Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σε μία πρωτοφανή οικονομική κρίση
Του Γιάννη Δραμουντάνη
Πολιτευτή του ΠΑΣΟΚ
Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σε μία πρωτοφανή οικονομική κρίση. Για να την αντιμετωπίσει, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να λάβει πολύ σκληρά μέτρα, που έπληξαν, εκτός από τους έχοντες και κατέχοντες, τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα. Ωστόσο, το κυριότερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη προοπτικής. Η αγωνία όλων μας ήταν δικαιολογημένη, γιατί αντιλαμβανόμασταν ότι η έξοδος από την κρίση ήταν, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια, σχεδόν αδύνατη: παρά τις θυσίες όλων μας, το ύψος του χρέους ύστερα από 3-4 χρόνια θα ήταν -στην καλύτερη περίπτωση- στα σημερινά επίπεδα.
Η κατάσταση αυτή έχει πλέον αλλάξει. Ύστερα από την απόφαση της 21ης Ιουλίου, η προοπτική της επαναφοράς της Ελλάδας στον δρόμο της ανάπτυξης είναι πλέον ορατή. Με βάση αυτήν τη συμφωνία, η Ελλάδα απαλλάσσεται από τη διάθεση τεράστιων ποσών για την εξυπηρέτηση του χρέους της και μπορεί πλέον να στραφεί προς την ανάπτυξη, προς την επίλυση των προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα. Έτσι, ύστερα από δύο χρόνια προσπαθειών, οι Έλληνες αρχίζουν να βλέπουν «φως στο τούνελ».
Ενώ στις Βρυξέλλες δινόταν μία σκληρή διπλωματική μάχη, η αντιπολίτευση στην Ελλάδα αντιμετώπιζε τις εξελίξεις με μικροπολιτικά κριτήρια. Βάζοντας πάνω απ’ όλα το κομματικό συμφέρον, η Νέα Δημοκρατία επέλεξε να τηρήσει αρνητική στάση, δυσχεραίνοντας τη θέση της χώρας. Η κάθε πολιτική δύναμη μπορεί να επιλέγει τις απόψεις που υιοθετεί. Ωστόσο, η μιζέρια δεν χωράει σε αυτήν την προσπάθεια: παρά τις δυσκολίες, η χώρα μας έχει πια τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης και -τελικά- της χρεοκοπίας.
Αν και πολλά επιχειρήματα κατά της συμφωνίας δεν στέκουν σε κριτική, έχει αξία να εξετάσουμε τις θέσεις όσων αντιτίθενται στην εφαρμογή της.
Καταρχάς, πολλοί υποστηρίζουν ότι λόγω της συγκεκριμένης απόφασης η Ελλάδα «βρέθηκε χρεωμένη για τα επόμενα 40 χρόνια». Στην πραγματικότητα, οι εταίροι μάς δανείζουν τεράστια ποσά, η αποπληρωμή των οποίων προβλέπεται να γίνει σε βάθος δεκαετιών και με ευνοϊκούς όρους. Έτσι, η καταβολή των δόσεων θα βαρύνει λιγότερο τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ αν η περίοδος αποπληρωμής ήταν πιο σύντομη η χώρα μας θα αναλάμβανε ένα τεράστιο βάρος.
Παράλληλα, άλλοι σημειώνουν ότι η εφαρμογή της συμφωνίας, στον βαθμό που περιλαμβάνει τη συμμετοχή ιδιωτών, συνεπάγεται «πιστωτικό γεγονός», «επιλεκτική-περιορισμένη χρεοκοπία» κ.λπ. Η ανησυχία για το ενδεχόμενο να χάσουν κάποια από τα κέρδη τους οι «επενδυτές» (δηλαδή οι κερδοσκόποι) μας αφήνει αδιάφορους. Εξίσου αδιάφορους μας αφήνει η προσπάθεια των οίκων αξιολόγησης να προστατεύσουν τους πελάτες τους, κηρύσσοντας την Ελλάδα σε κατάσταση «επιλεκτικής χρεοκοπίας»: εφόσον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διασφαλίσει τη ρευστότητα των ελληνικών εμπορικών τραπεζών, οι απειλές των οίκων δεν έχουν κανένα πρακτικό αντίκρισμα.
Η αναμφισβήτητη επιτυχία της 21ης Ιουλίου δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ξέφυγε από τον κίνδυνο. Με την απόφαση των Βρυξελλών εμφανίζεται μία προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον: για να αξιοποιήσουμε την προοπτική αυτή απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια, απαιτείται η προώθηση αλλαγών που θα ενισχύσουν την ελληνική οικονομία, προκειμένου να κατορθώσει να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις.