Ο όρος εξέλιξη ως γενικότατη έννοια, ως φιλοσοφική κατηγορία
Του Μιχάλη Γρηγοράκη
τ. Λυκειάρχη, Φιλολολόγου
Ο όρος εξέλιξη ως γενικότατη έννοια, ως φιλοσοφική κατηγορία σημαίνει αμετάκλητη νομοτελειακή μεταβολή, στην οποία υπόκεινται όλα ανεξαιρέτως τα αντικείμενα του κόσμου, υλικού και πνευματικού. Αποτελεί ιδιότητα τους. Ιδιότητα της ύλης (ζωντανής και μη), της κοινωνίας και της συνείδησης (πνεύματος).
Στην πορεία της η εξέλιξη εμφανίζει νέα στοιχεία, εξαφανίζει ή μεταμορφώνει παλαιά, δημιουργώντας έτσι νέα ποιοτική κατάσταση του αντικειμένου. Φυσικά δεν αποτελεί εξέλιξη κάθε μετα¬βολή. Μεταβολές, που δεν είναι νομοτελειακές, αλλά έχουν το χαρακτήρα του τυχαίου, όπως λ.χ. οι καταστροφές, δεν αποτελούν εξέλιξη. Οι μεταβολές, που ακολουθούν την εξελικτική διαδικασία, χα-ρακτηρίζονται από βραδύτητα, είναι βαθμιαίες. Νομοτελειακές μεταβολές όμως δε γίνονται μόνο με τη βραδεία εξελικτική διαδικασία. Νομοτελειακό χαρακτήρα έχουν και τα λεγόμενα άλματα ή επανα-στάσεις, που διακόπτουν τη βαθμιαία εξελικτική διαδικασία και οδηγούν σε ραγδαίες ποιοτικές μετα-βολές. Έτσι κάνουμε λόγο για επιστημονική, βιομηχανική, τεχνολογική κλπ επανάσταση. Ειδικότερα ο όρος επανάσταση χρησιμοποιείται περισσότερο, για να εκφράσει ραγδαίες μεταβολές στη κοινωνία (κοινωνική επανάσταση). Οι εξελικτικές (και οι επαναστατικές) μεταβολές που αφορούν τη ζωντανή φύση (ζώα, φυτά) , την κοινωνία και τη γνώση (πνεύμα), έχουν προοδευτικό, βελτιωτικό χαρακτήρα. Αποτελούν περαιτέρω ανάπτυξη. Η κάθε φορά προκύπτουσα νεότερη ποιότητα είναι ανώτερη από την προηγούμενη. Όμως αυτή η πορεία των εξελικτικών-προοδευτικών μεταβολών δεν είναι και δεν πρέπει να νοείται ως ευθύγραμμη. Είναι πορεία σπειροειδής, ελικοειδής, που δεν αποκλείει και πισωγυρί-σματα. Η γενική πάντως κατεύθυνση της είναι προς τα εμπρός, προοδευτική.
Η θεωρία της εξέλιξης του οργανικού κόσμου (ζώων, φυτών) οφείλεται στον άγγλο φυσιοδίφη Κάρολο Δαρβίνο (1809-1882). Ήταν το αποτέλεσμα, το συμπέρασμα των παρατηρήσεων του από ένα επί τούτω ταξίδι-γύρο του κόσμου με το πλοίο «Beagle». Το κύριο μέρος των παρατηρήσεων του και των συνακόλουθων συμπερασμάτων περιέχεται στο βιβλίο του με τίτλο «Η Καταγωγή των Ειδών». Κεντρική ιδέα σ’ αυτό το έργο. αιτιολογική της άπειρης ποικιλότητας των οργανισμών είναι η ιδέα της «Φυσικής Επιλογής ή της επιβίωσης του καλύτερα προσαρμοσμένου» (στο περιβάλλον εννοείται). Η ιδέα όμως της «Φυσικής Επιλογής» ως γενεσιουργού αιτίας των ειδών των οργανισμών προϋποθέτει τη μεταβλητότητα τους. δηλαδή τη δυνατότητα να μεταβάλλονται και να προσαρμόζονται στο περι¬βάλλον. Όλα αυτά εμπλουτισμένα με περαιτέρω αποκαλύψεις και κατακτήσεις από τη Βιολογία και τις άλλες συναφείς επιστήμες οδήγησαν στο συμπέρασμα, ότι κάτω από ορισμένες συνθήκες η ζωή δημιουργήθηκε και εμφανίστηκε με τις πιο απλές και ατελείς μορφές της από την ανόργανη ύλη. Ότι αποτελεί μια. την ανώτερη, μορφή ύπαρξης της ύλης. Και ως υλικό φαινόμενο η ζωή ακολούθησε και ακολουθεί τη νομοτελειακή εξελικτική πορεία, με ανώτερο δημιούργημα αυτής της πορείας τον άνθρωπο. Στην εξελικτική πορεία δημιουργίας του ανθρώπινου είδους ειδοποιό διαφορά, που το ξεχώρισε από τα άλλα ανώτερα ζωικά είδη (ανθρωποειδείς πιθήκους). αλλά και που το οδήγησε στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης, αποτέλεσε η εργασία. Η σκόπιμη δηλαδή ενέργεια, με την οποία ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας εργαλεία, που κατασκευάζει, επεμβαίνει στη φύση. για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Ενώ δηλαδή τα άλλα ζωικά είδη περιορίζονται στην απλή πρόσληψη των αναγκαίων, όπως τα παρέχει η φύση. ο άνθρωπος, μόνο αυτός, με την εργασία, χρησιμοποιώντας εργαλεία (απλά, λίθινα στην αρχή) παρεμβαίνει και τροποποιεί κατά τις ανάγκες του τα αγαθά της φύσης, την αναγκάζει, να τα παρέχει, δημιουργεί καινούργια με υλικά, που η φύση του παρέχει. Ο άνθρωπος, όπως εμφανίζεται σήμερα, με τις γνωστικές-νοητικές ικανότητες του. θεωρείται, ότι αποτελεί προϊόν της εργασιακής του
δραστηριότητας.
Στη νομοτέλεια της εξέλιξης υποτάσσεται και η κοινωνία, η κοινωνική οργάνωση. Αν η απο¬κάλυψη της εξέλιξης στον οργανικό κόσμο οφείλεται στο Δαρβίνο, την εξέλιξη της κοινωνίας την α¬ποκάλυψαν οι Μαρξ-Ένγκελς. η μαρξιστική σκέψη, ο ιστορικός υλισμός. Καθοριστικό στοιχείο στην όλη φιλολογία για την εξέλιξη της κοινωνίας αποτελεί η κοινωνιολογική κατηγορία (γενική έννοια) του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού), που σημαίνει κοινωνία σε μία συγκεκριμένη βαθμίδα ανά¬πτυξης. Είναι το κοινωνικό σύστημα, όπως συνήθως ονομάζεται. Ο κάθε κοινωνικο-οικονομικός σχη¬ματισμός (κοινωνικό σύστημα) καθορίζεται από τον τρόπο παραγωγής των αγαθών και από τις αντί¬στοιχες παραγωγικές σχέσεις, που διαμορφώνονται μεταξύ των ανθρώπων στα πλαίσια του συστήμα¬τος. Πέντε κοινωνικά συστήματα έχει αναδείξει η ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας, που αποτελούν σταθμούς στην εξέλιξη της. Αυτά είναι το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, το δουλοκτητικό. Το φεουδαρχικό, το καπιταλιστικό, το κομμουνιστικό. Το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα και το κομμουνιστικό δεν είναι ταξικά-εκμεταλλευτικά. Ταξικά-εκμεταλλευτικά συστήματα είναι το δουλοκτητικό. το φεουδαρχικό και το καπιταλιστικό. Τα κοινωνικά συστήματα ακολουθούν διαδοχικότητα με τη σει¬ρά που καταγράφηκαν παραπάνω, αν και αναφέρονται λαοί. που δεν «πέρασαν» ορισμένα από τα τα¬ξικά συστήματα (πχ οι αρχαίοι Γερμανοί, οι Σλάβοι, οι Μογγόλοι κλπ δεν «πέρασαν» από τη δουλοκτησία ή και τη φεουδαρχία). Από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα «πέρασαν» όλοι οι λαοί. Το κα¬πιταλιστικό σύστημα κατά την εκτίμηση-πρόβλεψη των Μαρξ-Ένγκελς είναι το τελευταίο ανταγωνιστικού-εκμεταλλευτικό σύστημα με το οποίο τελειώνει η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας και νο-μοτελειακά τη θέση του παίρνει το κομμουνιστικό σύστημα, με το οποίο αρχίζει η πραγματική αν-θρώπινη ιστορία.
Στη διαδικασία της εξέλιξης υπόκειται και το πνεύμα, η συνείδηση. Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό η σχέση μεταξύ της ύλης και του πνεύματος, του αντικειμενικού κόσμου και της συνείδη¬σης, του «είναι» και του «συνειδέναι» αποτελεί το «Βασικό Πρόβλημα της Φιλοσοφίας». Στο πρόβλημα αυτό ο διαλεκτικός υλισμός απαντά, ότι η συνείδηση αποτελεί ιδιότητα της ύλης (του εγκεφα¬λικού φλοιού), οργανωμένης σε υψηλότατο βαθμό. Είναι η ιδεατή αντανάκλαση του κόσμου μέσω του εγκεφάλου. Αποτελεί «εγνωσμένο είναι». Υποκειμενική εικόνα του αντικειμενικού κόσμου.
Αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω η εργασία ως η ειδοποιός διαφορά, που ξεχώρισε τον άνθρωπο από τα άλλα ζωικά είδη. Στην ίδια την εργασιακή δραστηριότητα του ανθρώπου σύμφωνα με το διαλε¬κτικό υλισμό οφείλεται και η εμφάνιση και η εξέλιξη-ανάπτυξη της συνείδησης. Μέσω της εργασίας συντελούνταν σε μια μακρά πορεία η υπέρβαση του ενστικτώδους ψυχισμού, που χαρακτηρίζει τα ζώα και διαμορφωνόταν η συνειδητή δραστηριότητα, η συνείδηση. Η εργασία ως συλλογική δραστη¬ριότητα απαιτούσε και επέβαλλε συνεργασία, συντονισμό προσπαθειών, πολύπλευρη και πολύμορφη επικοινωνία-συνεννόηση. παράγοντες όλοι δημιουργίας, εξέλιξης-ανάπτυξης της συνείδησης, αλλά και στοιχεία της. Στα πλαίσια αυτής ακριβώς της συλλογικής εργασιακής δραστηριότητας και της α¬νάγκης συνεργασίας, συντονισμού, συνεννόησης ξεκίνησε και στην πορεία εξελίχθηκε και ολοκληρώθηκε η δημιουργία της γλώσσας, αναπόσπαστα δεμένης με τη συνείδηση. Παράλληλα και ταυτόχρονα διαμορφώνονταν εξελισσόμενα, για να ανταποκρίνονται στις νέες ανάγκες τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου και έγιναν ικανά για την εκφορά έναρθρου λόγου, που αποτελεί την ηχητική αισθητοποίηση της συνείδησης.
Αντίθετη προς την υλιστική φιλοσοφία άποψη για τη σχέση ύλης-πνεύματος έχει η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Ο ιδεαλισμός θεωρεί πρωταρχικό το πνεύμα, ενώ το φυσικό κόσμο, την ύλη τη θεωρεί δευτερεύον, παράγωγο. Και εις μεν την υποκειμενική του εκδοχή, ο υποκειμενικός δηλαδή ιδεαλισμός θεωρεί, ότι ο κόσμος υπάρχει μόνο ως προϊόν της συνείδησης μας, έξω από την οποία είναι ανύπαρκτος, ενώ ο αντικειμενικός ιδεαλισμός υποστηρίζει, ότι το πνεύμα είναι αυθύπαρκτο, πρωταρχική αι¬τία του φυσικού κόσμου, έξω και ανεξάρτητα απ” αυτόν. Πατέρας του αντικειμενικού ιδεαλισμού εί¬ναι ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων, που έπλασε τον κόσμο των Ιδεών, ως τον κόσμο «των όντως όντων», είδωλα ή σκιές των οποίων αποτελεί ο φυσικός (υλικός) κόσμος.
