή: Να κλοτσάς τον πεσμένο αντίπαλό σου. Θα ήταν υποκριτικό να τον αποκαλέσω συνάνθρωπο. Για ποιο λόγο, αφού δεν κινδυνεύεις από αυτόν;
Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το κεφάλι στηρίζεται στους ώμους και οι ώμοι στον κορμό και ο κορμός στα πόδια, που καταλήγουν στις αφανείς πατούσες.
Και τι είναι αυτό που ζητούν από το κεφάλι οι ταπεινές πατούσες; Τίποτε άλλο παρά μόνο ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια, δίχως τρύπες στις σόλες του.
Γιατί να μπαλώνουμε τρύπιες σόλες ή να αγοράζουμε κάθε λίγο και λιγάκι καινούρια παπούτσια, σκέφτηκε το κεφάλι. Γιατί να υποκύπτουμε σε αυτή τη λερναία ύδρα των παράλογων απαιτήσεων που προβάλλουν οι ταπεινές πατούσες;
Και η τεχνολογία συμφώνησε και είπε:
«Οι πατούσες δε θα περπατήσουν ξανά! Οι πατούσες δε θα τρέξουν ξανά! Γεννηθήτω το υποκατάστατο!»
Και αυτό που βλέπω εγώ, ο οποίος δεν είμαι ούτε κεφάλι ούτε κορμός ούτε πατούσα, είναι ένα μηχανικό τέρας, που σιγά σιγά μεταλλάσσεται σε ένα αρρωστημένο ον, με κεφάλι ερπετού και σάπια γιγάντια κοιλιά, με ατροφικά και παράλυτα άκρα, πάνω σε ένα υπερσύγχρονο αναπηρικό καρότσι, το οποίο κατηφορίζει ξέφρενα ουρλιάζοντας σε όλες ταυτόχρονα τις γλώσσες που γέννησε η Βαβυλώνα κάτι που στα αφτιά μου ακούγεται σαν τη λέξη «βοήθεια».
Και ως πότε, στ’ αλήθεια, ακόμη και αυτό το εκφυλισμένο δημιούργημα της υπερσύγχρονης τεχνολογίας θα αποφεύγει τη δυσοσμία από τη γάγγραινα, εισπνέοντας μεταλλαγμένα αρωματισμένα αέρια αντί για οξυγόνο;