Γράφει ο Εμμανουήλ Κ. Ακουμιανάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
http://soixantedix.blogspot.com
Μικρά και μεγάλα βάσανα για τον καθένα μας, έγνοιες που ταλαιπωρούν το πνεύμα και το σώμα μας, καθημερινός αγώνας για την εξασφάλιση του επιούσιου και αναμνήσεις των αγαπημένων μας ανθρώπων που έχουν φύγει από κοντά μας. Άγιες μέρες που πρέπει να μας οδηγούν στην αυτοσυνειδησία και στην πνευματική γαλήνη κι όμως μας κάνουν να αισθανόμαστε ακόμη περισσότερο τη μοναξιά μας μέσα σε μια κοινωνία που το «εγώ» υπερτερεί του «εμείς», σε έναν κόσμο που οι δικές μας ανάγκες θεωρούνται απείρως σημαντικότερες από εκείνες των δυστυχισμένων συνανθρώπων μας, σε μια κοινωνία που ο ατομισμός θριαμβεύει και το «κοινό καλό» δεν εκτιμάται στο βαθμό και στο μέτρο που θα έπρεπε, εφόσον δεν έχει άμεσο όφελος για την αφεντιά μας. Σταυρώσεις και καθημερινές απογοητεύσεις, πίκρες και μαύρες σκέψεις, μικροί καθημερινοί και αργοί θάνατοι χωρίς επιστροφή, χωρίς προσδοκία ανάστασης. Και κάθε συμφορά που μας βρίσκει, αντί να μοιάζει με το τέλος της μιζέριας μας, περισσότερο φαίνεται να είναι η αρχή μιας περιόδου πίκρας, απογοήτευσης και προσμονής για τα χειρότερα που έπονται. Τελικά σε αυτό τον κόσμο όλα αγοράζονται, όλα πουλιούνται και όλα επιτρέπονται. Κι όσοι επικροτούν αυτή την κατάσταση κυκλοφορούν σφυρίζοντας αδιάφορα χωρίς να ντρέπονται.
Μεγάλη Πέμπτη πρωί και στην πόλη μας υπάρχει μια δειλή υποψία εορταστικού κλίματος. Μικρές αγορές για το πασχαλινό τραπέζι, που σε τίποτα δεν θα θυμίζει την ξέφρενη σπατάλη μιας άλλης εποχής. Μετρημένες οι δυνατότητες για ψώνια κόντρα στο «ψώνιο» του καταναλωτισμού μας. Λιγοστά τα κεράσματα, φτηνότερα τα δώρα και ακριβότερη η αγάπη για τους γύρω μας. Αρκετοί τουρίστες στην πόλη και περισσότεροι ντόπιοι, μια και τα ταξίδια φέτος θα είναι μακρινά για ελάχιστους και ανύπαρκτα για τους περισσότερους. Δεν είναι η κρίση, είναι η ψυχολογία της αβεβαιότητας, είναι το σύνδρομο της ανασφάλειας, είναι η απουσία μακροχρόνιου σχεδιασμού και προφανώς υπάρχει έλλειψη εθνικής και ατομικής αυτοπεποίθησης. Καθένα από τα παραπάνω χωριστά και όλα αυτά μαζί. Και το Πάσχα θα έρθει και θα περάσει. Είναι κι αυτή η ημέρα στη ζωή μας μια στάση. Χωρίς να σημαίνει για όλους απαραίτητα κι Ανάσταση. Γιατί στη ζωή οι αναμνήσεις υπάρχουν και μας πονούν. Κι οι άνθρωποι πληγώνονται, ματώνουν, πονούν αλλά συνεχίζουν. Κι όσο ζουν ελπίζουν.
Ξεκινώ μια βόλτα στην πόλη. Κοιτάζω τον κόσμο κι ερμηνεύω μέσα από είδωλα τα πράγματα διαφορετικά. Είδα τα απομεινάρια μιας χτεσινής Πρωτομαγιάς που δε γιορτάστηκε. Αντιλήφθηκα ένα χρονικό συμβολισμό του εργατικού κινήματος, που δυστυχώς από τους πολλούς ξεχάστηκε. Παρατήρησα μια αργία για τον δημόσιο και μια απεργία για τον ιδιωτικό τομέα. Περίμενα ένα δώρο του Πάσχα που δεν ήρθε. Έκανα ανάληψη σε ένα μισθό που πετσόκοψαν. Είδα μετανάστες έξω από τον Δημοτικό Κήπο να περιμένουν ένα μεροκάματο που δεν έγινε. Κοίταζα τους λίγους εμπόρους που δεν πουλούσαν και τους πολλούς καταναλωτές που δεν αγόραζαν. Πήγα στην εκκλησία και προσευχήθηκα με θρησκευτική κατάνυξη. Ένιωσα τη μοναξιά του κόσμου να με πονάει μέσα στο πλήθος. Διαπίστωσα ότι ακόμα υπάρχουν άνθρωποι με ακέραιο χαρακτήρα και σπάνιο ήθος. Κέρασα και με κέρασαν, χαιρέτησα και μου ανταπέδωσαν το χαιρετισμό, ευχήθηκα και μου ευχήθηκαν, περπάτησα και προβληματίστηκα, αναπόλησα και συγκινήθηκα. Και γύρισα σπίτι το μεσημέρι κουβαλώντας στους ώμους το δικό μου σταυρό, όπως κουβαλάει ο καθένας το δικό του, άλλος μικρό κι άλλος μεγάλο. Και κοίταξα τον ουρανό κι ευχήθηκα ψιθυριστά να σταματήσουν του κόσμου οι σταυρώσεις. Καλή Ανάσταση.