Με την επίγνωση ότι το θέμα εξέλιξη δεν εξαντλείται και ότι η επαρκής έστω κάλυψη του ξε¬περνά τη «χωρητικότητα» ενός άρθρου, θα επαναλάβομε συνοψίζοντας, ότι η εξέλιξη ως συνακόλου¬θο της υλικότητάς του αφορά σύμπαντα τον αντικειμενικό κόσμο σε όλες τις εκφάνσεις του.
Λίγα λόγια μόνο για τη σχέση εξέλιξης-θρησκείας.
Η θρησκεία γενικώς, η κάθε θρησκεία, εκφράζουσα, όπως διακηρύσσει, την «εξ αποκαλύψεως» από το «υπέρτατον», «υπερκόσμιον» ον απόλυτη αλήθεια, παρουσιάζει τον κόσμο ως δημιουργία του υπέρτατου αυτού όντος και φυσικά δημιουργία απόλυτα «τετελεσμένην», ολοκληρωμένη, δοσμέ¬νη «μια κι όξω». Άποψη λοιπόν, που θα παρουσίαζε τη δημιουργία όχι απλά δεκτική αλλά νομοτελει¬ακά υποκείμενη σε αέναη μεταβολή-εξέλιξη-βελτίωση. θα αποτελούσε έμμεση αμφισβήτηση της θρη-σκευτικής διδασκαλίας περί δημιουργίας και δημιουργού. Αυτή η αντίφαση γίνεται ιδιαίτερα έκδηλη σε σχέση με τον οργανικό κόσμο (ζώα-φυτά). όπου το απόλυτα «τετελεσμένον» της δημιουργίας, ό¬πως τουλάχιστον καταγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις Κεφ. α, 20-30, Κεφ. β, 7-8, 21-22) εί¬ναι ιδιαίτερα εμφανές. Το πράγμα είναι εντελώς φυσικό, αφού την εποχή, που εγράφη η Γένεσις, γενι¬κότερα την εποχή, που διαμορφώνονταν οι θρησκείες, δεν ήτο δυνατόν, να είναι γνωστά τα σχετικά με την εξέλιξη. Η μέχρι τότε εξέλιξη του ανθρώπου και της γνώσης του δεν του επέτρεπε, να συλλάβει την ιδέα της εξέλιξης.
Ακόμη και οι πρώτοι φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας Θαλής, Αναξίμανδρος. Αναξιμένης, Ηράκλειτος, που, όσο τους επέτρεπαν οι τότε συνθήκες, κατέληξαν στην αναγωγή του κόσμου σε μια υλική «αρχή» (ύδωρ, άπειρον, αήρ. πυρ) και τον «έβλεπαν» συνεχώς κινούμενο και μεταβαλλόμενο, ακόμη και αυτοί δε μπορούσαν, να φτάσουν και δεν έφτασαν στη σύλληψη της ιδέας της εξέλιξης, όπως τη συνέλαβε και την ανέπτυξε η σύγχρονη φυσική-φυσιογνωστική επιστήμη και η φιλοσοφία.
Τον κόσμο και οι αρχαίοι φιλόσοφοι τον «έβλεπαν» «τετελεσμένον» και η κίνηση, που του α¬πέδιδαν είχε εν πολλοίς χαρακτήρα μηχανικής κίνησης, όχι εξέλιξης.
Πολύ περισσότερο δεν μπορεί, να συμβιβαστεί με την ιδέα της εξέλιξης η οντολογική διδα¬σκαλία της (κάθε) θρησκείας, αφού η θρησκεία αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου, να ερμηνεύσει τον κόσμο. Μια προσπάθεια μυθολογούσα και όχι ορθολογούσα.
Και αξίζει να σημειωθεί, ότι το μυθολογικό-εξωλογικό χαρακτήρα της θρησκευτικής οντολο¬γίας τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν πρώτοι και καλύτεροι οι θρησκευόμενοι, (απλοί πιστοί ή θεωρητικοί των δογμάτων), για όλες τις θρησκείες εκτός βέβαια εκείνης την οποία καθένας τους ασπάζεται και πιστεύει.