Μνημόνιο 1 Μνημόνιο 2 – οι ταφόπλακες των Ελλήνων

Του Μανώλη Σκαρσουλή

 

Τον Οκτώβριο του 2009 η πιστοληπτική βαθμολογία της Ελλάδας βρισκόταν στο Α, τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων της κάτω από 4,5%, το χρηματιστήριο Αθηνών είχε εισέλθει σε φάση ανάρρωσης, καταγράφοντας μια από τις καλύτερες αποδόσεις διεθνώς μέχρι εκείνη τη στιγμή του έτους, η διεθνής οικονομία είχε ξεφύγει από τη βαθιά ύφεση του 2008 και των αρχών του 2009 και επέστρεφε δειλά στην ανάπτυξη, η οικονομία της Ευρωζώνης είχε αποφύγει την οξεία μόλυνση από την αμερικανική κρίση και είχε αρχίσει να πατά στο πόδια της, η Κίνα είχε σταθεροποιήσει την οικονομία της και αναπτυσσόταν πάλι με γοργούς ρυθμούς και οι αναδυόμενες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του ΟΠΕΚ, έβγαιναν δυναμικά από τη φάση της οικονομικής αδυναμίας.

Advertisement

Το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα ήταν γενικές γραμμές θετικό σε σχέση με τις διεθνείς συνθήκες, η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρισκόταν σε ικανοποιητικά επίπεδα και η εγχώρια εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα ήταν έκδηλη ποικιλοτρόπως, με κύρια απόδειξη τις τραπεζικές καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες είχαν μείνει ανέπαφες.

Η Ελλάδα δεν υπήρχε στο χάρτη του διεθνούς προβληματισμού των αγορών παρά ως μια από τις δεκάδες εστίες κινδύνου που δεν είχαν ενεργοποιηθεί και που εξακολουθούσαν μεν να απαιτούν την προσοχή τους, αλλά άξιζαν την εμπιστοσύνη τους. Το ρίσκο πτώχευσής της ήταν μισό από αυτό της Ρωσίας και της Τουρκίας, μικρότερο από αυτό της Ιρλανδίας, κοντά σε αυτό της Ιταλίας και χαμηλότερο απ’ ό,τι σε όλο σχεδόν το διάστημα από την ίδρυσή της ως ανεξάρτητου κράτους. Εν ολίγοις, πουθενά στον ορίζοντα δεν φαινόταν μια ελληνική κρίση χρέους, ούτε υπήρχε απαραίτητα λόγος να εμφανιστεί.

Η κρίση χρέους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών απέναντι στην ικανότητα ή τη διάθεση ενός κράτους να αποπληρώσει το χρέος του. Ακόμα και ο αδικαιολόγητος φόβος για πιθανή μείωση αυτής της ικανότητας είναι αρκετός για να προκαλέσει την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού και, τελικά, να δημιουργήσει όντως πρόβλημα εξυπηρέτησης του χρέους.

Η πιο επικίνδυνη πολιτική που μπορεί να ακολουθήσει μια χώρα σε περίοδο διεθνούς κρίσης είναι να προκαλέσει ανησυχία στις αγορές, αμφισβητώντας η ίδια την ικανότητα και τη διάθεσή της να πληρώσει το χρέος της. Πρόκειται για ένα λάθος το οποίο, αν γίνει έστω και μια φορά, μπορεί να αποβεί μοιραίο.

Όμως και η νέα κυβέρνηση, λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας, ακολουθώντας την γνώριμη ελληνική πολιτική στρατηγική, κατηγόρησε την προηγούμενη ότι άφησε πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα απ’ όσο δήλωνε και ότι αλλοίωσε τα στατιστικά στοιχεία των δημοσίων οικονομικών. Τέτοιου είδους κατηγορίες δεν ήταν πρωτόγνωρες, μάλιστα, η απερχόμενη κυβέρνηση είχε πράξει ακριβώς το ίδιο όταν είχε έρθει στην εξουσία, ζητώντας και πραγματοποιώντας απογραφή και καταφέροντας με αυτό τον τρόπο μεγάλο πλήγμα στη διεθνή αξιοπιστία της χώρας.

