Ποίηση: Γιάννης Μποτονάκης
Εξιδανικεύοντας κάθε μου εμπειρία, χάνω κάθε φορά την ευκαιρία
να ζήσω το απόλυτα βρώμικο, το μηδαμινά αθώο, το αληθινά ψεύτικο.
Ανάθεμά τις αυτές τις στιγμές που σηκώνει το σώμα μου
τον σταυρό της αδυναμίας της ψυχής μου.
Αυτές τις στιγμές που μετανάστης γίνομαι σε κρεβάτια, σπίτια, μπαρ και πεζοδρόμια.
Τόσο γνωστά και τόσο ξένα όλα.
Ξένα τα χέρια, ξένη η γης, ξένα τα ξημερώματα.
Ξένη κι εσύ κοιμάσαι δίπλα μου γυμνή. Δεν είσαι μούσα ποιητή.
Είσαι το μεταπήδημά του από τη μελαγχολία στη σύγκριση.
Είσαι η σκάλα που κατέληξε στην ίδια πόρτα.
Είσαι η φωτογραφία που μου έδειξε το ίδιο πρόσωπο.
Είσαι αυτή η κρυστάλλινη σφαίρα που μου φανέρωσε την ίδια σκηνή.
Που η ξένη γίνετε γνωστή μα εγώ ξένος ακόμα προσπαθώ να γίνω αποδεκτός από μια κοινωνία τόσο σκληρή και απόμακρη.
Και κάθε μου κίνηση επιβραβεύεται και περιφρονείται την ίδια στιγμή.
Κάθε μου όνειρο ανάβει και σβήνει πιο γρήγορα από φάρο.
Τον φάρο αυτό που δε με γλίτωσε από τα διαμαντένια σου βράχια.
Τα διαμαντένια σου βράχια που κι η ίδια η θάλασσα τα φοβήθηκε όταν τα πλησίασε.
Μην τύχει και το κύμα της σκίσουνε στα δυό και το χρώμα για πάντα της αλλάξουνε.