Του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη
Πολιτικού Επιστήμονα
E-mail:emmakoum@otenet.gr
Το 479 π.Χ. έλαβε τέλος η περιπέτεια των Περσικών Πολέμων. Αμέσως μετά (το 479 π.Χ.),η Αθήνα οργάνωσε μια συμμαχία ελληνικών πόλεων-κρατών, τη Συμμαχία της Δήλου. Ο Αθηναίος στρατηγός Αριστείδης καθόρισε το ύψος του φόρου, τον οποίο θα πλήρωναν οι συμμαχικές πόλεις-κράτη στο κοινό ταμείο, το οποίο θα κάλυπτε τις ανάγκες της Συμμαχίας. Σκοπός της συμμαχίας ήταν η αντιμετώπιση του περσικού στρατού και η απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Δυτικής Ασίας από το ζυγό των Περσών. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η συμμαχία βοήθησε τους Αθηναίους να σταθεροποιήσουν την ηγεμονία τους στον ελληνικό κόσμο. Από τα πρώτα χρόνια του βίου της Συμμαχίας η Αθήνα προωθούσε τα συμφέροντά της, δηλαδή τον πολλαπλασιασμό της ναυτικής ισχύος της στο Αιγαίο, που της εξασφάλιζε απόλυτο έλεγχο του εμπορίου και επάρκεια σε προμήθειες σιτηρών. Αποκορύφωμα της απληστίας των Αθηναίων υπήρξε η μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη Δήλο στον Παρθενώνα το 454 π.Χ.
Μετά την ολοκληρωτική νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, ορισμένες πολιτείες δυσανασχέτησαν και επιχείρησαν την απόσχισή τους από τη Συμμαχία. Η Μήλος υπήρξε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δείγμα γραφής οι Μήλιοι είχαν δώσει ήδη από το 480 π.Χ. στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, που είχαν αρνηθεί σθεναρά να δώσουν «γη και ύδωρ» στους Πέρσες. Η Αθήνα αρνείται να αποδεχθεί την απόσχιση των Μηλίων και αντί να σεβαστεί την ισχύ του δικαίου, χρησιμοποιεί το δίκαιο της ισχύος, κάνοντας ωμή επίδειξη της στρατιωτικής υπεροχής της. Η πολεμική ισχύς της Αθήνας είναι το βασικότερο επιχείρημά της στο διάλογο που παρατίθεται από τον Θουκυδίδη. Οι Μήλιοι ισχυρίζονται πως η παράδοση άνευ όρων αποτελεί πράξη δειλίας και όχι σωφροσύνης. Η αντίσταση όμως θα σημάνει την καταστροφή τους. Το θέμα εδώ είναι η επιβίωση και οι ηθικοί φραγμοί δεν έχουν κανένα νόημα. Ο εγκλωβισμός στο δίλημμα της παράδοσης ή της αντίστασης οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην υποτέλεια, την υποδούλωση, τον εξανδραποδισμό και την αναγνώριση της Αθηναϊκής ηγεμονίας. Η συνέχεια είναι γνωστή: Οι Μήλιοι αντιστέκονται και το 416 π.Χ. οι Αθηναίοι κατακτούν τη Μήλο και σφάζουν όλους τους άρρενες κατοίκους της. Το «όχι αξιοπρέπειας» των Μηλίων πληρώνεται με βαρύ φόρο αίματος. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι των Αθηναίων στη Δηλιακή Συμμαχία μπήκαν ως ισότιμοι εταίροι και έγιναν στην πορεία υποτελείς.
Δυόμισι χιλιετηρίδες μετά, το κυβερνών κόμμα βρέθηκε μπροστά στο ίδιο δίλημμα. Με την ατυχούς έμπνευσης επιλογή του δημοψηφίσματος για μια ήδη υπογεγραμμένη συμφωνία, η Ελλάδα βρέθηκε κυριολεκτικά απολογούμενη με την πλάτη στον τοίχο. Ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Α. Παπανδρέου εγκλωβίστηκε σε δυο επιλογές που οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα: στην πτώση του ίδιου και ενδεχομένως της κυβέρνησής του. Υπερασπιζόμενος το εξαγγελθέν δημοψήφισμα, την ώρα που από το Βήμα της Βουλής ο Υπουργός Οικονομικών το έθετε στις καλένδες, ζήτησε την ψήφο εμπιστοσύνης των βουλευτών του με τον όρο να παραιτηθεί. Αν δεν έπαιρνε την ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση θα έπεφτε και η χώρα θα οδηγούνταν σε εκλογές. Αν λάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης θα έφευγε ο ίδιος τηρώντας τα υπεσχημένα, με λιγότερο ίσως κόστος για το κόμμα του. Συνέβη το δεύτερο: ένα γεγονός που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, να αποχωρεί άδοξα ένας εν ενεργεία πρωθυπουργός, εξαιτίας μιας επιλογής δικής του έμπνευσης. Απίστευτη και άνευ προηγουμένου θεσμική εκτροπή επίσης, αποτελεί το γεγονός του περιπετειώδους διορισμού ενός τραπεζίτη στον πρωθυπουργικό θώκο, με αμφιλεγόμενες διαδικασίες, εκτός δημοκρατικού συνταγματικού πλαισίου και μάλιστα στα μέσα της θητείας μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, η οποία προφανώς δεν απώλεσε ούτε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ούτε την στήριξη των 153 βουλευτών της (!!!). Ο πρώην πρωθυπουργός δύσκολα πλέον θα μπορέσει να κρατηθεί στην προεδρία του κόμματός του, όσο κι αν η δεοντολογία της πολιτικής επιτάσσει να κριθεί στις επόμενες εκλογές για τα πεπραγμένα της διετούς θητείας του από τον ελληνικό λαό. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι το 2004 (ίσως και το 2007) χρεώθηκε μια εκλογική ήττα (η δύο ήττες), η οποία (ή οι οποίες) δεν ήταν αποτέλεσμα δικής του πολιτικής (τουλάχιστον η πρώτη).
Από την άλλη το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εγκλωβίστηκε σε μια πολιτική που εξόρκιζε το μνημόνιο για ενάμιση χρόνο περίπου. Αντιμέτωπος με την ανεμοθύελλα των ασκών του Αιόλου, που άνοιξε η εξαγγελία του δημοψηφίσματος και της ορατής (;) εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, ο Αντώνης Σαμαράς σύρθηκε στην υποστήριξη της δανειακής σύμβασης και της συμμετοχής, όσο το δυνατόν λιγότερων εξωκοινοβουλευτικών (;) στελεχών του, στην κυβέρνηση του εντολοδόχου πρωθυπουργού κ. Λουκά Παπαδήμου. Θυσίασε την ορατή αυτοδυναμία του κόμματός του στις επικείμενες εκλογές για να μη χρεωθεί την καταστροφή της χώρας, αγκιστρωμένος σε μια στείρα άρνηση αποδοχής μιας δανειακής σύμβασης, η οποία προφανώς δεν είναι απόρροια δικής του πολιτικής. Η επιτακτική ανάγκη στήριξης της δανειακής σύμβασης από ευρύτερες πλειοψηφίες καταδεικνύει και τις οδυνηρές πολιτικές αποφάσεις που αυτή θα επιφέρει. Άλλωστε, σε μια εκλογική αναμέτρηση, η πιθανή εκλογή του κ. Αντώνη Σαμαρά στη θέση του πρωθυπουργού, ελάχιστη αξία θα είχε σε μια χρεοκοπημένη χώρα, εκτός ευρωζώνης, με μηδενική αξιοπιστία και με την απαρέσκεια της διεθνούς κοινότητας να εκδηλώνεται φραστικά και πρακτικά χωρίς προσχήματα σε κάθε ευκαιρία.
Το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει από τα όσα συνέβησαν στις αρχές του Νοεμβρίου, είναι ότι κανένας δεν μπορεί να επιβάλλει τις επιλογές του στην κοινωνία, όποιος κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται. Οι βουλευτές απέκτησαν φωνή και άρθρωσαν αιρετικές απόψεις ενάντια στις επιλογές των αρχηγών τους. Στην ελληνική πολιτική σκηνή πλέον, όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση, οι απόψεις αλλάζουν και οι κομματικές σταθερές παύουν να υφίστανται. Το πέρασμα στην Τέταρτη Ελληνική Δημοκρατία δεν γίνεται με τους καλύτερους όρους. Η μεταπολίτευση ήρθε σαν λύτρωση και αποχωρεί ως εφιάλτης. Η τριμερής συναινετική παράδοση της πρωθυπουργίας σε έναν τεχνοκράτη, φαινομενικά εξαερώνει την πολιτική ευθύνη των κομμάτων και καθιστά ανέφικτη την εκλογική λογοδοσία στο τέλος της σύντομης ή παρατεταμένης θητείας του. Όμως τα διλήμματα της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής διαπερνούν οριζόντια το πολιτικό φάσμα και δεν έχουν κομματικές αποχρώσεις. Το κυβερνών κόμμα σπατάλησε το πολιτικό του κεφάλαιο και είναι αμφίβολο αν η «θυσία» του αρχηγού του, αρκεί για να επανακάμψει. Μοιραία και όχι άδικα η αξιωματική αντιπολίτευση χρεώνεται το μερίδιο που της αναλογεί στην ασκούμενη πολιτική, που κατακεραύνωνε μέχρι χτες. Το εφεύρημα «στηρίζουμε αλλά δεν συγκυβερνούμε», δεν πείθει πολλούς και δημιουργεί προβλήματα και στο εσωτερικό της. Επιπλέον, οι πρόεδροι των δυο κομμάτων εξουσίας θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι μια από τις επιπτώσεις του πολιτικού αναχωρητισμού και της ουσιαστικής άρνησης συμμετοχής και συνευθύνης στα πολιτικά ζητήματα, είναι η μοιραία κατάληξη να κυβερνάσαι από κατώτερους. Καλή επιτυχία στη νέα κυβέρνηση.