Παρουσίαση του βιβλίου του Μιχάλη Τζανάκη « 5.13΄ ακριβώς»

HPIM1335

Την ιστορική νουβέλα «5.13΄ ακριβώς» του Μιχάλη Τζανάκη παρουσίασαν την π. Πέμπτη το βράδυ, στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα στο «Σπίτι του πολιτισμού», ο φιλόλογος και διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης κ.Μανώλης Καμπανάκης και η φιλόλογος κα Ράνια Ταταράκη.

Ο Μιχάλης Τζανάκης φιλόλογος, συγγραφέας, αρθρογράφος στις εφημερίδες «Πατρίς» και «Χωνί» και ενεργό μέλος της Αction Aid Hellas, γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στο Ηράκλειο, αλλά έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια στο Ρέθυμνο το οποίο και αγαπά ιδιαίτερα.

Το βιβλίο του αποτελεί ένα εξαιρετικό δημιούργημα με αληθινά κυρίως πρόσωπα από την Κρήτη. Μέσα από μια καταπληκτική πλοκή παρουσιάζονται οι πιο αιματηρές σελίδες της ιστορίας μας – Αρκάδι, Μικρασιατική καταστροφή, Γερμανική κατοχή-.

Advertisement

Ο συγγραφέας ακροβατεί μεταξύ μύθου και πραγματικότητας  σκιαγραφώντας τον  Κρητικό σε όλες της εκφάνσεις της ζωής του.

Η κα Ταταράκη έκανε μια φιλολογική προσέγγιση του μυθιστορήματος. Στην ομιλία της μεταξύ άλλων ανέφερε: «Η αφήγηση σε πολλά σημεία μετουσιώνεται σε ιστορικό κείμενο ύψιστης επιστημονικής αξίας. Διερευνώντας τους μακρινότερους των προγόνων μας, του Ετεόκρητες από τη Μινωική Κρήτη συνεχίζει την επίτομη παρουσίαση του Ιστορίας του Νησιού μας με ελεγειακές αναφορές στην Κρητική Επανάσταση του 1866, υμνώντας τον Κ. Γιαμπουδάκη “ως τον ήρωα που τινάζει στον αέρα τα κορμιά των Κρητικών, για να βρουν τη θέση τους στο πάνθεον των ηρώων”.

Ο μεγάλος – και τελευταίος δυστυχώς- πολιτικός μας Ελευθέριος Βενιζέλος εξαίρεται, αλλά και επικρίνεται  εύστοχα από το συγγραφέα: «Πόσοι αθώοι άνθρωποι διψασμένοι για ζωή, για σπουδαία έργα  δε θυσιάστηκαν αλήθεια για έναν Μεγαλοϊδεατισμό αυτοκαταστροφικό, που συντήρησαν κάποιοι ως εχέγγυο εθνικής αυθυπαρξίας και αναγέννησης; Υπήρχε άραγε εκείνα τα χρόνια ελληνική οικογένεια που να μη θρηνεί;»

H περίοδος της Γερμανικής κατοχής στη Μεγαλόνησο καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της αφήγησης. Ιδιαίτερες αναφορές γίνονται από το συγγραφέα στα χωριά του Ψηλορείτη και στην Κάνδανο των Χανίων, που κάηκαν από τους Ναζί, ως αντίποινα για τα σαμποτάζ που δέχονταν από τους αντάρτες. Οι θηριωδίες τους δεν τρομάζουν τους Κρητικούς, οι οποίοι δεν έχαναν τις ευκαιρίες ν’ ανταποδίδουν τις τρομακτικές βιαιότητες που υφίσταντο.

Για τις κτηνωδίες των Γερμανών στη Μεγαλόνησο ο συγγραφέας εκφράζεται με πικρία: ‘οι υπεύθυνοι των φρικτών αυτών εγκλημάτων δε λογοδότησαν ποτέ».

Σε άλλο σημείο τόνισε ότι «Τους δύο ήρωες χαρακτηρίζει η τραγικότητα των ηρώων της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Συγκρούονται με την υπέρτατη δύναμη της Μοίρας και του προπατορικού αμαρτήματος. Σ’ αυτή τη σύγκρουση εκδηλώνεται το ηθικό τους μεγαλείο, η αξιοπρέπεια με την οποία αντιστέκονται στην ψυχική οδύνη, που τους προκαλούν τα ‘χτυπήματα’ της ζωής. Το δράμα των δύο νέων κορυφώνεται, όταν οι Γερμανοί εισβάλλουν στο νησί μας, για να προσθέσουν, στις ήδη αιματηρές σελίδες του, νέες θηριωδίες».

Από την πλευρά του ο κ. Καμπανάκης διείσδυσε στην ψυχή και το μυαλό του συγγραφέα για να διευκρινίσει τους σκοπούς και τις ανάγκες της δημιουργίας του βιβλίου, αλλά και του αναγνώστη προβλέποντας τι θα απολαύσει και τι θα κερδίσει. Μεταξύ άλλων είπε: «Προσεγγίζει όμως τους Κρητικούς προγόνους μας των τριών προηγούμενων αιώνων αποτυπώνοντας με εξαιρετική γλαφυρότητα και ενάργεια την ιδιοσυγκρασία του Κρητικού γενικά: εξυμνεί τον απαράμιλλο ηρωισμό του, επισημαίνει την υπερβολή στις εκδηλώσεις του, τον αυθορμητισμό του, το βαθύ ερωτικό του αίσθημα (μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τα νήματα της υπόθεσης κινεί μια ερωτική επιστολή), αναφέρεται επικριτικά στην τάση οπλοκατοχής των Νεοκρητών, περιγράφει με τρυφερότητα την Κρητικιά μάνα και απεικονίζει σαν σε πίνακα ζωγραφικής ή σε τηλεοπτικό ντοκυμαντέρ εικόνες από την καθημερινότητα του Κρητικού, κάνοντας θα έλεγε κανείς το έργο του «εγχειρίδιο ηθογραφίας» για τις αρετές των συντοπιτών μας,  που μας καθιστούν εδώ και αιώνες ξεχωριστούς. Η ποίηση, το τραγούδι και το γλωσσικό ιδίωμα της Κρήτης παρουσιάζονται μέσα από το βιβλίο ως αναπόσπαστα γνωρίσματα της Κρητικής ταυτότητας».

Υπογράμμισε ακόμη ότι: «Η πλοκή της υπόθεσης δένεται αριστοτεχνικά με μυστικά που αποκαλύπτονται, με μυστήρια που λύνονται, με ερωτικές ιστορίες που συγκινούν, με ανατροπές και εκπλήξεις που καθηλώνουν τον αναγνώστη ως και την τελευταία σελίδα. Όποιος διαβάζει το βιβλίο έρχεται και ο ίδιος στη θέση του συγγραφέα και αισθάνεται ότι διαβάζει κι αυτός βουλιμικά το περιεχόμενο των επιστολών αγωνιώντας να ξεδιαλύνει τους άλυτους γρίφους του παρελθόντος. Θα ανακαλύψει ακόμα την ευφυή σύνδεση του τίτλου με την υπόθεση.

Δεν μπορεί παρά να συγκινηθεί ο αναγνώστης από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του βιβλίου, να συμμεριστεί τους φόβους και τις αγωνίες τους, να νιώσει ανήμπορος στην αίσθηση της τραγικότητάς τους, να συμμετάσχει στα αβάστακτα διλήμματά τους, να αισθανθεί δέος αντικρίζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους.

Σε συνεπαίρνουν, διαβάζοντας το βιβλίο του Μιχάλη οι περιγραφές των τοπίων, των προσώπων, των εθίμων. Βιώνεις εικόνες των παιδικών σου χρόνων (ειδικά αν είσαι της γενιάς του Μιχάλη ή μεγαλύτερος), περιηγείσαι νοητά σε τόπους, συναντάς ανθρώπους, αναθυμάσαι νοοτροπίες, ζωντανεύεις έθιμα, που ξέρεις καλά ότι αποτελούν τα γνωρίσματα του τόπου σου.

Και βέβαια όταν κανείς ξαναζεί και αναθυμάται την ιστορία του μέσα από τα πάθη συγκεκριμένων ανθρώπων και με την εξιστόρηση προσωπικών ιστοριών, τότε τα απλά και άψυχα γεγονότα της ιστορίας παίρνουν σάρκα και οστά, γίνονται πρόσωπα που πάσχουν, που πονούν, που θυσιάζονται. Τότε η ιστορία γίνεται ατομικό μας βίωμα, δική μας ανάμνηση του παρελθόντος, προσωπική συγκίνηση αλλά και διδαχή».

ΑΝΝΙΤΑ ΠΙΤΣΙΔΙΑΝΑΚΗ

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement