Παραμύθι του Βάιου Ντάφου
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα βασίλειο μακρινό όπου ανθρώπου κοινού το μάτι δεν φτάνει, ζούσε ένας νεαρός πρίγκιπας. Όμορφος μα και μοναχικός, με ένα σπινθηροβόλο βλέμμα που εξουσίαζε τα πάντα σε μια του μόνο επιθυμία. Το όνομα αυτού, Ορέστης.
Ήταν μια παράξενη νύχτα του Μαΐου. Μια νύχτα με πολλά μυστήρια και ομορφιές. Ο ουρανός λες και είχε βάλει στοίχημα με το φεγγάρι να ξεχωρίσει, έβγαλε από τα σεντούκια του όλα τα αστέρια που μπορούσε, και έλαμπε περήφανος.
Ο Ορέστης όμως ήταν κάπως θλιμμένος. Κοίταζε την θάλασσα και αναστέναζε. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει την σκέψη του, ακόμη και εγώ που γράφω το παραμύθι δεν ξέρω να σας πω γιατί ήταν τόσο σκεπτικός και προβληματισμένος. «θέλω να την δω» μονολόγησε κύματα σήκωσε η θάλασσα πλάι του.
Το φεγγάρι όμως που ακούει όλους τους αναστεναγμούς της νύχτας, και κρατάει όλα της τα μυστικά και τα μυστήρια πλησίασε τολμηρά τον νεαρό και τον ρώτησε: « τι σε απασχολεί μυστήριε πρίγκιπα, ποια θες να δεις τόσο πολύ;»
Ο πρίγκιπας Ορέστης κοίταξε την σκοτεινή τρικυμισμένη θάλασσα και με όλο το θάρρος της καρδιάς του αποκάλυψε την ιστορία και πληγή του.
«Είμαι ερωτευμένος με μια κοπέλα, ζει στο μακρινό κάστρο από την άλλη άκρη της θάλασσας. Προστάτης της είναι ο εγωιστής δράκος, ένας μεγάλος πράσινος δράκος με μαύρο αίμα και κόκκινη φλόγα. Ποτέ δεν έχει παραδεχτεί ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να αγαπήσει αρκετά την πριγκίπισσα. Οι πάντες και τα πάντα είναι κατώτερα του. Του μίλησα ευγενικά, άγρια, προσπάθησα να μπω στο μεγάλο κάστρο και να την κλέψω αλλά τίποτα. Ο εγωιστής δράκος είναι ανίκητος. Έχει κλείσει τον ερωτά μου στο πιο ψηλό δωμάτιο του πιο ψηλού πύργου. Γοργόνες με τρίαινες την προσέχουν, και άνδρες αετοί κόβουν βόλτες γύρω από το παράθυρο της. Μα την αγαπώ, όσο τίποτα άλλο την αγαπώ, ακόμη και να καταστραφώ ο ίδιος θα το έκανα, αρκεί να έβλεπα το βλέμμα της, να έκλεβα το φιλί της. Είμαι ερωτευμένος με κάτι άπιαστο και ονειρικό» βροντοφώναξε ο νεαρός πρίγκιπας, και πάνω από τα μισά αστέρια έπαψαν να λάμπουν στον ουρανό.
Υπάρχει λύση είπε το φωτισμένο φεγγάρι, αλλά για να στην πω πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι άξιος αυτής.
«ζήτα μου ότι θες φεγγάρι, θα κάνω τα πάντα για να νικήσω τον εγωιστή δράκο και να φτάσω κοντά της»
«Θέλω να μου δώσεις το μυαλό σου, την ψυχή σου και το σώμα σου. Θα σου πω την λύση να έρθεις κοντά της αλλά μετά θα ανήκεις σε μένα. Το είναι σου θα ανήκει σε μένα. Ίσα που θα προλάβεις να την δεις, να την φιλήσεις και μετά θα ανήκεις σε μένα.»
«πες μου ολόγιομο φεγγάρι την λύση, δεν το θέλω το σώμα μου, την καρδιά και το μυαλό μου αν δεν είμαι πλάι της. Καλύτερα πεθάνω παρά να ζήσω μια ζωή ανούσια, κενή και θλιβερή. Γιατί πιστεύω φεγγάρι, πως ο άνθρωπος που δεν αγαπά, αξία δεν έχει καμία.»
«ωραία λοιπόν, πάρε αυτό το μαχαίρι και μπήξτε το στην καρδιά του εγωιστή δράκου, μόνο αν πεθάνει αυτός θα μπορέσει να ανθίσει ακλόνητη η αγάπη σου για εκείνη. Και να μην ξεχνάς πως πλέον ανήκεις σε εμένα»
Ο πρίγκιπας Ορέστης, χωρίς να το σκεφτεί, υπακούοντας στον δυνατό έρωτα και πόθο, ξεκίνησε το ταξίδι του για την άλλη άκρη της θάλασσας. Έγινε ένα με τα βότσαλα, πέρασε από τα νησιά και τις αμμουδιές, από τα πιο γοητευτικά αλλά και τα πιο θλιβερά λιμάνια. Άλλες φορές έκλαιγε, άλλες γελούσε, πότε τον συνόδευε η σκέψη και πότε η τρέλα. Μα ποτέ, ποτέ δεν σκέφτηκε ούτε θέλησε να τα παρατήσει. Φυλούσε το μαχαίρι από την πλευρά της καρδιάς του. Το είχε δέσει με μετάξι από κουκούλι πεταλούδας αφού το πότισε με δάκρυα ερωτευμένου.
Έφτασε στο κάστρο. Αντίκρισε την πριγκίπισσα πάνω ψηλά στον πύργο. Ενώθηκαν τα μάτια τους, και τότε ένιωσε πιο σίγουρος από ποτέ. Πλησίασε την μεγάλη πόρτα, και χτυπώντας με δύναμη απαίτησε να βγει έξω ο εγωιστής δράκος.
«ήρθε το τέλος σου, εγωιστή»
Ο δράκος με ματαιότητα και ειρωνεία απάντησε: « δεν πρόκειται πότε να πάθω κάτι, όσο θεριεύει ο εγωισμός της φυλής σου, τόσο θα θεριεύω και εγώ.»
Ο πρίγκιπας έβγαλε το μαχαίρι του, και προσπάθησε να τον χτυπήσει λέγοντας. «ακόμη και αν χάσω τα πάντα, θα σε νικήσω»
Καταιγίδα σκέπασε το μέρος, φωτιές έβγαιναν από την θάλασσα καθώς μάχονταν οι δύο ήρωες. Η πριγκίπισσα από το πύργο έβλεπε τι συνέβαινε. Δεν άντεχε να χάσει τον αγαπημένο της, ούτε ήθελε να τον σκοτώσει το εγωιστής δράκος. Ένιωσε υπεύθυνη, και έπρεπε να δώσει λύση.
Έπεσε από τον πύργο, προσπαθώντας να αποτρέψει το κακό. Αλλά δεν το υπολόγισε καλά και πριν προλάβει να προσγειωθεί στο έδαφος ο εγωιστής δράκος την σκότωσε με μια μόνο κίνηση. Ο πρίγκιπας βλέποντας αυτό το κακό δεν άντεχε. Έβγαλε μια τεράστια κραυγή, θρηνούσε για τον έρωτα του και για την θυσία της καλής του. Δεν υπήρχε λόγος να ζει. Ευθύς έβγαλε το μαχαίρι του φεγγαριού και μαχαιρώθηκε στην καρδιά. Την ίδια στιγμή που πέθαινε ο πρίγκιπας, με ένα πολύ μυστηριώδες τρόπο καταστρέφονταν και ο εγωιστής δράκος.
Η μεγάλη αγάπη της πριγκίπισσας σκότωσε τον δράκο. Το αίμα του απλώθηκε στο έδαφος και ευθύς κάθε σταγόνα του έγινε τουλίπα. Ο έρωτας θριάμβεψε με τον δικό του τρόπο. Μερικές φορές ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως έζησες. Και φαίνεται πως αυτό ο πρίγκιπας Ορέστης το γνώριζε καλά. Το φεγγάρι ποτέ δεν ξανά βγήκε το ίδιο στον ουρανό. Πάντοτε αν το παρατηρήσει κάποιος που ξέρει καλά τα μυστικά της νύχτας. φωτίζει προς τον τόπο όπου ακόμη και σήμερα υπάρχουν μαύρες και κόκκινες τουλίπες. Μια τρανή απόδειξη πως η ιστορία είναι αληθινή.