Το 2009 όμως δεν ήταν 2004 και η «ειλικρίνεια» της νέας κυβέρνησης για την «πραγματική» οικονομική κατάσταση της χώρας μεταφράστηκε ως αφερεγγυότητα της προηγούμενης και, τελικά, αφερεγγυότητα της ίδιας της Ελλάδας. Η νέα κυβέρνηση εστίασε στο έλλειμμα, αλλά αγνόησε όλα τα θετικά στοιχεία που συγκέντρωσε σε εκείνη τη φάση η Ελλάδα, προβάλλοντας προς τα έξω την εικόνα μιας χώρας που, με το που άλλαξε καπετάνιο, διαπίστωσε ότι βρισκόταν πάνω σ’ έναν οικονομικό «τιτανικό».

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ουσιαστικά είχαν προδιαγραφεί σε μεγάλο βαθμό όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια δε θα περίμεναν να μάθουν αν ο νέος καπετάνιος θα έσωζε τη χώρα απ’ το παγόβουνο που, όπως διατεινόταν, είχε μόλις ανακαλύψει ότι υπήρχε μπροστά της και, χωρίς να καθυστερήσουν στιγμή, άρχισαν να εγκαταλείπουν το πλοίο, πουλώντας οτιδήποτε ελληνικό. Ξαφνικά, οι αγορές αμφέβαλλαν για κάθετι σχετιζόμενο με την ελληνική οικονομία, ακόμα και για τη διεθνή ικανότητα της κυβέρνησης να πληρώσει το κρατικό χρέος. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Ελλάδα μετατράπηκε στο επίκεντρο μιας κρίσης που μέχρι τότε είχε την τύχη να έχει καταφέρει να αποκρούσει.

Πιθανώς χωρίς να το καταλάβει, η νέα ελληνική κυβέρνηση είχε ενεργοποιήσει το «νομισματικό Προκρούστη». Προθάλαμο μιας νομισματικής κρίσης και μιας κρίσης πτώχευσης. Ο Προκρούστης ήταν ένας ληστής της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος είχε στήσει δύο κρεβάτια στο δρόμο που οδηγούσε στην Αθήνα και προσκαλούσε όποιον περαστικό οδοιπόρο έβλεπε να ξαπλώσει για να ξαποστάσει. Το ένα κρεβάτι όμως ήταν μακρύ και το άλλο κοντό, και ο Προκρούστης πρόσφερε στους κοντούς το μακρύ κρεβάτι και στους ψηλούς το κοντό. Όταν ένας κοντός ξάπλωνε στο μακρύ κρεβάτι, ο Προκρούστης του τραβούσε τα άκρα μέχρι να φτάσουν στα όρια του κρεβατιού, με αποτέλεσμα να τον σκοτώνει.

Με παρόμοιο τρόπο, όταν μια χώρα δεχτεί νομισματική επίθεση, μοιάζει σαν να έχει ξαπλώσει σ’ ένα μακρύ κρεβάτι και οι αγορές να την τραβούν και από τις δύο πλευρές, δοκιμάζοντας τις αντοχές της. Από τη μια, πουλούν το νόμισμά της πιέζοντας την ισοτιμία του χαμηλότερα και, από την άλλη, αγοράζουν το νόμισμα με το οποίο συνδέεται, σπρώχνοντας τη δική του τιμή υψηλότερα. Η εκατέρωθεν πίεση μπορεί να σπάσει το νομισματικό σύνδεσμο με βίαιο τρόπο, προκαλώντας έντονα προβλήματα στη χώρα-θύμα της επίθεσης.

Μια χώρα που έχει συνδέσει το νόμισμά της με ένα άλλο ισχυρότερο δεσμεύεται από ένα μέγιστο όριο στο οποίο μπορεί να του επιτρέψει να κινηθεί μακριά του. Αν, για παράδειγμα, το κεντρικό νόμισμα είναι το δολάριο και μια χώρα έχει σύνδεση με αυτό με ένα εύρος ±5%, τότε μπορεί να υποτιμήσει ή να ανατιμήσει το νόμισμά της έναντι του δολαρίου κατά ±5%.

Αν οι αγορές πιθανολογήσουν πως η χώρα θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να προχωρήσει σε μεγαλύτερη από 5% υποτίμηση του νομίσματός της, ώστε να αποφύγει τη λήψη περαιτέρω σκληρών μέτρων λιτότητας, όπως μειώσεις μισθών, συντάξεων κ.λπ./ τότε θα φοβηθούν πως τα επενδεδυμένα στη χώρα κεφάλαιά τους θα μειωθούν σε αντίστοιχο ποσοστό με την υποτίμηση.

Προκειμένου να προλάβουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αρχίζουν να πουλούν κάθε περιουσιακό στοιχείο που έχουν στο νόμισμα το οποίο απειλείται με υποτίμηση, αλλά και τα αποθεματικά τους σε αυτό. Τότε η τεράστια προσφορά στο συγκεκριμένο νόμισμα το απειλεί από μόνη της με μεγάλη υποτίμηση, ανεξαρτήτως των πραγματικών διαθέσεων του κράτους, και έτσι γεννιέται ο μηχανισμός της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Για να υπερασπιστεί το κράτος τη νομισματική σύνδεσή του, αρχίζει να αγοράζει μέσω της κεντρικής τράπεζάς του το νόμισμά του, ώστε να εξισορροπήσει  την αυξημένη προσφορά. Τότε κερδοσκοπικά κεφάλαια προχωρούν ταυτόχρονα στην πώληση του απειλούμενου νομίσματος και στην αγορά του κεντρικού νομίσματος της ισοτιμίας. Με αυτό τον τρόπο  προκαλούν πτώση του πρώτου και αύξηση του δεύτερου, δημιουργώντας το «φαινόμενο του Προκρούστη». Τώρα η χώρα πιέζεται διπλά, αφού το νόμισμα με το οποίο είναι συνδεδεμένη ανατιμάται και το δικό της υποτιμάται, ενώ θα ήθελε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Κάποια στιγμή, τα αποθεματικά της σε συνάλλαγμα τελειώνουν και η υποτίμηση γίνεται αναπόφευκτη.

Οι κερδοσκόποι που πόνταραν σε αυτή κερδίζουν και το κράτος μένει εξαντλημένο οικονομικά και ταπεινωμένο νομισματικά, χωρίς την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών, οι οποίοι έχουν αποσύρει τα κεφάλαιά τους, πουλώντας κάθε περιουσιακό στοιχείο τους στο νόμισμα της χώρας, μεταξύ των οποίων και τα ομόλογά της, απειλώντας με εκτίναξη των επιτοκίων τους και του κόστους κρατικού δανεισμού. (Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν η χώρα αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλάγματος, ενώ ο γνωστός κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος κέρδισε 1 δις. δολάρια σε μια μέρα ποντάροντας στην υποτίμηση της στερλίνας.) Εν ολίγοις, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η νομισματική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε κρίση χρέους και το κράτος να απειληθεί με πτώχευση.

Στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη από αυτή που περιγράφηκε παραπάνω, καθώς η χώρα, έχοντας υιοθετήσει το ευρώ και αντικαταστήσει τη δραχμή, είχε μηδενικό περιθώριο υποτίμησης αλλά και εξαιρετικά μεγάλη νομική και πολιτική δυσκολία εξόδου από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και επιστροφής στο δικό της νόμισμα.

Υπό κανονικές συνθήκες, η πολιτική αντιπαράθεση θα πρέπει να έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας και όχι τη διάλυση του αντιπάλου, αδιαφορώντας για το κόστος που θα έχει κάτι τέτοιο για τη χώρα. Δυστυχώς, όμως αυτό στην Ελλάδα δεν ακολουθείται ως κανόνας, με αποτέλεσμα, τον Οκτώβριο του 2009, να της κοστίσει το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό πόλεμο που δέχτηκε ποτέ, οδηγώντας στην εκδήλωση της ελληνικής κρίσης.

Όταν η νέα κυβέρνηση προκάλεσε διεθνές πλήγμα στην εικόνα της χώρας δίνοντας την ευκαιρία στα διεθνή ΜΜΕ να την κατασπαράξουν, τρόμαξε τις αγορές και έφερε πάνω από την Ελλάδα τη σκιά του νομισματικού κινδύνου. Από εκείνο το σημείο και μετά ενεργοποίησε ένα ντόμινο χρηματοοικονομικών εξελίξεων, που ήταν εύκολα προβλέψιμο αλλά πολύ δύσκολα αναστρέψιμο.

Οι αγορές θεώρησαν πως η Ελλάδα ήταν πιθανό να χρειαστεί να υποτιμήσει το νόμισμά της, κάτι που στην περίπτωσή της θα σήμαινε ανάγκη εξόδου της από την Ευρωζώνη, ενδεχόμενο που θα επέφερε σε όσους είχαν επενδύσεις στη χώρα απώλειας αντίστοιχες με το ύψος της υποτίμησης. Ξαφνικά, στα μοντέλα των διεθνών τραπεζών και των επενδυτικών εταιρειών προστέθηκε ο νομισματικός κίνδυνος και μαζί με αυτόν και ο πληθωριστικός κίνδυνος, που είχαν εξαλειφθεί με την είσοδο της χώρας στο ευρώ.

Μια χώρα χωρίς δικό της νόμισμα και χωρίς μια κεντρική τράπεζα να τη βοηθήσει έμοιαζε ολοκληρωτικά χαμένη. Μετά από καθυστερήσεις μηνών, που στο χρηματιστηριακό χρόνο έμοιαζαν με δεκαετίες, ήρθε το πακέτο στήριξης, το οποίο προέβλεπε τόσο σκληρά μέτρα που, αντί να μειώσει την πιθανότητα να αναγκαστεί η Ελλάδα να προβεί σε υποτίμηση, και άρα έξοδο από το ευρώ, την αύξησε. Κανείς δεν πίστεψε πως ο ελληνικός λαός θα άντεχε τόσο σκληρή λιτότητα και ένας δεύτερος γύρος πώλησης ελληνικών περιουσιακών στοιχείων ξεκίνησε.

Η ελληνική κυβέρνηση πανηγύριζε γιατί εξασφάλισε το μεγαλύτερο σε ύψος πακέτο στήριξης στην ιστορία του ΔΝΤ και το πρώτο στην ιστορία της ΕΕ, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι στο μεταξύ ο αέρας στο δωμάτιο λιγόστευε και η χώρα πέθαινε από ασφυξία.

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας σε κάθε πτυχή της επέφερε οξεία τραπεζική κρίση, την οποία η κυβέρνηση έκρυβε με κάθε τρόπο προκειμένου να μην προκαλέσει πανικό και μαζική απόσυρση καταθέσεων. Οι προβλέψεις της τρόικας και οι δηλώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων διαψεύδονταν με ταχύτητα πυρκαγιάς που μετατρέπεται σε λαίλαπα καίγοντας τα πάντα.

Μέσα σε ένα χρόνο η Ελλάδα είχε γυρίσει πίσω πενήντα, αλλά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να το παραδεχτεί. Η χώρα είχε διαλυθεί χρηματοπιστωτικά, χρηματιστηριακά, οικονομικά, νομισματικά, ψυχολογικά και η εικόνα της στο εξωτερικό ήταν τραγική. Το παιχνίδι είχε χαθεί, αλλά όσο η τρόικα ήταν διατεθειμένη να ρίχνει κέρματα προκειμένου να κρατά την Ελλάδα σε μηχανική υποστήριξη, το σόου μπορούσε να συνεχίζεται.

Σιγά σιγά, οι φωνές για κίνδυνο εξόδου από το ευρώ αυξάνονταν και δυνάμωναν. Ο κόσμος σειόταν από διεθνείς εκθέσεις που προέβλεπαν την πτώχευση της Ελλάδας και την επιστροφή της στη δραχμή σχεδόν ως αναπόφευκτη εξέλιξη, ενώ οι Έλληνες πολιτικοί διαβεβαίωναν πως μέχρι το 2012 η χώρα θα είχε ολοκληρώσει τις «μεταρρυθμίσεις» και θα επέστρεφε στην ανάπτυξη και στις αγορές.

Το 2010 ήταν το έτος των ψεύτικων υποσχέσεων και τις συγκάλυψης μιας βιβλικής καταστροφής. Το 2011 ήταν η χρονιά της αποκάλυψης της αλήθειας: η καταρρακωμένη χρηματοοικονομικά Ελλάδα θα γινόταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που θα προχωρούσε σε αναδιάρθρωση του χρέους της. Οι Έλληνες πολιτικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι το προηγούμενο διάστημα δήλωναν ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο, τώρα πανηγύριζαν για το γεγονός, κάνοντας λόγο για αναγνώριση των προσπαθειών των Ελλήνων.

Η έναρξη του 2012 βρήκε τα βλέμματα όλου του κόσμου στραμμένα στην Ελλάδα εν αναμονή της απόφασης για την ολοκλήρωση του PSI, της συμφωνίας δηλαδή για το κούρεμα του ελληνικού χρέους, τμήματα της οποίας αποτελούν η ψήφιση και η αρχή υλοποίησης του Μνημονίου 2, το οποίο, μεταξύ άλλων, φέρνει ακόμα σκληρότερα και μακροχρόνια μέτρα λιτότητας, που θα οδηγήσουν σε έξαρση της ύφεσης στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και θα ωθήσουν στη φτώχεια ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, χωρίς ταυτόχρονα να εγγυάται την έξοδο από την κρίση.

Πηγή: GR – EXIT

Πάνος Παναγιώτου, Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement