Παλαιϊνές Κρητικές κουβέντες – Ο Άι – Αντώνης ο «Τριβιδιώτης» της Ευγενίας Σπαντιδάκη – Ζαμπετάκη

Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη Συν/χου δασκάλα 

Χτυπά τη μ-πόρτα τση μάνας τση η Στελιανή και τση φωνάζει:

-Μάνα, ε μάνα, άνοιξέ μου!

Advertisement

Γροικά τηνε η Γωργάκαινα, η μάνα τζη, και γλακά ξετρουμισμένη

-Είντα ‘παθες κοπελιά μου κι ήρθες αποδιαφώτιστα;

Θωρώ τ’ αμάθια σου ολοκόκιινα, ηγούγια μου τση κακομοίρας, πράμα πάθανε τα κοπέλια σου, ο άντρας σου;

-Ο Κωστής μάνα, ο μικιός, δεν έκλεισενε μάτι απόψε από τσι πόνους.

-Που πόνιενε το άζουδο(1);

-Στα πόδια μάνα κι είντα δε ν-τουκαμα, έτριψά του τα με τσικουδιά πια ομπρός, ύστερα με πετρέλαιο και τα τύλιξα μ’ ένα μάλλινο πανί, του τ’ άλειψα με λάδι απού το λύχνο, ζεστό – ζεστό, μα πράμα δεν τον επαγούριενε(2).

Θωρείς παιδί μου από ν-τα τον έβγαλενε κείνονα το πόνεμα στο λαιμό κι είχενε το κακορίζικο τόσο πυρετό δεν εξανάκαμενε καλό. Αναστοράσαι πόσες μέρες τούβανε ν-τα κουβόχορτα η παπακωστήδενα με μια μπετσέτα στο λαιμό για να γινώσει η απορροφη(3).

-Ε! το κακορίζικο μάνα μου πως το λυπήθηκα όταν επελέκησε ν-η «γιάτραινα» το καλάμι και του καμενε μια ψιλή μύτη και του τρύπησε ν-το πόνεμα!

-Μα αναστοράσαι Στελιανή μου πόσος όμπυος(4) έτρεψε από την μπαντέρμη απορροφή;

-Ας είναι δα επιάσαμε ν-τη κουβέντα, που τ’ άφηκες τα κοπέλια;

-Κοιμούντια μάνα μου κ ήρθα να σου πως το μ-πόνο μου να δούμενε είντα θα γενούμενε;

-Άμε  δα μπρε στο κονάκι σου, να πλυθώ ν’ αλλάξω και θα πεταχτώ γιαμιάς.

Εγιάϊρενε(5) η Στελιανή στο σπίτι τζη και σαν ήβρικενε τα κοπέλια να κοιμούνται, ερετζάκωσενε(6) κι αυτή στο καναπεδάκι της κουζίνας και όπως ήταν ξαγρυπνημένη την επήρε γιαμιάς(7) ο ύπνος.

Σε μια ουλιά ώρα, ήρθε ν-η Γιωργάκαινα πλυμένη και φουνταλλαμένη στο σπίτι τση κόρης τση και σαν τους ήβρικενε όλους να κοιμούνται εγιάιρε ν-οπίσω. Έβρασενε δαφνόφυλλα και στο χλιαρό δαφνόνερο εδιάλυσε ν-το προζύμη, έβαλε ν’ αλεύρι ζύμωσε ν-το προζύμι το σκέπασε με μια πετσέτα και τ’ άφησε ν’ ανέβει.

Εξαναγιάϊρε στο σπίτι τση κόρης τση και άκουγε ν-τα κλάματα του Κωστή. Μόλις την είδενε άρχινηξε ν-τα παράπονα:

-Γιαγιά μου τα ποδαράκια μου! Πονούνε γιαγιά μου! Δεν νταγιαντίζω(8) τσι πόνους!

Η γιαγιά τον αγκάλιασε και του λεγε τρυφερα

-Μη ζακώνεις(9) κοπελάκι μου, μα θα ζυμώσω τριβίδια (10) και ταϊτέρου(11) θα σε καβαλικέψω στη γ-καπούλα(12) του γαϊδάρου να πάμενε στου λάκκου τον μποταμό απου ‘ναι κειά η εκκλησία του Άι  – Αντώνη του Τριβιδιώτη και θα σ’ αλείψω τα ποδαράκια σου με λαδάκι από το καντήλι του Αγίου και γιαμιάς θα γενείς καλά.΄

Ευχαριστήθηκενε η Στελιανή όντα ν-άκουσα ν-τη ν-απόφαση τση μάνας τση, γιατί πίστευγε στη δύναμη του Αγίου. Έφερε ν-η Γιωργάκαινα από το σπίτι τζη το ανεβατό προζύμι, έβαλενε στη σκάφη μια χούφτα λάδι, μια πετιμέζι, αλάτι, αλεύρι και με το χλιαρό δαφνόνερο εζύμωσενε μια μαλακή ζύμη.  Μάνα και κόρη έπαιρναν κομμάτια ζύμης και τα τριβαν  στο ξύλινο πλαστερό. Τους έδιναν μακρουλό σχήμα και τα χάραζαν από πάνω με το μαχαίρι σε κανονικές αποστάσεις.

Από βραδίς τα φούρνισαν και το πρωί ήταν έτοιμα.

Έστρωσενε η Στελιανή το γάιδαρο με το σαμάρι, έβαλεν η γιαγιά το βουργιάλις το σκαρβέλι και το δεσενε καλά, έπιασε ν-η κόρη τζη το Κωστή και τον ασφεντούριξενε(13) στη γ-καπούλα του γαϊδάρου, επάτησε ν-η μανα τζη στο πεζούλι έπαιξε ν- ένα πήδο και θρονιάστηκε ν-εις το σωμάρι.

Σταυροκοπήθηκε η γιαγιά, παρακάλεσε ν-το εγγονό τζη να κάνει το σταυρό ν-του στη χάρη του Άι–Αντώνη για νάχουνε «καλή στραθιά», αποχαιρέτηξανε τη Στελιανή και ξεκινήσανε.

-Να με κρατάς καλά με τα χεράκια σου, από τα ρούχα και να σφίγγεις γερά την αριστερή μου χέρι, γιατί με την άλλη κρατώ το χαλινάρι. Ο δρόμος είναι γεμάτος χάλαβρα(14) και κάτω χάσκουν οι γκρεμνοί, να χεις το νου σου να μη μ-πέσεις.

Στην αρχή ο Κωστής ήταν χαρούμενος γιατί θα προσκυνούσε τον Άγιο Αντώνη να γιάνει, να μη μ-πονούν τα πόδια του, αλλά και γιατί θα ’βλεπε και ένα καινούργιο, άγνωστο τόπο μακριά από το χωριό ντου. Λίγο το χεις να ξεκουνίσει λιγάκι!

-Γιαγιά όφιδες και όχεντρες υπάρχουν εκειά που θα πάμενε;

-Γιάντα ρωτάς κοπελάκι, φοβάσαι πούρι(15)

-Ναι γιαγιά φοβούμαι, θυμάσαι το Γιαννιώ τση θείας μου τση Βαγγελιάς, που κοιμούνταντε στ’ αλώνι το καλοκαίρι και μπήκενε στο στομάχι ν-του μέσα ο όφις.

-Άκουσε ν-ο κακομοίρης τη μυρωδιά από το γάλα πούχενε πιομένο το κοπέλι και μπήκενε να πιεί μια ουλιά(16), είπε ν-η γιαγιά ήσυχα χωρίς φόβο. Εσύ κωστή μου να μη φοβάσαι κανένα ζώο, όλα όσα έπεψε ν-ο Θεός στη γη, ούλα χρειάζουνται κι αν δε τα πειράξει ο άνθρωπος, αυτά ποτέ δε ν-του γιορουντούνε. Το μεγαλύτερο θεριό του κόσμου είναι ο άνθρωπος. Αυτός έχει την άδεια του Θεού να τα εξουσιάζει ούλα και τα πουλιά και τα ζωντανά και τη θάλασσα και τα ψάρια και τα δεντρά και τα νερά, αλλά δε σέβεται πράμα. Κόβει τα δεντρά και κάνει τα δάση οικόπεδα, μαγαρίζει(17) τα νερά, με σκουπίδια και φυτοφάρμακα, εξαφανίζει τα πουλιά και τ’ άγρια ζώα με το κυνήγι, αν δε βάλει μυαλό θα καταστραφεί ο κόσμος.

Ο δρόμος όσο προχωρούσαν ήτανε στενός και γεμάτος χαλίκια και κοτρόνες. Ο γάιδαρος εγλιστρούσε, εξάνοιγιενε ο Κωστής από το δρόμο, τους γκρεμούς να χάσκουνε, εγατζούνιαζενε στο κορμί τση γιαγιάς του και βατταλάλιενε(18) αποσίγανα; «Φοβούμαι γιαγιά φοβούμαι… χάσκει ο γκρεμνός και θα με καταπιεί».

-Μη φοβάσαι κοπελάκι μου, η χάρη του Αγίου δε μας αφήνει να πάθομε γ-κακό, αλλά και ο γάιδαρος μας είναι πραγιός(19) και πορεύεται προσεχτικά! Εσύ άνοιγε τα ματάκια σου και ξάνοιγε τα όμορφα δεντρά, άκουγε τα μουρμουρητά που κάνει το νερό όντε κατεβαίνει από τσι πηγές κάτω στο μποταμό, άκουγε τα κελαηδήσματα των πουλιών και αντί να γούσγεσαι, άρχιξε να τραγουδείς και να δοξάζεις το Θεό που γεννήθηκες στο χωριό και θωρείς ολοχρονίς του χρόνου την ομορφιά τση φύσης, το ξέρεις ότι τα κοπέλια τση πολιτείας είναι κλεισμένα συνέχεια μέσα και μόνο τσι Κυριακές βγαίνουν όξω και βλέπουν ν-τη ν-εξοχή.

-Ναι γιαγιά μ’ αυτά κάθε μέρα τρώνε χάσικο ψωμί, φρατζόλα…

-Ε κ είντα μου το λες εδά τουτονά, το δικό μας το ζυμωτό ψωμί είναι καλύτερο.

-Είναι γιαγιά μου ξερό και δε μου μασιέται όξω να το βρέξω.

Μ’ αυτές τις κουβέντες έφτασαν στο ερημοκλήσι. Ξεπέζεψαν(20) από το γάιδαρο, άνοιξαν την πόρτα και μπήκανε μέσα. Ο άγιος Αντώνιος σοβαρός και επιβλητικός, ξεπρόβερνε μέσα από τις εικόνες, εξάνοιξενε ο Κωστής την εικόνα της γλυκιάς Παναγίας και εκατούμωσε(21) ν-η ψυχή του, ο Χριστούλης από ψηλά από το Σταυρό τον γλυκοξάνοιξε.

-Γιαγιά μόνο ο Άι – Αντώνης θα με γιατρέψει ή να προσευχηθώ και τσ’ άλλους Αγίους πούνε επαέ, εγώ ποιο να παρακαλέσω;

-Όλους παιδάκι μου θα τους παρακαλέσεις, κι απόης θα πιείς αγίασμα, θα σου τρίψω με λάδια από το καντηλάκι τα ποδαράκια σου, θα προσκυνήσεις τις εικόνες όλων των Αγίων και με τη βοήθειά ντονε θα γιάνεις.  Εγινήκανε ούλα με τη σειρά όπως είπε ν-η γιαγιά στο τέλος έβγαλε ν-τα τριβίδια τα άφηκενε στην εικόνα του αγίου και φύγανε.  Στο γυρισμό μια σκέψη τυραννούσε το μυαλό του τετράχρονου εγγονακιού: «Πως ο Άγιος Αντώνιος θα πορίσει από την εικόνα να φάει τα τριβίδια;» Δεν άντεξε και στο τέλος ερώτηξε ν-τη γιαγιά ν-του.

-γιαγιά ο άγιος είναι αζωντανός γή αποθαμένος;

-Αποθαμένος είναι δα και πολλά χρόνια…

-Κι αφού είναι αποθαμένος πως θα φάει τα τριβίδια;

-Δε θα τα φάει ο ίδιος, θα τα φάνε οι βοσκοί απού βόσκουν- τα πρόβατα ν-τονε επαέ στο δάσος, αλλά θα φάνε, οι ξενομπάτες, ότι απομείνει θα φάνε οι όφιδες, τα ποντίκια, τα πουλιά, όποιος κι αν ν-τα φάει το μυστό μας είναι μεγάλο γιατί ούλοι μας είμαστε πλάσματα του Θεού.

 

Ερμηνεία λέξεων

(1)  άζουδο = κακορίζικο

(2)  παγούριανε = καταπράϋνε

(3)  απορροφή = απόστημα

(4)  όμπυος = πύο

(5)  εγιάϊρενε = εγύρισε

(6)  ερετζάκωσενε =  εστριμώχθηκε

(7)  γιαμιάς = δια μιάς

(8)  νταγιαντίζω = αντέχω

(9)  ζακώνεις = στεναχωράσαι

(10)   τριβίδια = μακρόστενα παξιμάδια

(11)   ταϊτέρου = το πρωί

(12)   καπούλα του γαϊδάρου = ο πισινός του

(13)   ασφεντουρώ = πετώ με δύναμη

(14)   χάλαβρα = χαβούζες

(15)   πούρι  = άραγε

(16)   μια ουλιά = μια σταγόνα

(17)   μαγαρίζει = λερώνει

(18)   εβατταλάλιε = εμουρμούριζε γοερά

(19)   πραγιός = ήσυχος

(20)   ξεπέζεψαν = κατέβηκαν από το γάϊδαρο

(21)   εκατούμωσε = ηρέμησε

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement