Γράφει ο Εμμανουήλ Κ. Ακουμιανάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
http://soixantedix.blogspot.com
Ήθελα να ξέρω γιατί πάμε από το κακό στο χειρότερο. Ήθελα να ξέρω τι μου ξημερώνει. Κοιτάζω τον ουρανό και σκέφτομαι πόσοι δεν πρόλαβαν να δουν την αυγή της σημερινής μέρας. Ανασαίνω για να μπει στα πνευμόνια μου φρέσκος αέρας. Τελικά τι είναι η ζωή; Μια ανάσα; Ένα παιδί που γεννιέται; Ένας έρωτας που ανθίζει; Μια αγκαλιά από τα παιδιά σου; Ένα σφίξιμο καρδιάς; Η μια κατάθεση ψυχής;
Μικρός ήξερα τα πάντα. Ρώταγα και μάθαινα, δεν είχα απορίες, είχα για όλα απαντήσεις. Βρίσκονταν διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού και οι πέντε μου αισθήσεις. Μεγαλώνοντας, είδα, συνειδητοποίησα, έπαθα, έμαθα. Τι έμαθα δηλαδή; Το ελάχιστο από το μερικό, το μηδαμινό από το όλο, την αξία της στιγμής και το χάσιμο του χρόνου. Και κάθε φορά που γιόρταζα μου έλεγαν «και του χρόνου». Να κοιμάμαι, να ξυπνάω, να δουλεύω, να νοιάζομαι για τους άλλους, να δίνομαι, να μοιράζομαι, να γίνομαι κομμάτια, να φθείρω το είναι μου για τη ματαιοδοξία των αχάριστων. Αυτών των τραγικά μικρών και φαινομενικά μεγάλων και τρανών.
Και μετά κλάμα, δάκρυ, πόνος, δυστυχία. Ούτε δυνατές φωνές, ούτε σπαραξικάρδιοι θρήνοι. Σιωπή ηχηρή, ασυνείδητα βλέμματα στο άπειρο. Δεν άλλαζε τίποτα, άλλωστε. Κι εγώ πάντα εκεί, όρθιος, αγέρωχος και δυνατός, σπασμένος από μέσα και συγκολλημένος απέξω, στητός και ευθυτενής να κοιτάζω ουρανό, χρήσιμος αλλά ξεχασμένος, ευχάριστος για τους άλλους και δυσάρεστος για μένα, καλός για λίγο και κορόιδο για πολύ. Αλήθεια σε τι ωφελεί; Χάθηκα, εξαϋλώθηκα, κουράστηκα, μάτωσα, πέθανα κι ήθελα να ξέρω «γιατί;».
Ήθελα να ξέρω γιατί υπάρχει τόσο μίσος έξω. Τόση κακία, τόση ζήλια, τόση λάσπη. Ήθελα να ξέρω γιατί ασχολούνται μερικοί με τους άλλους κι όχι με τον εαυτό τους. Ήθελα να ξέρω γιατί πληγώνετε αυτούς που σας έκαναν καλό μόνο. Γιατί κάνετε ερωτήσεις που ήδη ξέρετε την απάντησή τους. Θέλω να ξέρω γιατί εμείς δίνουμε τροφή σε ανθρώπους που δεν αξίζουν και μας κατασπαράζουν μετά. Γιατί όντας ξαπλωμένοι δεν μας πιάνει ύπνος και γιατί κοιμόμαστε όρθιοι. Γιατί δοθήκαμε χωρίς υστεροβουλία. Γιατί νομίζαμε πως μικρύναμε κάποτε την απόσταση μεταξύ μας. Κι εσείς γίνατε μάγοι χωρίς δώρα. Ξαπλώσατε στους μίσους σας την αιώρα και ξεχάσατε να δέσετε το σχοινί στο δέντρο. Κι ύστερα ζητήσατε το λόγο από εμάς, χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ. Ναι, «εμείς έχουμε πάντα δίκιο» μονολογείτε. Κι εμείς κοιταζόμαστε απορημένα στον φίλο μας τον καθρέφτη που πάντα γελάει όταν γελάμε και κλαίει όταν κλαίμε Έτσι είναι οι αληθινοί φίλοι κι όχι σαν εσάς που γελάτε στη δυστυχία μας και λυπάστε στη χαρά μας.
Ευτυχώς υπάρχει αρκετή περιφρόνηση για όλους. Μην στριμώχνεστε, μην σπρώχνεστε. Όλοι θα πάρετε. Ρίξτε μας και μια κλωτσιά για το ευχαριστώ, χτυπήστε μας κι άλλο να εκτονωθεί το μίσος σας. Να ξέρετε όμως ότι εσείς που προκαλείτε δυστυχία είστε πολλαπλάσια δυστυχισμένοι από εμάς που την δεχόμαστε. Κι ας μην το καταλαβαίνετε τώρα. Η ζωή κάνει κύκλους κι ο τροχός γυρίζει. Λένε πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται πάντα κρύο. Έτσι θα είναι μάλλον, δεν δοκίμασα, δεν ξέρω. Υπάρχει όμως κι η Θεία Δίκη. Κανείς δεν ξεφεύγει από το βλέμμα της. Ειλικρινά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κλωτσάτε τον συνάνθρωπό σας ενώ είναι πεσμένος κάτω. Γιατί λυσσάξατε; Τόσο κοντή μνήμη έχετε και ξεχάσατε ποιοι στάθηκαν δίπλα σας, όταν εσείς ήσασταν σε δύσκολη θέση; Τόσο αγνώμονες είστε; Επιτέλους, σταματήστε!!. Πόσο αίμα θέλετε ακόμα; Συνειδητοποιήστε μόνο ότι χίλιοι θάνατοι κρέμονται καθημερινά πάνω από τα κεφάλια σας. Κάνετε καθημερινά βήματα στο καθόλου. Κι εγώ; Τώρα που σας έμαθα δεν θέλω πια να σας ξέρω…