Γράφει ο Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος
I. Η «γομολάστιχα» της ιστορικής μνήμης σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται για τη σκόπιμη ή μη διαγραφή ιστορικών γεγονότων από τη συλλογική μνήμη, όταν η τελευταία οφείλει με τρόπο μηχανικό να ξεχάσει. Στο σημείο αυτό δεν είναι το γεγονός που απωθείται, που εξοβελίζεται ως κάτι που πονά, είναι η βίαιη παρέμβαση που συχνά διαστρέφει την ιστορική αλήθεια και έτσι παραπλανά. Με τον τρόπο αυτό ο ιστορικός αναθεωρητισμός προσπαθεί να πείσει ότι ακόμη και για το ιστορικό γεγονός θα πρέπει να έχουμε αμφιβολίες, αν αυτό συνέβη ή όχι, αν αυτό συνέβη όπως γράφουν ότι συνέβη ή όχι, αν αυτό συνέβη ακριβώς όπως γράφουν και λένε ότι συνέβη ή όχι. Η μετατόπιση από το γεγονός στο λόγο για το γεγονός με στόχο το γεγονός και όχι την αλήθεια για το γεγονός ή την επιστημονική προσπάθεια να χτιστεί μια έγκυρη και αληθής ερμηνεία, προφανώς αποτυπώνει μια πρωθύστερη διαδικασία που αμφισβητεί η ίδια αυτό που έρχεται να ερευνήσει, την αλήθεια. «Η αλήθεια δεν θα μας ξεφύγει», παραθέτει και υποστηρίζει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο δοκίμιό του «Πάνω στην έννοια της Ιστορίας». Ο ίδιος δεν κατάφερε να ξεφύγει από το ναζιστικό κλοιό, αφήνοντας την τελευταία πνοή του λίγο πριν περάσει τα σύνορα, στο Πορτμπού, μια πόλη των γαλλο-ισπανικών συνόρων στα Πυρηναία. Και αυτή είναι η αλήθεια.
Το πλαίσιο εργασίας του ιστορικού δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να είναι το γεγονός, ο σκοπός, όμως, είναι η ερμηνεία των γεγονότων και η κατασκευή μιας θεωρίας γι’ αυτά. Μια θεωρία που θα αγνοεί το γεγονός και τη βαρύτητα στοιχείων του γεγονότος δεν φιλοδοξεί να επιτελέσει το ρόλο της και συμμαχεί με την αναλήθεια, με αυτό που ενώ παρουσιάζεται ως σημαντικό στην ουσία του είναι και ασήμαντο και παραπλανητικό ως προς τη σημασία του γεγονότος αυτού καθαυτού. Η ολοένα και αυξανόμενη τάση προς τον ιστορικό αναθεωρητισμό, που ξεκίνησε από τη γλωσσική στροφή στην Ιστορία, αλλά μάκρυνε ακόμη και από αυτήν, δημιουργεί ένα πλαίσιο ερμηνειών που επιδρούν πάνω στο γεγονός και αλλοιώνουν την ιστορική του διάσταση, ως κάτι που εκ των υστέρων κατασκευάζεται για να συμφωνήσει με ανάγκες του παρόντος χρόνου και όχι με τους σκοπούς της ιστορικής έρευνας. Αυτές οι κατασκευές μπορούν να ανιχνευτούν σε ποικίλες εκδηλώσεις που αφορούν την ιστορική μνήμη και αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως ιστορικό μας παρελθόν. Η πορεία είναι αντίστροφη και εκκινά από αυτή τη μνήμη για να προβληθεί πάνω στο ιστορικό παρελθόν, ώστε αυτό να μοιάζει ανήμπορο να αντιδράσει στην όποια διαστρέβλωση.
Ένα παράδειγμα ιστορικού αναθεωρητισμού αποτελεί και η σχετικοποίηση της αναμέτρησης φασισμού-αντιφασισμού κάτω από την ασφαλή εννοιολογική ουδετερότητα της «βίας». Είναι προφανές πως κάτω από την ποσοτικοποίηση της βίας και στην ελληνική περίπτωση της κατοχής και αντίστασης αποκρύπτονται τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της βίας, τα οποία και χάνονται μέσα στις μελέτες τοπικών περιπτώσεων, οι οποίες τελικά συγκρίνουν ανόμοια πράγματα. Πώς μπορεί η βία του κατακτητή να συγκρίνεται με τη βία του κατακτημένου λαού που αντιστέκεται και μάχεται για την ελευθερία του; Τέλος η ίδια η αυτονόμηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων αφορά και την ιστορική μνήμη. Μπορεί να είναι αναγκαία η μελέτη τους και η ανάδειξή τους για τη συνολική γενική εικόνα του πολέμου, αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται με το σωστό τρόπο, μέσα από τη διαλεκτική σχέση του μερικού και του καθολικού. Έτσι το ίδιο το γεγονός θα φωτίζεται καλύτερα και ο λόγος μας για την ιστορική αλήθεια θα είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Στην περίπτωση των ολοκαυτωμάτων, για παράδειγμα, για τα οποία πρόσφατα πραγματοποιήθηκε και συνέδριο, που δεν ήταν αμιγώς ιστορικό, -«Τα Πολεμικά Ολοκαυτώματα και ειδικά εκείνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» (Βιάννος Ηρακλείου, 16-17 Σεπτεμβρίου 2011)- θα έπρεπε να γίνει αναφορά και στα ολοκαυτωμένα χωριά της επαρχίας Αμαρίου, Άνω Μέρος, Γουργούθοι, Γερακάρι, Βρύσες, Σμιλές, Δρυγιές, Καρδάκι, Λοχριά και όχι επιλεκτικά η ιστορική μνήμη να αφορά μέρος από αυτά. Η ναζιστική βία δεν έκανε διακρίσεις και την επιλεκτική μνήμη πρώτη η σημερινή Γερμανία τη χρησιμοποιεί στην επιμονή της να μην καταβάλλει τις πολεμικές αποζημιώσεις.
Στο πλαίσιο της σχετικοποίησης φασισμού–αντιφασισμού εντάσσεται και η ιστορία του θωρηκτού Μπίσμαρκ και το πώς διαμορφώνεται η πρόσληψη του γεγονότος από την μετέπειτα ιστορική μνήμη.
II. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Τιτανικός (1997) και ειδικός στις υποβρύχιες λήψεις Τζέιμς Κάμερον δεν θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά από το ναυάγιο του θωρηκτού Μπίσμαρκ. Έτσι την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2002 μπόρεσε να κινηματογραφήσει το ναυάγιο με τη χρήση υποβρύχιων ρομπότ. Η προσπάθεια οδήγησε στη δημιουργία του ντοκιμαντέρ του National Geographic «Ποιος βύθισε το Μπίσμαρκ;», παραγωγής 2002. Ο Κάμερον, όπως και στην περίπτωση του Τιτανικού, καταλήγει στην κατασκευή μιας αφήγησης, που πατά σε αφηγήσεις, αρχειακό υλικό και σε γερές δόσεις της φαντασίας του, της δικής του πρόσληψης αυτού που συνέβη, με προφανείς, όμως, στόχους. Γι’ αυτόν η Ιστορία και η μυθοπλασία μπορούν να έχουν κοινές αφετηρίες. Με το τελευταίο ως δεδομένο κατέληξε στον ισχυρισμό πως το Μπίσμαρκ δεν είχε χτυπηθεί αρκετά στο κουφάρι του, ώστε να δικαιολογείται η βύθισή του με τορπίλες. Αντίθετα διαπίστωσε πως εσωτερικές αιτίες έκαναν το θωρηκτό να εκραγεί, με άλλα λόγια η θωράκισή του άντεξε στις εξωτερικές αιτίες και οι τορπίλες δεν προκάλεσαν σημαντική ζημιά σ’ αυτήν. (William J. Broad, «Visiting Bismarck, Explorers Revise Its Story», New York Times, 3 December 2002).
Τι θέλει να μας πει ο Κάμερον και όσοι επιχειρούν ακόμη και σήμερα να «ξαναδιαβάσουν» την ιστορία του θωρηκτού; Το Μπίσμαρκ σήκωσε σημαία παράδοσης, την οποία αγνόησαν οι Βρετανοί. Αυτό είναι το πρώτο σενάριο για το οποίο δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο Κάμερον. Το δεύτερο αφορά το αν η βύθιση του Μπίσμαρκ έγινε από το πλήρωμά του που δεν ήθελε να πέσει το θωρηκτό στα χέρια του εχθρού και έτσι ξεκίνησε τη διαδικασία αυτοβύθισης. Και ο Κάμερον συνεχίζει να μας λέει: Το θωρηκτό ούτε την ύστατη στιγμή της βύθισης δεν έχασε ίχνος από τη δόξα του, ότι οι ναύτες του ήταν ήρωες, αφού αρνήθηκαν την παράδοση και προτίμησαν τον υγρό τάφο, ότι αξίζουν και τα δύο- ναύτες και θωρηκτό- την προσοχή μας ως κάτι σημαντικό και αξιοθαύμαστο, για λόγους που ο ίδιος ο σκηνοθέτης θα υπαγορεύει. Τι συμβαίνει λοιπόν, όταν ακόμη και από το σκοτάδι του βυθού αναδύεται μια αλήθεια που αγνοεί το γεγονός ενώ διατείνεται για το αντίθετο;
III. Το γεμάτο ατσάλι Μπίσμαρκ αποτέλεσε ένα σύμβολο της γερμανικής ισχύος, αφού αποτελούσε ένα ναυπηγικό επίτευγμα -το Μπίσμαρκ ναυπηγήθηκε την περίοδο 1936-1939 στο Αμβούργο- και μια λαμπρή κατασκευή της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας. Με άλλα λόγια αποτελούσε την υλική διάσταση της ανωτερότητας του εθνικοσοσιαλισμού και της πραγματικής προσπάθειας που κατέβαλε η ναζιστική Γερμανία να δώσει ώθηση στην οικονομία της μέσω της οικονομίας του πολέμου. Επόμενο ήταν στην αναμέτρηση των ωκεανών το θωρηκτό Μπίσμαρκ να αποτελέσει τη δύναμη ισχύος στους στρατηγικούς σχεδιασμούς. Η παρουσία του αποτελούσε πραγματικό και συνάμα συμβολικό στόχο των συμμαχικών δυνάμεων, κυρίως, του βρετανικού ναυτικού. Άλλωστε το Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη Ιουνίου 1940 ήταν το μόνο κράτος που φαινόταν να αντέχει στη δύναμη της ναζιστικής πολεμικής μηχανής που καταχτούσε την Ευρώπη. Ήδη ο Χίτλερ κατέστρωνε τα σχέδια της ανατολικής εκστρατείας (σχέδιο «Μπαρμπαρόσα») και αναμόρφωνε το χάρτη των Βαλκανίων με την επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και την μετέπειτα είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941.
Στις θάλασσες, όπως στον προηγούμενο πόλεμο, η υποβρύχια απειλή παρεμπόδιζε τις ζωτικής σημασίας διαδρομές των εμπορικών συμμαχικών νηοπομπών. Οι τορπίλες του αρχικά μικρού γερμανικού στόλου υποβρυχίων (περίπου 40 υποβρύχια το 1939, τα περισσότερα μικρά) έστειλαν στο βυθό του Ατλαντικού και της Βόρειας Θάλασσας εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 3.000.000 τόνων το διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Μαΐου 1941. Η αποτελεσματικότητα των αθέατων υποβρυχίων, με την ολοένα και πιο συχνή συνδρομή των γερμανικών καταδρομικών, έθετε υπό αμφισβήτηση τον διά θαλάσσης ασφαλή ανεφοδιασμό της Βρετανίας. Παράλληλα, στο διάστημα από τις 23 Ιανουαρίου έως τις 22 Μαρτίου 1941 τα γερμανικά καταδρομικά «Scharnhorst» και «Gneisenau» κατάφεραν ισχυρά πλήγματα στις βρετανικές εμπορικές νηοπομπές με τις εξόδους τους στον Ατλαντικό. Οι διάχυτες ανησυχίες για την έκβαση του ναυτικού πολέμου πέρασαν και στην άλλη όχθη του ωκεανού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Γερμανική Ναυτική Διοίκηση του ναυάρχου Ρέντερ (Raeder) έκρινε, την άνοιξη του 1941, πως είχε φθάσει η στιγμή για μια συντονισμένη έξοδο στον Ατλαντικό (επιχείρηση Rheinabung) των κύριων πλοίων μάχης που διέθετε, έτσι ώστε να υποχρεώσει τους Βρε¬τανούς να σκορπίσουν ακόμη περισσότερο τα πολεμικά τους στην προστασία νηοπομπών. Με αιχμή το θωρηκτό Μπίσμαρκ και τη συνδρομή τριών ακόμη καταδρομικών η επιχείρηση «Ρήνος» προέβλεπε πως η γερμανική δύναμη θα περνούσε από τα σκανδιναβικά στενά αναζητώντας μία σύγκρουση με το βρετανικό στόλο με μοναδικό στόχο μια νίκη ουσίας και γοήτρου συνάμα. Τελικά από τα διαθέσιμα καταδρομικά μόνο το «Prinz Eugen» μπορούσε να συνδράμει το Μπίσμαρκ, καθώς τα υπόλοιπα δύο παρουσίασαν μηχανικές βλάβες. Ο επικεφαλής της επιχείρησης, ναύαρχος Λούτγενς (Lutjens), οδήγησε τη μοναχική αυτή έξοδο στον ωκεανό. Το πρωινό της 21ης Μαΐου 1941 τα δυο πλοία έφτασαν στο Μπέργκεν (Bergen), πύλη της Νορβηγίας προς τον ωκεανό, αφού διέπλευσαν τη Βαλτική και τη Βόρεια Θάλασσα. Ο Βρετανός ναύαρχος Τόβεϊ (Tovey) ήταν ενήμερος για την εκεί παρουσία των πλοίων, τα οποία ανεφοδιάστηκαν με καύσιμα (το «Bismarck» δεν γέμισε πλήρως τις δεξαμενές του), έσβησαν τα διακριτικά τους και ετοιμάστηκαν για αναχώρηση το βράδυ της ίδιας μέρας, στιγμή που αγνοούσαν οι Βρετανοί.
Η αναζήτηση της θέσης του Μπίσμαρκ και του «Prinz Eugen» υπήρξε η πρωταρχική μέριμνα για το βρετανικό πολεμικό ναυτικό. Η συνεχής μετακίνησή τους και οι συχνές αλλαγές κατεύθυνσης δυσκόλευαν τον εντοπισμό. Οι διαταγές προς το στόλο είχαν διαβιβαστεί έγκαιρα και τα θωρηκτά «Hood» και «Prince of Wales» ήδη είχαν πορεία προς τα Στενά της Δανίας (πέρασμα 30-40 ναυτικών μιλίων μεταξύ Γροιλανδίας και Ισλανδίας), με αποστολή την αποτροπή της εξόδου του Μπίσμαρκ στον ωκεανό. Στις 23 Μαΐου η επαφή με τον εχθρικό στόλο έγινε εφικτή από βρετανικά καταδρομικά που περιπολούσαν στο πέρασμα. Αμέσως δόθηκαν εντολές στο «Hood» για επίθεση, όμως το εχθρικό στίγμα συχνά χανόταν μέσα στην ομίχλη και οι προθέσεις του εχθρού παρέμεναν αδιευκρίνιστες. Στις 5.37 το πρωί της 24ης Μαΐου οι καπνοί των βρετανικών πλοίων μπήκαν στο οπτικό πεδίο του Μπίσμαρκ. Με ελιγμούς το «Hood» σε μία κατά μέτωπο προσέγγιση των γερμανικών πλοίων πήρε θέση άμεσης εμπλοκής. Οι πρώτοι κανονιοβολισμοί της συστοιχίας πυροβόλων (8 πυροβόλα των δεκαπέντε ιντσών) του «Hood» έπεσαν κοντά στο «Prinz Eugen» αλλά δεν το χτύπησαν. Στις 5.55 π.μ. ο πλοίαρχος του «Bismarck», Λίντεμαν (Lindemann) έδωσε εντολή για ανταπόδοση των πυρών. Τα πυρά βλημάτων δεκαπέντε ιντσών διαπέρασαν το θωρηκτό κατάστρωμα του «Hood» που, μέσα σε λίγα λεπτά, ανατινάχθηκε. Επέζησαν μόνο τρεις από τους 1.415 άντρες του πληρώματος. Το καινούργιο θωρηκτό «Prince of Wales» δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την απειλή και απομακρύνθηκε.
Τα γερμανικά πλοία, μετά τη μάχη, άλλαξαν πορεία με στόχο την έξοδο στον ωκεανό. To Μπίσμαρκ είχε χτυπηθεί από τρία βλήματα των δεκατεσσάρων ιντσών και, με λιγοστά καύσιμα, αποφασίστηκε να κατευθυνθεί προς τη Γαλλία για επισκευή. Η καταδίωξη του πλοίου στις απέραντες εκτάσεις του Ατλαντικού πήρε επικές διαστάσεις, καθώς σχεδόν ολόκληρος ο βρετανικός στόλος, από τα νησιά Σέτλαντ και το Σκάπα Φλόου ώς το Γιβραλτάρ, πήρε μέρος σε αυτήν. Τον αποφασιστικό ρόλο τόσο στην επισήμανση του πλοίου όσο και στην πρόκληση καίριων ζημιών σε αυτό, είχαν τα αεροπλάνα των βρετανικών αεροπλανοφόρων, του «Ark Royal» κυρίως. Το πρωινό της 27ης Μαΐου 1941 τα βρετανικά θωρηκτά «King George V» και «Rodney», με την καθοδήγηση των αεροπλάνων, πλησίασαν το ήδη βαριά χτυπημένο «Bismarck». Στις 11 της ίδιας ημέρας, το Μπίσμαρκ χάθηκε στα νερά του ωκεανού. Από τους 2.131 άντρες του μόνο οι 115 επέζησαν.
Το ναυάγιο του Μπίσμαρκ ανακαλύφθηκε σε βάθος 4.790 μέτρων (15.700 πόδια) στις 8 Ιουνίου του 1989 από τον ωκεανογράφο Robert Ballard, ο οποίος ευθύνεται και για την ανακάλυψη του Τιτανικού το 1985. Με τη βύθισή του οι σύμμαχοι έστειλαν σε βαθιά νερά ένα πλοίο-σύμβολο του ναζισμού, έδωσαν τότε, το 1941, μια γερή απάντηση σε φιλοδοξίες που ήθελαν τον αφανισμό του ανθρώπου. Και αυτή είναι η αλήθεια.

Επιθεώρηση πάνω στο Μπίσμαρκ από τον Χίτλερ στις 5 Μαΐου 1941. Δεξιά του ο πλοίαρχος Lindemann.

Χάρτης με το τελικό σημείο βύθισης του Μπίσμαρκ, δυτικά του λιμανιού της Βρέστης.