Γράφει ο Μανώλης Σκαρσούλης
Ο Βενιζέλος επαινείται για δύο κυρίως λόγους: ο πρώτος είναι η ευφυΐα του. Η ευφυΐα του πιστοποιείται από μερικά γνωστά χαρακτηρολογικά γνωρίσματα του: δεν κωλώνει, δεν διστάζει, δεν κοκκινίζει, δεν κομπιάζει. Τα συμπτώματα αυτά ταυτίζονται με εκείνα της ξυπασιάς. Ο μύθος της ευφυΐας του Βενιζέλου προσκρούει σε πολλαπλά εμπόδια: το πρώτο είναι ότι η πολιτική ευφυΐα αυτού του τύπου περιγράφει έναν πολιτικό «ξύπνιο», τουτέστιν μάγκα. Κι αυτό γιατί όταν πρόκειται για ουσιώδη πνευματικά χαρίσματα, κανείς δεν καταφεύγει στο χαρακτηρισμό του «ευφυούς». Ο Ντοστογιέφσκι ή ο Χέγκελ δεν είναι «έξυπνοι». Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε να κάνουμε με κολοσσούς του πνεύματος, κανείς δεν σκέφτεται να τους χαρακτηρίσει έξυπνους. Εδώ όμως έχουμε αλλάξει πεδίο. Γιατί η ικανότητα επαρκούς ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της πραγματικότητας μπορεί να σημαίνει πολύ απλά τον κοπάτσο εκείνοv που αναρριχάται χωρίς δισταγμό, ως ανθρώπινος οδοστρωτήρας, αδίστακτα και ανενδοίαστα. Αυτές είvαι όντως οι αρετές του ανθρώπου που προοδεύει στην πολιτική.
Ο δεύτερος έπαινος που προτάσσει το επικοινωνιακό οπλοστάσιο του Βενιζέλου αφορά τη ρητορική του δεινότητα. Ως γνωστόν η ρητορική στην αρχαιότητα κατοικούσε σε μια παράδοξη ζώνη. Καθώς ο λαός γνώριζε ότι ο καλός ρήτορας έχει τη δυνατότητα να παραπλανά, η ιδιότητα τoυ ικανού ρήτορα κατέστη με τον καιρό βρισιά. Όταν ο Αισχίνης περιγράφει τον Δημοσθένη ως «τεχνίτη λόγων», το νόημα ταλαντεύεται κάπου ανάμεσα στην κυριολεξία, σημαίνοντας αυτόν που τα καταφέρνει στα λόγια, και την υφέρπουσα κατηγορία ότι πρόκειται για λαοπλάνο ψευδολόγιο. Η ευφράδεια ήταν για τους αρχαίους μια ύποπτη ικανότητα, ταυτισμένη με την ευκολία στην εξαπάτηση. Αυτό οδηγούσε με τη σειρά του στην τάση των ομιλητών να προσποιούνται ανικανότητα στα λόγια, που είναι ένα διαχρονικό ρητορικό τέχνασμα.
Αυτό που παρουσιάζεται ως ευφράδεια στον Βενιζέλο συνεπώς, δεν είναι παρά άλλο το όνομα της ροπής προς την εξαπάτηση. Τίποτα, ποτέ, από όσα λέγονται δεν έχουν σημασία. Είναι όλα κενά λόγια, ειπωμένα με φόρα και τουπέ, για να πείθεται ο κοσμάκης, όχι από το περιεχόμενο αλλά από τη φόρα. Δεν εκπλήσσει καθόλου η επιμονή στα «ο λαός θέλει να ξέρει την αλήθεια» και το «εθνικό καθήκον αλήθειας». Ξέρουμε τι συνιστούν: καρβέλια για πεινασμένους. Η «έμφυτη αυτοπεποίθηση» δεν είναι τίποτα άλλο από την αποθέωση της αδιαφορίας για την αλήθεια: περιγράφει τον άνθρωπο που μπορεί να παρλάρει στον αέρα όλο σφρίγος, χωρίς ποτέ να έχει την παραμικρή σημασία το τι λέγεται. Σήμερα έτσι αύριο γιουβέτσι, σήμερα ΔΕΗ αύριο Δ.Ο.Υ., τι σημασία έχει;
Εκείνο που προέχει πάντα είναι το επιστημονικό – νομοθετικό του έργο, π.χ. η διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης ατιμωρησίας των πολιτικών που θωρακίζει συνταγματικά την ασυλία των υπουργών με το άρθρο 86, και η τεράστια προσφορά του στον πολιτισμό – να θυμηθούμε τη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης και την Πολιτιστική Ολυμπιάδα. Ο συνδυασμός τουπέ, διαφθοράς και αερολογίας είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος με τον οποίο ασκείται εδώ και καιρό η επίσημη πολιτική μας.