- Την επιτύμβια αυτή επιγραφή τη φωτογράφισε ο Ιταλός αρχαιολόγος Gerola περί το 1900, στο τότε Μουσείο του Ρεθύμνου. Προέρχεται από την Πηγή, αλλά είναι άγνωστο από ποιο σημείο. Η σημερινή τύχη της επιγραφής, ατυχώς, αγνοείται!
Γράφει ο Γ.Π. Εκκεκάκης
Κατά την πανηγυρική εναρκτήρια συνεδρία του ΙΑ΄ Κρητολογικού που πραγματοποιή-θηκε πρόσφατα στην πόλη μας, έγινε λόγος, μεταξύ άλλων, και για μια άγνωστη παλαιοχρισ-τιανική βασιλική στο χωριό Πηγή, τη θέση της οποίας υπέδειξε πρόσφατα ο γράφων. Το α-νέφερε ο ίδιος ο προϊστάμενος των αρμόδιων αρχαιολογικών υπηρεσιών Δυτικής Κρήτης, στις οποίες έγινε και η υπόδειξη. Στις ίδιες υπηρεσίες τέθηκαν υπόψη και διάφορα απομει-νάρια που προέρχονται από τον χώρο του μνημείου, με την προοπτική πως κάπου θα χρειασ-τούν.
Τα ερωτήματα που, πλέον, τίθενται έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και μακάρι να αναζη-τηθούν οι απαντήσεις: Μήπως, άραγε, ο ναός, την ύπαρξη του οποίου τώρα μαθαίνουν οι αρμόδιοι, υπήρξε κάποτε ο Καθεδρικός της ματαίως αναζητούμενης επί αιώνες επισκοπικής πόλης Άριον; Μερικές ενδείξεις δεν αποκλείουν μια τέτοια υπόθεση. Για παράδειγμα, γνωρί-ζομε ότι σε βενετσιάνικο συμβόλαιο η Πηγή αναφέρεται και με την ονομασία «Ario vero» (= καθαυτό Άριο). Από την άλλη, μια έντονη τοπική παράδοση κάνει λόγο για καταστροφή από σεισμό του οικισμού που προϋπήρχε της Πηγής. Γιατί να μην υποθέσομε πως η «Κατεσ-τραμένη» έδρα του Επισκόπου Αρίου είναι αυτή που μεταφέρθηκε στη Βιράν-Επισκοπή; (βιράν = κατεστραμένη)!
Γνωρίζω, βεβαίως, τις εύλογες επικρίσεις που μπορούν να προκαλέσουν οι παραπάνω ανεπαρκώς τεκμηριωμένες υποθέσεις μου. Να πω όμως και να υπογραμμίσω τούτο: Όσοι από ενδιαφέρον και αγάπη ψάχνουμε για το παρελθόν του τόπου μας χωρίς να είμαστε ειδι-κοί, μπορούμε να κάνουμε ενίοτε και υποθέσεις που δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένες. Ας το θεωρήσουν αυτό οι ειδικοί ως ένα προνόμιο που οι ίδιοι δεν το έχουν. Κάποτε, και οι υ-ποθέσεις που γίνονται … ερασιτεχνική αδεία όπως συνηθίζω να λέω, μπορούν να αποδειχ-τούν χρήσιμες. Αν, τελικά, οι έρευνες των ειδικών δείξουν πως οι υποψίες μου έχουν κάποια βάση, αυτό θα αποτελέσει γεγονός εξαιρετικά σημαντικό. Θα βοηθήσει, ίσως, να φωτιστούν άγνωστες λεπτομέρειες για το ιστορικό παρελθόν ολόκληρης της περιοχής μας και να συμ-πληρωθούν κομμάτια του «παζλ» που προβληματίζουν τους ερευνητές, εδώ και αιώνες.
Για να το καταλάβουν οι αναγνώστες τη σημαντικότητα του όλου θέματος, θα πρέπει να υπενθυμίσομε ότι το Άριον ήταν – για μερικούς, τουλάχιστον, συγγραφείς – η σημαντικότερη πόλη στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου. Μόνο που οι διάφοροι αυτοί συγγραφείς – ερευνητές, περιηγητές, ιστορικοί κλπ. – έχουν πει κατά καιρούς διάφορα αλληλοσυγκρουό-μενα, που μάλλον σύγχυση προκαλούν. Διχογνωμίες υπάρχουν τόσο για τη θέση όσο και για τη σημαντικότητα της αναζητούμενης πόλης. Είναι και αυτό ένα στοιχείο ενδεικτικό του ελ-λείμματος που υπάρχει στις γνώσεις μας. Ένα άλλο στοιχείο είναι η παρατηρούμενη ανοργα-νωσιά στην ταξινόμηση και κωδικοποίηση των δεδομένων, κάτι που δεν βοηθά τις αναζητή-σεις των ειδικών. Αντί για άλλο παράδειγμα, θα επικαλεστώ μια δική μου ανακοίνωση που έγινε πριν από 13 χρόνια και έκανε λόγο για τον παλαιοχριστιανικό ναό που μόλις πρόσφατα ανακοινώθηκε. Η ανακοίνωση είχε γίνει στο πλαίσιο μιας επιστημονικής διημερίδας με θέμα Τα Κρητικά Τοπωνύμια, (Ρέθυμνο, 6 και 7/11/1998). Στο απόσπασμα που παρατίθεται κατά λέξη, περιγράφεται μια εικόνα που υπήρχε στη μνήμη μου για μια συγκεκριμένη περιοχή, η οποία εικόνα ανάγεται στην περίοδο του Πολέμου και της Κατοχής:
… Υπήρχαν εκεί, θυμούμαι, σπόνδυλοι κιόνων, οι λεγόμενες «αλωνόπετρες», που ήταν περιζήτητες για το κυλίνδρισμα των αλωνιών. Υπήρχαν, επίσης, κιονόκρανα που, τότε, ήταν μάλλον αζήτητα. Αργότερα, έγιναν και αυτά περιζήτητα για τη διακόσμηση επαύλεων και, φυσικά, εξαφανίστηκαν γρήγορα. Από τις εικόνες που διατηρούνται στη μνήμη μου, αλλά και από άλλες ενδείξεις, έχω σχεδόν τη βεβαιότητα πως κάπου εκεί υπήρχε ναός παλαιοχριστιανικός… (βλ. πρακτικά συνεδρίου, σ. 280-281).

- Κιονόκρανα όπως το παραπάνω υπήρχαν κάποτε πολλά στην περιοχή. Όταν άρχισαν να τα χρησιμοποιούν για «ντεκόρ» και να εξαφανίζονται, είχα την πρόνοια (απρονοησία αποδε-ίχτηκε) να προστατεύσω εκείνο που έτυχε να υπάρχει στο αμπέλι μου, μεταφέροντάς το σε μέρος ασφαλές!
Ίσως έχει σημασία να προστεθούν εδώ και τα εξής: Η περιοχή με τα διάσπαρτα αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη που περιγράφεται στο απόσπασμα, συνόρευε με προγονικά κτήματα και με το σπίτι όπου είχαμε καταφύγει λόγω του πολέμου. Έτσι, αποτελούσε χώρο παιχνιδιού με τα συνομήλικα ξαδέλφια. Όταν εξέφραζα στους μεγαλύτερους σε ηλικία συγγενείς την απο-ρία μου για τα μάρμαρα που υπήρχαν στα χωράφια, εκείνοι μου έλεγαν ότι, στη δική τους εποχή, τα συγκεκριμένα χωράφια δεν μπορούσαν καν να καλλιεργηθούν λόγω του πλήθους των μαρμάρων. Θυμούμαι, άλλωστε, και ο ίδιος να σέρνεται με ζεμένο μουλάρι ένας κίονας, ώστε να μην εμποδίζεται η άροση!
Δε γνωρίζω πότε ακριβώς η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίστηκε ως περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Συμπεραίνω πως αυτό έγινε πριν από ελάχιστα χρόνια. Και για να μη νομισθεί ότι υπάρχει υπαινιγμός εις βάρος των αρμοδίων υπηρεσιών, να συμπληρώσω τούτο: Η προσέγγιση στα χωράφια με τα μάρμαρα δεν ήταν ποτέ εύκολη. Μάλιστα, στο συγκεκριμένο χωράφι όπου εντοπίστηκε η παλαιοχριστιανική βασιλική η πρόσβαση ήταν πάντα προβληματική, μια και δεν υπάρχει – ούτε και σήμερα υπάρχει – κοινόχρηστος δρόμος που να οδηγεί σ’ αυτό. Η πρόσβαση γινόταν – και γίνεται – μόνο μέσω της κοίτης ενός χειμάρρου, που κατά περιόδους είναι αδιάβατος. Κάποτε, πριν από 70 χρόνια, οι ιδιοκτήτες ζητούσαν από τον παππού μου την άδεια για να επισκεφτούν τη συγκεκριμένη περιουσία τους. Σήμερα, οι αρχαιολόγοι που θα θελήσουν να επισκεφτούν το χώρο της βασιλικής, θα πρέπει να ζητήσουν κλειδί από τον γράφοντα …
Έτσι εξηγείται το γιατί ο ερευνητικός περιηγητής Pashley – που έμεινε μέρες στην Πηγή – δεν έμαθε και δεν είδε ποτέ τις αρχαιότητές της. Όσο για τις σημερινές αρμόδιες υπηρεσίες, είναι ο Πόλεμος και η Κατοχή που ανέκοψε μια έρευνα που πήγε να αρχίσει το 1938. Το πώς ξεκίνησε αυτή η έρευνα, μπορεί να το δει κανείς σε ένα δημοσίευμα του Βασιλείου Δ. Θεοφανίδη που φαίνεται να πρωτοδημοσιεύτηκε στο έντυπο «Αρχαιολογική Εφημερίς» του 1948-49 και αναδημοσιεύτηκε στα Αρχαιολογικά Χρονικά του 1950. Αξίζει να δούμε ένα αυτούσιο απόσπασμα:
Τυχαία ευρήματα εκ του χωρίου Πηγή: Τα επόμενα αγγεία, άπαντα πήλινα, ευρέθησαν τον Ιούνιον του 1938 εντός θαλαμοειδούς τάφου τυχαίως αποκαλυφθέντος υπό παιζόντων παιδίων [οι υπογραμμίσεις δικές μου] εν τη θέσει «Σκουντή», ήτις απέχει του χωρίου Πηγή περί τα 500 μέτρα βορειοανατολικώς. Κατά την έκθεσιν του εκτάκτου επιμελητού Ρεθύμνης, ο τάφος περιείχε και λάρνακα καταστραφείσαν υπό των παιδίων. Τα αρχαία ταύτα κατεγράφησαν εν τω ευρετηρίω των Πηλίνων του Μουσείου Ρεθύμνης […].
Γνωρίζω από διηγήσεις ότι η τυχαία ανακάλυψη του θαλαμοειδούς τάφου, έγινε αιτία για συχνές έκτοτε επισκέψεις των έκτακτων επιμελητών αρχαιοτήτων που είχαν έδρα τους το Ρέ-θυμνο. Ο τελευταίος που επισκέφτηκε το χώρο της βασιλικής πρέπει να ήταν ο αείμνηστος Γεώργιος Κ. Τουρνάκης (βλ. φωτο) και ήταν αυτός που συνέστησε στους ιδιοκτήτες του χώρου να αποφύγουν τις βαθιές αρόσεις. Όμως τα γεγονότα που ακολούθησαν ματαίωσαν, προφανώς, τα σχέδιά του.
Δεν γνωρίζω αν πληροφορίες όπως οι παραπάνω έχουν κάποια αξία. Υπάρχουν, πάντως, αρκετές στο βιβλίο που έγραψα για την Πηγή. Ένα βιβλίο που το χρηματοδότησε ο εκ Πηγής μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών Μανόλης Μ. Γιαννακάκης, και που κανένας δεν το πρόσεξε. Να σημειωθεί πως ούτε καν καταγράφηκε στον διεξοδικό κατάλογο με τις εκδόσεις τις σχε-τικές με την Κρήτη.