Και λοιπόν τι έγινε μικρό μου πλάσμα.
Γιατί στεναχωριέσαι που δεν έπιασε ο σπόρος
Μη συμβιβάζεσαι με δυο πράσινα φύλλα
Είσαι ταγμένος για να βρεις τα μαγικά φασόλια.
Κι όταν θα βγείς εκεί ψηλά στα σύννεφα
αν αντικρύσεις την ψυχή μου, ρώτησε τη.
Μάτωσες, πες της, γι’ αυτές τις δυό φτερούγες;
Βρήκα ένα δέντρο κάποια άνοιξη
κι ένας κισσός περιπλανιόταν στον κορμό του.
Έπιασα την άκρη του κισσού, την έδεσα στα πόδια μου
κι έκατσα ακίνητος στην κορυφή του δέντρου.
Χειμώνες καλοκαίρια πέρασαν
Τα παρακλάδια του κισσού
αγκάλιαζαν το δέντρο.
Χειμώνες καλοκαίρια πέρασαν
Έγινε ο κόμπος των ποδιών
θηλιά για το λαιμό μου.
Γιάννης Μποτονάκης