Του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη
Πολιτικού Επιστήμονα
E-mail:emmakoum@otenet.gr
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος.
[Ιδανικοί Αυτόχειρες, Κώστας Καρυωτάκης, 1896-1928]
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν και κινούνται γύρω μας. Άνθρωποι που έχασαν τα πάντα εξαιτίας κακών επιλογών, κακοτυχίας ή απρόβλεπτων γεγονότων. Ανθρώπινα όντα, ψυχές καθημαγμένες που άσκοπα περιφέρουν εδώ κι εκεί το λιτό σαρκίο τους. Στεγνοί από χρήματα, πικραμένοι, δυστυχείς, πένητες, επαίτες, άστεγοι. Άνθρωποι που κάποτε είχαν υπόσταση και υπόληψη. Αξιοπρέπεια και περηφάνια. Φιλότιμο και αναγνώριση. Δουλειά και κύρος. Προσωπικότητα και χάρισμα. Αντοχές και ανοχές. Υπάρχουν συνάνθρωποί μας στον κόσμο που ζούμε, υπάρξεις που δυστυχούν, ζωές που η κάθε μέρα είναι μαρτύριο. Σπασμένα κλαδιά ποτισμένα με της ζωής το πικρό δηλητήριο. Υπάρχουν άνθρωποι μονάχοι. Χωρίς την παραμικρή ικανότητα και δυνατότητα επιβίωσης. Χωρίς εμάς των υπολοίπων τα αυτονόητα. Άνθρωποι, η παρουσία των οποίων προκαλεί αποστροφή και βαδίζουμε γρήγορα για να ξεφύγουμε από το θέαμα στου πεζοδρομίου τη στροφή. Και μετά δεν μιλάμε για αυτούς. Τους σβήνουμε από τη μνήμη μας, σα να μην υπάρχουν. Τους θεωρούμε γραφικές καρικατούρες ανθρώπων που έπαθαν αυτό που τους άξιζε. Δειλοί, φυγόδικοι της νεμέσεως, αρνούμενοι να αποδεχθούμε ευθύνες, ανήμποροι να σηκώσουμε βάρη. Στο κάτω-κάτω έχουμε τα δικά μας προβλήματα. Μας φτάνουν και μας περισσεύουν.
Ναι υπάρχουν παντού. Κι εμείς διακριτικά και αδιάκριτα τους αποφεύγουμε. Βλέπετε, εμείς είμαστε οι τυχεροί, οι προνοητικοί, οι κολώνες, τα στηρίγματα της σημερινής κοινωνίας. Εμείς δε φταίμε σε τίποτα για ότι συνέβη σε αυτούς τους ανθρώπους. Εμείς δεν είμαστε αυτοί. Εμείς είμαστε οι άλλοι. Οι τυχεροί, οι έξυπνοι, οι μάγκες, οι μεγάλοι. Εμείς που για εμάς δούλεψαν άλλοι. Χαμένοι μέσα στης απατηλής χλιδής μας την πλάνη. Ο εαυτός μας και τίποτε άλλο. Δεν μας νοιάζει ακόμα κι αν καεί το σύμπαν. Εμείς αποτελούμε εκλεκτή ράτσα και θα σωθούμε διατηρώντας παράλληλα όλες τις ανέσεις μας. Διατηρώντας τη νεότητά μας με της θαυματουργής σιλικόνης τα επιθέματα. Με τις ενέσεις μας και με τις ανέσεις μας. Έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη γιατί δεν φταίμε εμείς για το κατάντημα των συνανθρώπων μας. Έτσι τουλάχιστον θέλουμε να πιστεύουμε. Κι εφόσον το πιστεύουμε πολύ καιρό μάλλον έτσι θα είναι. Έτσι είναι εφόσον έτσι νομίζουμε.
Κι έρχεται μια στιγμή που καταρρέουν μεμιάς όλες των συνανθρώπων μας οι ψευδαισθήσεις. Η αλήθεια εμφανίζεται γυμνή μπροστά τους και είναι απαίσια, άσχημη και αποκρουστική. Αρνούνται να γνωρίσουν την προσωπική τους ιστορία και δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν ότι είναι εκείνη η ιστορία που τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία. Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους, οι οποίοι παρόλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και αρκετό καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα, τα οποία επειδή παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με αλλοπρόσαλλο τρόπο, καθετί που έκαναν ή δεν τόλμησαν να κάνουν.
Κι έρχεται μια μέρα που όλα αλλάζουν χρώμα, που κάθε πράξη κρίνεται. Είναι η ώρα που λυγίζουν. Είναι η στιγμή της μεγάλης απόδρασης από την πραγματικότητα. Είναι η ασπρόμαυρη ταινία που περνά σαν αστραπή από μπροστά τους, εκείνο το φιλμ με τις χαρούμενες στιγμές των παιδικών τους χρόνων. Είναι η ζωή που συνεχίζεται στους αιώνες των αιώνων. Είναι η τελευταία πράξη λύτρωσης, καθαρμού και εξαγνισμού. Η ζωή συμπυκνώνεται στον ήχο της πιστολιάς στον κρόταφο, στο σχοινί της κρεμάλας, στην ελεύθερη πτώση από το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου. Απονενοημένα διαβήματα, καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που δεν θέλησαν να πεθάνουν. Απλά ήθελαν να εξαφανιστούν. Μάλλον τα κατάφεραν. Εμείς όχι.