Καταγγέλει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Ζωοτροφών
Άκρως επικίνδυνη και επιπόλαια θεωρεί την απόφαση του ΥΠΑΑΤ για την υπαγωγή σε καθεστώς αγορανομικής διάταξης της Βιομηχανίας Παραγωγής Ζωοτροφών, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Ζωοτροφών. Συγκεκριμένα σε ανακοίνωση που εξέδωσε την οποία υπογράφει ο πρόεδρος του Συνδέσμου κ. Ηλίας Μελισσουργός, αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Με δεδομένο ότι η Βιομηχανία Ζωοτροφών στην Ελλάδα, είναι εκείνη που έχει θωρακίσει την κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας μας, απέναντι στα διατροφικά σκάνδαλα και τον διατροφικό εφιάλτη που έζησε η Ε.Ε., στον βωμό της ανταγωνιστικότητας, αποτελεί, όπως προκύπτει αβίαστα ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και στήριξη της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ.
Ο αφανισμός της Βιομηχανίας Παραγωγής Ζωοτροφών που επιχειρείται στην Ελλάδα, με την υπαγωγή της σε καθεστώς αγορανομικής διάταξης, αφενός θα εξυπηρετήσει τον “Βαλκανικό Ανταγωνισμό” και αφετέρου ανοίγει μία σκοτεινή πόρτα περιήγησης στην διατροφική ανασφάλεια ναρκοθετώντας τον διατροφικό πολιτισμό της χώρας μας». Επίσης στην ίδια ανακοίνωση υπογραμμίζεται: «Η οριοθέτηση του κύκλου εργασιών στα € 5.000.000 και άνω για την υποχρέωση υποβολής τιμοκαταλόγων, καταργεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, την στιγμή μάλιστα όπου η μελέτη του Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γ. Ζέρβα, που του παραγγέλθηκε από το ΥΠΑΑΤ, έχει καταδείξει ότι οι μικρές επιχειρήσεις, με κύκλο εργασιών κάτω των € 5.000.000, διακινούν στην Ελλάδα του 64% των ζωοτροφών. Ο ορισμός “σύνθετες συσκευασμένες ζωοτροφές εκτροφής παραγωγικών ζώων” εξαιρεί αυτόματα την διακίνηση των χύμα σύνθετων ζωοτροφών, εκ των οποίων οι χύμα ζωοτροφές που προορίζονται για την πτηνοτροφία και την χοιροτροφία αποτελούν το 80% αυτών. Δηλαδή, συνοψίζοντας τα δύο παραπάνω ποσοστά, πλέον του 80% των Παραγωγών Ζωοτροφών εξαιρούνται οποιουδήποτε ελέγχου! Και εναπομένουν περί τις 10 μόνο Βιομηχανίες Παραγωγής Ζωοτροφών που θα υποχρεώνονται να υποβάλλουν και να ελέγχονται. Σε μία ελλειμματική αγορά όπως η Ελληνική, που η επάρκεια της βασίζεται στις εισαγωγές και άρα στον προγραμματισμό μελλοντικών προμηθειών, με όλα τα ρίσκα που αυτό συνεπάγεται, και με αποφάσεις οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται εντός ωρών (χρηματιστήριο αγοράς πρώτων υλών), κάθε παρεμβατική διαδικασία –τύπου Αγορανομική Διάταξη – που αγνοεί τους βασικούς όρους της αγοράς: • καταργεί την ομαλότητα τροφοδοσίας της αγοράς, • διαταράσσει τον παραγωγικό σχεδιασμό, και • ανατρέπει οικονομικούς προγραμματισμούς με απρόβλεπτες συνέπειες στην εκτέλεση των παραγγελιών και στον επαρκή εφοδιασμό των κτηνοτροφικών μονάδων. Τα αποθέματα σιτηρών στην Βιομηχανία Ζωοτροφών της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας επαρκούν 7 – 10 ημέρες και στις Νησιωτικές περιοχές 15-35 ημέρες. Με αυτή την συχνότητα προμηθειών και με τις συνεχείς αλλαγές των τιμών του χρηματιστηρίου πρώτων υλών, είναι πρακτικά και ανθρωπίνως αδύνατον να συντάσσουμε “ισολογισμό” και να υποβάλλουμε τιμοκαταλόγους. Συνεπώς, ή θα πρέπει να παρανομούμε ή να αναστείλουμε την λειτουργία μας στην Ελλάδα και να μεταφέρουμε την παραγωγή άριστων, αξιόπιστων και ποιοτικών Ζωοτροφών, εκτός Ελλάδας».