Μια οφειλή της Ζωής Ριτσάτου – Παπαδάκη

Γράφει η Ζωή Ριτσάτου – Παπαδάκη

Ήταν το 1971. Στην καρδιά της δικτατορίας. Ένα μπουκέτο λουλούδια, κορίτσια και αγόρια, στα 18 τους γεμάτα με υγεία, όνειρα, ελπίδες και αμηχανία ίσως, ετοιμαζότανε να αφήσουν τη σιγουριά του σχολείου και να βαδίσουν στον άγνωστο δρόμο του μέλλοντος. Εφόδια, η αισιοδοξία που δίνουν τα νιάτα και οι οποίες γνώσεις να τους μεταδώσουμε, εμείς, οι ανίδεοι της ζωής που και εμείς τότε ξεκινούσαμε. Που νομίζαμε ότι αυτές οι λίγες γνώσεις και η πολλή αγάπη αρκούσαν για να οπλίσουν με ό,τι θα χρειαζόταν στην πορεία τους. Εμείς οι άοπλοι.

–        Μας διδάσκετε γράμματα, δε μας διδάξατε τη ζωή μου είπε κάποτε ένας μαθητής μου.

Advertisement

Τη  ζωή που δε γνωρίσαμε. Πώς να τη διδάξομε; Αλλά διδάσκεται η ζωή; Μήπως είναι οι ασκήσεις στη γραμματική και τα μαθηματικά; Εμείς αυτά διδάσκαμε. Τα εύκολα. Η άλλη γνώση ήρθε σιγά σιγά και δύσκολα σε όλους μας.

Τότε ζούσαμε στον κόσμο της ουτοπίας. Με ρομαντισμό και όνειρα. Μέσα σε μια φύση ιδανική, σ’ ένα περιβάλλον ιδεώδες. Το μονοπάτι μέσα στα πλατάνια και τα ελιές. Τα πέτρινα σπίτια με το γιόκλημα και τα γιασεμιά. Η αυλή με το εκκλησάκι. Το απέριττο κτήριο. Και μέσα στις αίθουσες τα κορίτσια και τα’ αγόρια, σαν τις κόρες της Ακρόπολης και τους αρχαϊκούς εφήβους.

Η σχολική ζωή ήταν μια μαγευτική περιπέτεια. Το μάθημα στην τάξη, τα διαλείμματα, η πρωινή προσευχή, οι σχολικές γιορτές. Είναι λοιπόν τόσο συναρπαστικό το «δασκαλίκι» για να θυμηθώ την Έλλη Αλεξίου στη «Βασιλική Δρυ». Ναι, μια Βασιλική Δρυ ήταν το σχολείο μας, με πλούσιο φύλλωμα, με δροσερό και ζωογόνο άνεμο.

Πιστεύαμε πως όταν ο δάσκαλος δίνει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, τα μαθήματα, όλα τα μαθήματα, έχουν τη δύναμη να καλλιεργήσουν το μυαλό και να δώσουν τα εφόδια που θα οπλιστούν τα παιδιά για το μέλλον τους. Ίσως κάποιοι, πιο ρομαντικοί, να εστιάζαμε περισσότερο στις ιδέες, στις αξίες,, παρά στα πρακτικά θέματα της ζωής! Ίσως να τα οδηγούσαμε σε ένα κόσμο ιδεατό και ανύπαρκτο. Δεν ξέρω, και τώρα πια, δεν θυμάμαι. Ποιο είναι το σωστό; και πιο το λάθος; Αν όμως αυτά τα ανεπανάληπτα χρόνια ο έφηβος δεν ονειρευτεί και δε ζήσει με τη φαντασία του και δεν ελπίσει σε ένα κόσμο της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της ομορφιάς, τότε, πότε;

Τα παιδιά τελείωσαν το Γυμνάσιο εκείνο. Σκορπίστηκαν, μπήκαν στον κόσμο τον πραγματικό, του αγώνα και της βιοπάλης. Μεγάλωσαν, ωρίμασαν, δημιούργησαν. Και μετά  από 42 χρόνια είπαν να ξαναμαζευτούν. Νοστάλγησαν εκείνα τα χρόνια, της ειλικρίνειας και της αθωότητας. Σ’ εκείνο το χώρο το μαγικό, του παραμυθιού. Και θυμήθηκαν κι εμάς. Τους δασκάλους τους. Μαζευτήκαμε και θυμηθήκαμε. Στον ίδιο χώρο που κάθε του γωνιά είχε τόσα να μας πει. Σ’ αυτά από τα μαγευτικά χρόνια της επαγγελματικής μας πορείας  που τότε την ξεκινούσαμε με τόσο πάθος και τόσα όνειρα.

Ήταν τόσο δύσκολο αλλά και όμορφο. Οι μαγικές κλωστές που δένουν το δάσκαλο με τα παιδιά μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας φαίνεται ότι είναι γερές. Νικούν το χρόνο τον ανελέητο. Κι αυτά, ώριμοι, τώρα άνδρες και γυναίκες, για μας θά ναι πάντα παιδιά. Τα παιδιά μας.

Υ.Γ. Σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριές μου του 1969-1972 στο Γυμνάσιο Σπηλίου

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement