Από τη Δουνκέρκη στη Μάχη της Αγγλίας

luf1

Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος

I. Στην Ευρώπη η επέλαση της Βέρμαχτ μετά και την εισβολή στην Πολωνία υπήρξε ραγδαία. Στις 10 Μαΐου του 1940 αρχίζει ο πόλεμος στο Δυτικό Μέτωπο. Η Λουφτβάφε σε μια επίδειξη ισχύος ισοπεδώνει το Άμστερνταμ, ενώ με την κίνηση των Αρδεννών στις 18 Μαΐου ο γαλλικός στρατός κυκλώνεται και διασπάται. Ο στόχος του γερμανικού επιτελείου να κυκλώσει τις δυνάμεις των Αγγλογάλλων στο έδαφος του Βελγίου δείχνει να πραγματοποιείται, με μοναδική ελπίδα διαφυγής για τους συμμάχους τη Δουνκέρκη.  Από τη Δουνκέρκη και το λιμάνι της επιχειρείται ο απεγκλωβισμός των συμμαχικών δυνάμεων και το πέρασμα τους στην Αγγλία. Ήταν πραγματικός άθλος η εγκατάλειψη των ευρωπαϊκών εδαφών για ένα στρατό ηττημένο, που δεχόταν συνεχώς το σφυροκόπημα της Βέρμαχτ. Παρά τους δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτους που έπεσαν στα χέρια του Άξονα, καθώς και το πολεμικό υλικό, σε περίπτωση που δεν ήταν επιτυχής ο απεγκλωβισμός τα πράγματα θα ήταν τραγικά για τους συμμάχους στην προσπάθειά τους να οργανώσουν κάποια στοιχειώδη στρατιωτική αντίσταση στον Άξονα μετά και την πτώση της Γαλλίας. Εκεί διαφαινόταν πως σύντομα ο Χίτλερ θα έστρεφε την προσοχή του, αφού ήδη ήταν έτοιμα τα επιχειρησιακά σχέδια για την κατάληψη του νησιού. Με την κατάρρευση της γαλλικής Δημοκρατίας στις 10 Ιουλίου 1940 η Μεγάλη Βρετανία αποτελούσε την τελευταία αστική δημοκρατία που θα μπορούσε να μπει εμπόδιο στην επέλαση του ναζισμού στην Ευρώπη. Ήταν η ώρα για τον Χίτλερ να θέσει σε εφαρμογή ένα πολύπλοκο σχέδιο για την αποβίβαση γερμανικών δυνάμεων στις απέναντι ακτές της Μάγχης. Προϋπόθεση για την αίσια έκβαση ενός τέτοιου εγχειρήματος ήταν η επικράτηση της Γερμανίας στη θάλασσα και στον αέρα πάνω από το στενό της Μάγχης. Για την Αγγλία επίσης ήταν η ώρα της ύστατης υπεράσπισης των αξιών μιας ολόκληρης ηπείρου, με την έμπρακτη έκφραση της δικής της ισχύος έναντι των Γερμανών στο ναυτικό στόλο και στην αεροπορία.

Advertisement

Ενώ τα μηνύματα για μια επικείμενη απόβαση στις βρετανικές ακτές συνεχώς πληθαίνουν, οι Βρετανοί προετοιμάζονται έχοντας ήδη υποστεί ένα ισχυρό χτύπημα στην Δουνκέρκη, από το οποίο και προσπαθούν τάχιστα να συνέλθουν. Δεν είναι μόνο οι προετοιμασίες στους καθαρά στρατιωτικούς τομείς που προτάσσονται ως επιτακτική ανάγκη. Μια ολόκληρη κοινωνία παίρνει την απόφαση να αντισταθεί και να προετοιμαστεί για αυτήν την αντίσταση. Ο παραλληλισμός με τα όσα θα διαδραματιστούν τον επόμενο χρόνο στην Κρήτη είναι εντυπωσιακός. Μόνο που στην περίπτωση της Κρήτης δε θα απαντηθούν όλα τα ζητήματα με επιτυχία με ευθύνη κυρίως των βρετανών. Παρόλου που τα μεγέθη και η αποτρεπτική ικανότητα μεταξύ των δύο περιπτώσεων απαγορεύει την όποια σύγκριση, τα ζητήματα που απασχόλησαν την βρετανική κοινωνία πριν την απόβαση είναι τα ίδια ακριβώς ζητήματα που θα απασχολήσουν την κρητική κοινωνία πριν την γερμανική επίθεση στο νησί το διάστημα πριν το Μάιο του 1941. Ως τέτοια αναφέρουμε την αμυντική οργάνωση των πόλεων, τη δημιουργία πολιτοφυλακής, την οργάνωση των αμάχων και την ψυχολογική προετοιμασία του πληθυσμού για την επερχόμενη επίθεση.

Επειδή δεν ήξεραν ακριβώς τη μορφή που η γερμανική επίθεση θα λάμβανε οι Βρετανοί ετοιμάστηκαν για όλα τα ενδεχόμενα σενάρια. Έτσι θωράκισαν αμυντικά τις ακτές τους, τοποθέτησαν παράκτια και μη πολυβολεία, δημιούργησαν παρατηρητήρια και στα πιο απίθανα μέρη για την εποπτεία του ουρανού, οργάνωσαν καταφύγια και σχέδια διαφυγής, έθεσαν σε λειτουργία τα ραντάρ και ανάμεσα σε πολλά άλλα προετοίμασαν τον πληθυσμό σε περίπτωση που θα ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τους Γερμανούς εισβολείς. Σε σχετικό φυλλάδιο με οδηγίες για την πολιτική προστασία που διανεμήθηκε στον πληθυσμό αναφερόταν, για παράδειγμα, πως αν οι Γερμανοί έπεφταν με αλεξίπτωτα ο πληθυσμός όφειλε να παραμείνει ακίνητος, στις θέσεις του. Έτσι δεν θα παρακωλύονταν οι συγκοινωνίες για την έγκαιρη προώθηση του στρατού στα σημεία ρίψης. (If The Invader Comes. What To Do And How To Do It, HMSO, 1940) Παράλληλα με την ψυχολογική προετοιμασία η βρετανική ηγεσία έπαιρνε και πιο πρακτικά μέτρα. Προχώρησε έγκαιρα στην εκκένωση των μεγάλων πόλεων από τις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, κυρίως των παιδιών, τα οποία μεταφέρθηκαν στην ύπαιθρο. Ενεργοποιήθηκε τέλος η Πολιτοφυλακή με εντολή του ίδιου του Τσώρτσιλ, η οποία και επανδρώθηκε από τον άμαχο πληθυσμό και όσους δεν μπορούσαν να υπηρετήσουν στο τακτικό στράτευμα. Επίσημα από τις 22 Ιουλίου 1940 η Πολιτοφυλακή θα χρησίμευε ως δύναμη κάλυψης των τακτικών μονάδων του στρατού και σε περίπτωση εισβολής προβλεπόταν η μετατροπή της σε στρατό ατάκτων. Η Αγγλία την παραμονή της μάχης ήταν έγκαιρα και σωστά προετοιμασμένη απέναντι στον εχθρό.

II. Στις 10 Ιουλίου 1940, ημέρα Τετάρτη, μέσα από το συννεφιασμένο ουρανό πάνω απ’ το κανάλι του Ντόβερ με ζώνες καταιγίδας, πρόβαλαν πάνω από 20 βομβαρδιστικά της Λουφτβάφε (Luftwaffe) με την κάλυψη μαχητικών αεροπλάνων Messerschmitt 109 και Messerschmitt 110. Ο στόχος τους ήταν να πλήξουν νηοπομπή εμπορικών πλοίων στο κανάλι της Μάγχης. Από τα αεροδρόμια Biggin Hill, Croydon και Manston η Βασιλική Αεροπορία της Βρετανίας (R.A.F) σήκωσε χωρίς χάσιμο χρόνου μαχητικά αεροπλάνα Spitfires και Hurricane για εμπλοκή. Εκείνη την ημέρα, πρώτη μέρα εφαρμογής της γερμανικής επι¬χείρησης που προέβλεπε ως τελική κατάληξή της την απόβαση στη Βρετανία (επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέοντας»), πραγματοποιήθηκε κατά κύματα εμπλοκή πάνω από 100 αεροσκαφών και από τις δυο πλευρές. Τα βομβαρδιστικά Dornier’s 17 (Do’s 17) βύθισαν ένα εμπορικό πλοίο, ενώ οι εναέριες απώλειες ήταν 13 μαχητικά για τη Λουφτβάφε και 3 για τη RAF. Η Μά¬χη της Αγγλίας μόλις ξεκινούσε.

Από τα τέλη του 1939 ο Χίτλερ είχε εξετάσει την κατάκτηση της Βρετανίας. Μετά την κατάληψη του Παρισιού από τα γερμανικά στρατεύματα στις 14 Ιουνίου 1940 γινόταν προβλέψιμη η επόμενη κίνηση του Χίτλερ στη σκακιέρα του δυτικού μετώπου. Ήδη από τις 2 Ιουλίου είχε δοθεί εντολή να προετοιμαστούν τα σχέδια της απόβασης που, κάτω από την επίδραση των πιο αισιόδοξων προβλέψεων, τοποθετούσαν την ολοκλήρωση των προετοιμασιών όχι πριν από τις 13 Αυγούστου, που ορίστηκε ως πρώτη ημερομηνία της επίθεσης («Ημέρα του Αετού»). Στις 16 Ιουλίου το σχέδιο της απόβασης είχε ολοκληρωθεί από το στρατό. Η απόβαση θα γινόταν σε μια παράκτια ακτίνα 265 μιλίων με 13 μεραρχίες πε¬ζικού. Το γερμανικό πολεμικό ναυτικό θα αναλάμβανε τη μεταφορά τους. Το τελευταίο όμως είχε υποστεί βαριά πλήγματα στη διάρκεια της επίθεσης στη Νορβηγία και ελάχι¬στες από τις μεγάλες ή μικρές μονάδες του ήταν διαθέσιμες.

Στην αντίπερα όχθη ο αντίπαλος ήταν επίσης αποδυναμωμένος. Η Βρετανία, μετά την ήττα των συμμαχικών δυνάμεων στη Γαλλία, χρειαζόταν χρόνο για να ανασυνταχθεί και να αντιμετωπίσει την επερχόμενη απειλή. Ιδιαί¬τερη προσοχή είχε δοθεί στο αντιαεροπορι¬κό αμυντικό σύστημα από το 1936 και μετά, όταν ιδρύθηκε η Πολεμική Διοίκηση με αρ¬χηγό τον Μάρσαλ Ντόουντινγκ (Marshal Dowding). Το σύστημα αποτελούσαν 53 ρα¬ντάρ, 1.300 βαριά και 700 ελαφριά αντιαερο¬πορικά πυροβόλα και 3.500 προβολείς ανί¬χνευσης. Στον αέρα η RAF έπρεπε να επαν¬δρώσει τα μαχητικά με νέους απειροπόλε¬μους πιλότους, καθώς είχαν χαθεί 445 πιλό¬τοι στη Μάχη της Γαλλίας, και να αναπληρώ¬σει τις υλικές της απώλειες με την κατασκευή νέων αεροσκαφών και παράλληλη επιδιόρ¬θωση των παλιών. Ο Ντόουντινγκ, από τη συ¬νολική στις αρχές Ιουλίου δύναμη 900 μαχητικών, μπορούσε να κρατήσει στον αέρα την ίδια στιγμή 600 μαχητικά. Η Λουφτβάφε που υπερτερούσε στον αριθμητικό συσχετισμό δυνάμεων μπορούσε επιχειρησιακά να χρη¬σιμοποιήσει τα 2/3 των δυνάμεών της, ήταν δηλαδή σε θέση να αναπτύξει πάνω από την Αγγλία 750 βομβαρδιστικά μεγάλων αποστάσεων (Heinkel 111s, Do 17s, Junkers 88s), 600 μονοκινητήρια μαχητικά (Me 109s) και 150 με δύο κινητήρες (Me 110). Οι πρώτες όμως κιόλας αποστολές αποκάλυψαν σοβαρά προ¬βλήματα τόσο στις τεχνικές δυνατότητες των αεροπλάνων (περιορισμένη ακτίνα δράσης, ασθενής αμυντικός οπλισμός για τα βομβαρ¬διστικά) όσο και στην τακτική που ως τότε χρησιμοποιούσαν.

Στο γερμανικό επιτελείο ήταν σαφές ότι για να γίνει το Κανάλι προσπελάσιμο σε απο¬βατικές ενέργειες έπρεπε πρωτίστως να εξα¬σφαλιστεί η αεροπορική κάλυψή τους. Αυτό συνεπαγόταν την εκτόπιση των βρετανικών μαχητικών από τον αέρα, το βομβαρδισμό των αεροδρομίων, την καταστροφή των συστημάτων ραντάρ και επικοινωνιών, καθώς και την προσβολή των βασικών βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Οι επιχειρησιακές επι¬λογές, όμως, του αρχηγού της γερμανικής αε¬ροπορίας Χέρμαν Γκέρινγκ υπερεκτίμησαν την αδυναμία του αντιπάλου, δεν αξιολόγη¬σαν σωστά τη σπουδαιότητα των στόχων (π.χ. τις αεροπορικές βιομηχανίες) και αναλώθη¬καν για ένα μακρό χρονικό διάστημα σε επι¬θετικές ενέργειες που δεν έπλητταν τον αντίπαλο, αντιθέτως του έδιναν χρόνο να ανασυνταχθεί.

III. Στις πρώτες αερομαχίες κατά τη διάρκεια του Ιουλίου πάνω από τις θαλάσσιες διαδρομές των εμπορικών πλοίων και οι δυο πλευρές είχαν βαριές απώλειες. Στο διάστημα αυτό μέχρι τις 12 Αυγούστου, η Λουφτβάφε είχε βυθίσει εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 30.000 τόνων. Παρ’ όλα αυτά ο εξαναγκασμός των Βρετανών σε καταστροφικές συγκρούσεις και η εξουδετέρωση της κατα¬διωκτικής αεροπορίας τους φαινόταν απρό¬σιτος στόχος. Οι επιθέσεις ήταν πια προβλέ¬ψιμες με τη βοήθεια των ραντάρ και η RAF μπορούσε τώρα να σηκώνει μέχρι και 60 μα¬χητικά ταυτόχρονα (5 μοίρες) σε ενιαίο σχη¬ματισμό. Στις 12 Αυγούστου ο Γκέρινγκ άλ¬λαξε τακτική. Οι επιθέσεις στράφηκαν ενάντια στα αεροδρόμια και τις βάσεις ραντάρ. Παρά τις πρώτες επιτυχίες των Γερμανών, οι Βρετανοί απάντησαν στις επιθέσεις με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Η «Ημέρα του Αετού», της εισβολής δηλαδή, αναβλήθηκε κάτω από το βάρος των απωλειών της Λου¬φτβάφε. Στις 13 Αυγούστου. 46 μαχητικά της χτυπήθηκαν, έναντι 13 των Βρετανών. Τις δύο επόμενες μέρες οι Γερμανοί έχασαν 75 αεροσκάφη, χωρίς δυνατότητες αναπλήρωσής τους. Αντίθετα, η αδιάκοπη και εντατικοποιημένη βρετανική παραγωγή αεροπλάνων κάλυπτε τις απώλειες της RAF και της έδινε μεγαλύτερη ισχύ πυρός: 476 μαχητικά κατασκευάστηκαν τον Αύγου¬στο, 467 το Σεπτέμβριο και 469 τον Οκτώβριο.

Στις 24 Αυγούστου το Λονδί¬νο βομβαρδίστηκε για πρώτη φο¬ρά, πιθανώς από λάθος. Στα γερμανικά σχέδια πάντως πε¬ριλαμβανόταν ο βομβαρδι¬σμός της πόλης την ώρα της απόβασης ώστε να δημιουργηθεί πανικός και χάος στα μετόπισθεν των αμυνομένων. Η RAF απάντησε στο πρώτο αυτό πλήγμα με το βομβαρδισμό του Βερολίνου, κίνηση που, για λόγους προπαγάνδας και εντυ¬πώσεων, αλλά και τακτικής, επικέντρωσε τις γερμανικές προσπάθειες στην καταστροφή της βρετανικής πρωτεύουσας. Οι μεγάλες ζημιές στην πόλη και οι χιλιάδες των θυμάτων της επί¬θεσης δεν άλλαξαν την τακτι¬κή εικόνα και τις δυνατότητες των αντιπάλων. Οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να χάνουν περισσότερα αεροπλάνα απ’ όσα κατέστρεφαν. Στις 15 Σε¬πτεμβρίου 1940, «μέρα της Μάχης της Αγγλίας», 61 αεροπλάνα της Λουφτβάφε χάθηκαν, επιφέρο¬ντας καίριο πλήγμα στις γερμανι¬κές δυνάμεις.  Η απόβαση, μπροστά στις αντοχές της RAF και τις αδυναμίες των γερμανικών μαχητικών, αναβλήθηκε για να ματαιωθεί οριστικά στη συνέχεια. Στο διάστημα από τις 10 Ιουλίου έως τις 31 Οκτωβρίου η Λουφτβάφε μετρούσε 1.733 απώλειες αεροσκαφών έναντι 914 της RAF.

Τα αποτελέσματα της Μάχης υπήρξαν καθοριστικά για την προσπάθεια των Ευρωπαίων να μπει φραγμός απέναντι στα σχέδια του Χίτλερ για τη δημιουργία της «Νέας Ευρώπης». Ήταν το πρώτο χαστούκι που ανάγκασε τον Χίτλερ να στρέψει το πρόσωπό του στην Ανατολή, όπου ο ρωσικός λαός θα του ετοίμαζε με περισσή φροντίδα το επόμενο χτύπημα. Η Μάχη της Αγγλίας μπορεί να κερδήθηκε στους αιθέρες, όμως, μια τέτοια νίκη δεν θα μπορούσε να υπάρξει αν στο έδαφος δεν είχε εμπεδωθεί η πίστη στη νίκη και στις ευρωπαϊκές αξίες που την ώρα εκείνη μόνη η Βρετανία μπορούσε να υπερασπιστεί. Το μήνυμα, όμως, είχε δοθεί και σε ολόκληρη την Ήπειρο για τη δημιουργία ενός κοινού αντιφασιστικού μετώπου που θα αναλάμβανε την υπεράσπιση της ελευθερίας των λαών της.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement