Γράφει ο Ran – ta – plan
Εχθές όπως μπήκα στο αυτοκίνητο μου για την καθιερωμένη απογευματινή μου βόλτα, ανοίγοντας το ράδιο, όλως τυχαίως το ρεμπέτικο άσμα, ωδή στον παράνομο, ακούστηκε.
«Από κάτω απ’ το ραδίκι, κάθονταν δυό πιτσιρίκοι,
όλοι μέρα μασουλούσαν, σήμερα περνάνε δίκη»
Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν σε αγαπημένα πρόσωπα και στις δύσκολες μέρες που βιώνουν στη φυλακή και στα εξευτελιστικά για αυτούς δικαστήρια.
Το τραγούδι συνέχισε.
«Άκη λέγανε τον ένα, ήθελε να κυβερνήσει,
και στον φίλο του τον Γιάννη έδινε γερό μπαξίσι»
Αλήθεια το μυαλό μου δε μπορούσε να ηρεμήσει και έτρεχε να παρηγορήσει τους χιλιάδες ψηφοφόρους τους μαζί με τους στίχους.
«Σκεψεις μου πουλιά που τρέχουν και στο νου μου πάλι φέρνουν,
μίζες μες τα βαλιτσάκια και υποβρύχια που γέρνουν».
Στη Νέα Μανωλάδα τα θύματα αυξήθηκαν. Μετά τους άτυχους μετανάστες, θύματα είναι και οι επιστάτες. Πραγματικοί ένοχοι είναι όσοι γνώριζαν και δε μιλούσαν τόσο καιρό. Άρχοντες και φορείς, αστυνομία και μια κοινωνία της ανοχής, μέχρι το πρόβλημα να φτάσει μες το σπίτι της. Μάλλον δε ξέρει πως είναι ήδη έξω απ’ την πόρτα της. Η τιμωρία μας θα είναι ο ρατσισμός που θα δέχονται τα δικά μας παιδιά-μετανάστες που θα ψάχνουν κάτι καλύτερο μακριά από τον τόπο τους.
ΥΓ: Στελλίτσα μου, γλυκό μου κοριτσάκι, ακόμα και τώρα η ψυχούλα σου μέσω των γονιών σου, δε ζήτησε μνημόσυνα, μα μια βοήθεια για τον συνάνθρωπο. Καλή σου ώρα κοριτσάκι μας.