Γράφει ο Μανώλης Σκαρσούλης
Η πρώτη έκπληξη που περίμενε τον κρατούμενο μόλις έφτανε στο Άουσβιτς ήταν ότι αυτοί που τον γρονθοκοπούσαν και ούρλιαζαν ακατανόητες διαταγές μες στ’ αυτιά του δεν ήταν Ες-Ες, αλλά συγκρατούμενοί του που αντάλλασσαν τη συνεργασία με τον εχθρό με μικρά ή μεγαλύτερα προνόμια, οι διαβόητοι «Κάπο». Κάποτε η αμοιβή, ήταν λίγο μεγαλύτερη μερίδα φαγητού, ποσότητα κρίσιμη όμως για να μπορέσει κανείς να επιζήσει. ΄Ενας μεγαλοδιευθυντής σημαντικής χημικής βιομηχανίας εξασφαλίζει το προνόμιο να πλένει το καζάνι των Πολωνών εργατών και έτσι κερδίζει μισή καραβάνα σούπα παραπάνω καθημερινά, και φτάνει στο τέλος να αναλάβει καθήκοντα στην επιλογή των «κατάλληλων προς εργασία» κρατουμένων. Το δαιμονικότερο έγκλημα είναι η υπηρεσία που αναγκάστηκαν να προσφέρουν στο καθεστώς όλοι αυτοί οι κρατούμενοι που συνεργάστηκαν με τους φονιάδες τους, δημιουργώντας μια γκρίζα ζώνη που θολώνει τα νερά, στερεί από τα θύματα την αθωότητά τους, τα εκφυλίζει και τα διαφθείρει. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα επέτρεπε ποτέ την αγιοποίησή τους. Φροντίζει ώστε ο θύτης να μπορεί θριαμβευτικά να πει πως τα θύματα είναι άξια της μοίρας τους.
Προφανώς δεν χρειάζεται να μας υπενθυμίσει κανείς ότι δεν ζούμε στο ΄Αουσβιτς και ότι το άλμα προς τη σημερινή εποχή είναι τεράστιο. Το διάστημα που δωρίζει τους θύτες από τα θύματα δεν είναι ποτέ κενό, και πως πρέπει να το γνωρίζουμε, όχι μόνο για να προστατευτούμε σε μια ανάλογη δοκιμασία, αλλά «ακόμη και αν απλώς θέλουμε να αντιληφθούμε αυτό που συμβαίνει σε μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα».
Η ιστορική φράση λοιπόν του λαοπρόβλητου αντιπροέδρου, εκλεκτού της Ρεθυμνιώτικης ελίτ των επτά αστέρων, αυτός που είπε το περίφημο «Τα φάγαμε όλοι μαζί», συνοψίζει τη συνειδητή, συνειδητότατη στρατηγική ενοχοποίησης των θυμάτων, με σκοπό ακριβώς να αμβλύνει την κριτική τους, να τους στερήσει την αθωότητα, και, τέλος, να ελαφρύνει τη συνείδηση του θύτη. Το νόημα της φράσης είναι πως αγνοείται η διάσταση της τοκογλυφίας και η έμφαση μεταφέρεται στους σπάταλους λαούς, που ζουν πάνω από τις δυνάμεις τους παράγοντας ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Δεν πρόκειται λοιπόν για μάχη ανάμεσα σους λίγους και τους πολλούς, αλλά για μάχη μιας απρόσεκτης κοινωνίας, με τον κακό εαυτό της. Αρκεί να θυμίσουμε το «We all partied», το ίδιο επιχείρημα μεταφρασμένο ιρλανδιστί, για να αντιληφθούμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιοσυγκρασιακή αμετροέπεια του «λαοπρόβλητου» αντιπροέδρου, αλλά για καλοσχεδιασμένη επικοινωνιακή τρίπλα. Αυτό για το οποίο κατηγορείται ο λαός είναι πως τόλμησε να φάει τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι όπου γίνεται το μεγάλο φαγοπότι. ΄Οταν ο ανθρωπάκος που παρακάλεσε για να διορίσει το παιδί του εξισώνεται με τον απατεώνα που θησαύρισε παίρνοντας μίζες από τα εξοπλιστικά προγράμματα και νομοθέτησε το ακαταδίωκτο της κομπίνας του ή με το «χρυσό αγόρι» που φρόντισε να άρει τους ρυθμιστικούς περιορισμούς στην τοκογλυφία, είναι χρήσιμο να θυμίζουμε ότι, πρώτον, πάντα υπάρχει μια γκρίζα ζώνη, ακόμη και στα ειδεχθέστερα εγκλήματα, και, δεύτερον, ότι αυτή η γκρίζα ζώνη δεν καταργεί τη διάκριση θύτη και θύματος, όσο κι αν το θέλουν οι πραγματικοί υπαίτιοι της καταστροφής.