ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Λ Ε Υ Κ Ο Γ Ε Ι Α[1]
(Μέρος 1ο)
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com
Θέση- Γενικά χαρακτηριστικά τού χωριού
Χωριό τού δήμου Αγίου Βασιλείου, κατ. 289 και με τους οικισμούς του 369 (2001), υψόμ. 90μ., 1500 μ. από τη θάλασσα και 35 χλμ. από το Ρέθυμνο, διαδρομή: διακλάδωση δεξιά στο 22 χλμ. τού δρόμου (προς Σπήλι)- Κοξαρέ- Ασώματος- Λευκόγεια.
Το χωριό είναι κτισμένο σε μέρος ισόπεδο και στο μέσο δύο μεγάλων ρυακιών που μαζεύουν τα νερά από τις γύρω πλαγιές τον χειμώνα, τα ενώνουν στην δυτική άκρη τού χωριού και τρέχουν προς την θαλάσσια περιοχή Αμμούδι. Παλαιότερα, το καλοκαίρι, τα στάσιμα νερά μέσα στα ρυάκια γέμιζαν από αυγά βατράχων κατά μυριάδες. Γέμιζαν οι δρόμοι από βατράχια και οι κοντοχωριανοί πειραχτικά αποκαλούσαν το χωριό Βατραχοχώρι, αφού μέρα και νύχτα ακούγονταν οι φωνές των βατράχων που κόαζαν[2]. Το κακό με τα βατράχια σταμάτησε όταν στις δεκαετίες τού ’50- ’60 τα ρυάκια σκεπάστηκαν με τσιμέντο. Τον ίδιο, περίπου, καιρό κατασκευάστηκε και ο δρόμος προς το χωριό, ενώ αργότερα ήρθαν και ο εξηλεκτρισμός και η ύδρευση και το χωριό εκσυγχρονίστηκε και προσαρμόστηκε στις ανάγκες τής σύγχρονης ζωής.
Στην νότια πλευρά τού χωριού βρίσκονται μικρές βουνοκορφές, όπως το Μόδι και, αριστερότερα, η βουνοκορφή τού Τιμίου Σταυρού και ένας μικρός γήλοφος δεξιά από το Μόδι, με την εκκλησία των αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Προς την βόρεια πλευρά βρίσκονται τα Ασωμαθιανά όρη.
Αρχική αναγνώριση τής κοινότητας- Συνοικισμοί
Η αρχική αναγνώριση τής κοινότητας Λευκογείων έγινε με το Δ. 26-1-1925, ΦΕΚ Α 27/ 1925. Συνοικισμοί που αρχικά απάρτισαν την κοινότητα: Λευκόγεια, Ασώματος[3], Γιαννιού[4], Μονή Πρέβελη[5].
Συνοικισμοί που αποτελούν σήμερα το Δ. Δ. Λευκογείων (κάτ. 369):
Λευκόγεια (κάτ. 289),
Αμμούδι (κάτ. 0),
Γιαννιού (κάτ. 80),
Δαμνόνι, παράλιος οικισμός με εξαιρετική τουριστική ανάπτυξη, που έχουν να κάνουν και το Μαριού και η Μύρθιος (με 53 κάτ. το 1991) και Σχοινάρια (κάτ. 0), παραθαλάσσιος οικισμός.
Ονομασία τού χωριού- Παραδόσεις
Το όνομα τού χωριού ετυμολογείται από τη λευκή γη (αρχ. γαία) (>Λευκόγεια), που επικρατεί στη γύρω περιοχή, που στην Κρήτη ονομάζεται άσπρουγας[6] [πβ., γενικότερα, και την αφθονία τοπωνυμίων τής περιοχής Λευκογείων, που σημαίνουν άσπρο χρώμα: Ασβεστικό[7], Άσπρο Κατάλυμα, Άσπρη Πέτρα, Άσπρουγας, Καμηλόπετρα (διάβαζε Κουμουλόπετρα[8]), Χελιοβόλακκας[9]].
Παρότι αυτήν- όπως αποδεικνύεται, εξάλλου, και από τη γεωλογική πραγματικότητα τής περιοχής- θεωρούμε ως την πιθανότερη εκδοχή για την προέλευση τού ονόματος τού χωριού, όμως- στο πνεύμα τής διάσωσης των παραδόσεων κινούμενοι – αναφέρουμε και σχετική παράδοση που ακούγεται ευρέως στο χωριό. Το έτος, λέγει, 1650 ήλθε εξόριστος από την Κωνσταντινούπολη κάποιος Αχιλλέας Τζές με τη σύζυγό του Πηνελόπη, το γένος Παλαιολόγου, και τα παιδιά του Κωνσταντίνο και Ελένη. Αυτός ο Αχιλλέας, κατά την παράδοση, είναι ο θεμελιωτής τού χωριού, το όνομα τού οποίου ανάγεται στη νύφη του Λευκή- για το κατάλευκο χρώμα τής επιδερμίδας της- σύζυγο τού γιου του Κωνσταντίνου, η οποία μετά τον θάνατό του κληρονόμησε όλη τη γύρω γη που ο γενίτσαρος Βεΐσης- Ξύγκης παραχώρησε, οπότε: Λευκής (γεν. κτητική) γαία> Λευκόγεια[10].
Όμως, με τον εν λόγω, κατά την παράδοση, θεμελιωτή τού χωριού Αχιλλέα Τζέ- συνδέεται και το τοπωνύμιο, στα νοτιοδυτικά, του χωριού: Φούρνου το Λαγκό (στου). Πρόκειται για λαγκαδιά όπου βρίσκεται η σπηλιά (σπηλαιότρυπα) Φουρνή, που, κατά την παράδοση, το όνομά της πήρε από έναν τουρκαλβανό με το όνομα Φουρνής, τον οποίο σκότωσε ο Αχιλλέας Τζές, που- εξόριστος από την Κωνσταντινούπολη με τη σύζυγό του Πηνελόπη- εγκαταστάθηκε στο εν λόγω σπήλαιο, επιτηρούμενος αυστηρά από τους Τούρκους, με επικεφαλής τής φρουράς τον εν λόγω Φουρνή. Ο Φουρνής, όμως, μονίμως παρενοχλούσε ερωτικά τη σύζυγο τού Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας τον σκότωσε για λόγους τιμής και τον έσυρε στο βάθος τής εν λόγω σπηλιάς. Για να παραπλανήσει εκείνους που θα τον έψαχναν, έθεσε στην είσοδό της έναν σκοτωμένο άρκαλο, ώστε να θεωρηθεί ότι η δυσάρεστη μυρωδιά προερχόταν από την αποσύνθεση τού εν λόγω ζώου. Από το γεγονός αυτό, λέγεται ότι και η σπηλιά έλαβε το όνομά της[11] (τού Φουρνή η Σπηλιά).
Αφορά, για την ακρίβεια, σε χάρακα με σπηλαιότρυπα, που μοιάζει με φούρνο, και, προφανώς, για τον λόγο αυτόν να τής δόθηκε το υποκοριστικό- λόγω του μικρού μεγέθους της- όνομα «φουρνί», που, στη συνέχεια, αιτιολογήθηκε και συνοδεύτηκε και με αυτήν την ωραία παράδοση που σημειώσαμε αμέσως παραπάνω. από ουδ., δηλαδή, υποκοριστικό το φουρνί προσωποποιήθηκε και κατέληξε σε αρσενικό ο Φουρνής, για να εξασφαλίσει τις ονοματολογικές ανάγκες τής συγκεκριμένης παράδοσης. Συχνά μικρά σπήλαια λόγω τής ομοιότητάς τους με φούρνο ονομάζονται φουρνιά, φουρνί, φούρνος, φουρνάκι, Φουρνάδες κ.λπ. (πβ. και στο χωριό Άγιος Ιωάννης τοπων. στο Φούρνο).
Άλλη παράδοση δημιουργήθηκε για την εκκλησία τού χωριού άγιος Κωνσταντίνος, που εύκολα πια ο λαός- λόγω της συνωνυμίας- της απέδωσε ως αρχικό κτίτορά της τον Κωνσταντίνο, τον γιο τού Αχιλλέα Τζέ. Γιατί, βέβαια, νεότερος κτίτορας, του εν λόγω ναού, είναι ο Εμμανουήλ Ι. Καλογεράκης, γνωστός στο χωριό και ως «Γέρο- Χιονιάς», του οποίου ο μεγάλος γιος, Μανόλης, την παραχώρησε στην Εκκλησία των Λευκογείων.
[1]Στην παρούσα αλφαβητική σειρά δημοσίευσης των 39 χωριών τής Επαρχίας (και σήμερα Δήμου) Αγίου Βασιλείου σειράν είχε προς δημοσίευση το ιστορικό χωριό τής Λαμπηνής. Το αφήσαμε, προσωρινά, εκτός σειράς, γιατί μεγάλο τμήμα του έχουμε δώσει προς δημοσίευση σε περιοδικό που, βασικά, δημοσιεύει πρωτότυπες μελέτες. Έτσι, για λόγους δεοντολογικούς (πρωτοτυπίας και πρώτης δημοσίευσης) θα περιμένουμε για λίγο την έκδοσή του και, στη συνέχεια, επανερχόμαστε στη Λαμπηνή και από τον χώρο αυτόν.
Για την αταξία αυτή ζητούμε την κατανόηση των αναγνωστών μας και μάλιστα των Λαμπηθιανών, για τους οποίους, πάντως, η καθυστέρηση αυτή περιποιεί μεγαλύτερη τιμή, αφού το χωριό τους θα γνωρίσει τη δημοσιότητα από δύο τόπους.
[2] Πληροφορία από το διαδίκτυο: http://www.agios-vasilios.gr/template/lorem-ipsum-ii/leukogeia.html. Ευχαριστώ τον συνάδελφο κ. Στ. Στεφανάκη για τις πληροφορίες που μου έδωσε, γενικά, για το χωριό του.
[3] Οι συνοικισμοί Ασώματος και Γιαννιού αποτέλεσαν την κοινότητα Ασωμάτου, Δ. 19-3-1928, ΦΕΚ Α 60/ 1928 (βλ. «Στοιχεία Συστάσεως και Εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων, 40 Νομός Ρεθύμνης, Έκδοσις της Κεντρικής Ενώσεως Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος», Αθήναι 1962, 38). Η προσάρτηση, πάντως, αυτή του Γιαννιού στον Ασώματο δεν ίσχυσε ποτέ και ο οικισμός Γιαννιού σε όλες τις απογραφές που ακολουθούν φέρεται σταθερά προσαρτημένος στην κοινότητα Λευκογείων. Στον Ασώματο, αντίστοιχα, διαβάζουμε «ο συνοικισμός Γιαννιού προσαρτήθηκε στην κοινότητα Λευκογείων, Δ. 7-8-1928, ΦΕΚ Α 180/ 1928», άρα πέντε, μόλις, μήνες από την ανωτέρω προσάρτησή του στον Ασώματο ο οικισμός «Γιαννιού» επανέρχεται στα Λευκόγεια, όπου και προηγουμένως μαζί με τον Ασώματο ανήκαν.
[4] Βλ. την προηγούμενη (1) σημείωση.
[5] Ο συνοικισμός Μονή Πρέβελη προσαρτήθηκε στην κοινότητα Ασωμάτου, Δ. 31-1-1942, ΦΕΚ Α 156/ 1942.
[6] Άσπρουγας, και με μετάθεση του ημιφώνου [ρ], Άσπουργας (ο) και ασπρόγης, η. Πρόκειται για περιοχή με άσπρα χώματα, τόπο πετρώδη και άγονο (επίθ. άσπρος + ουσ. γης).
Ο άσπρουγας είναι πέτρωμα ή χώμα αργιλώδες, κατάλληλο για φούρνους και στέγες σπιτιών (οι χωμάτινες στέγες των σπιτιών ενισχύονταν με άσπρουγα, που δεν τον διαπερνά εύκολα το νερό), αλλά και μαργαϊκός ασβεστόλιθος (μαλακός ή και λίγο σκληρός) κατάλληλος για παραστάδες και γωνιόλιθους, αλλά και για την πήξη του μούστου για μουσταλευριά [Γ. Παγκάλου, Περί του γλωσσικού ιδιώματος τής Κρήτης Γ΄, 282. Κρητ. Εστία 246-47, 352 και Ελευθερίου Πλατάκη, «Δημώδη ονόματα ορυκτών και πετρωμάτων τής Κρήτης», Κρητολογία 12-13 (Ιαν. –Δεκ. 1981), 127]. Το τοπωνύμιο αυτό ο Μιχ. Παπαδάκης (Το Κρησφύγετον, «Μερικά Τοπωνύμια του Νομού Ρεθύμνου τού έτους 1945», Φεβρουάριος 2006) το συνάντησε στον Ρεθυμνιώτικο Τύπο τού 1945 ως Ασπρούγους (στσ’).
Αντίθ. Μαυρόγεια [Άρδακτος και Βάτος (Μαύρος+ γη)], κι εδώ από το χρώμα του εδάφους [πβ. και Μαυρόι, στο (Σπήλι)]. Το μαύρο χρώμα οφείλεται στην ύπαρξη σιδηροπυρίτη στα πετρώματα τής συγκεκριμένης περιοχής.
[7] Από τα άσπρα χώματα της περιοχής. Πιθανή και η ύπαρξη, σε παλιότερες εποχές, ασβεστοκάμινου.
[8] Όπως μου έδωσαν το τοπωνύμιο στο χωριό (Καμηλόπετρα) δεν εννοείται ο λόγος του. Όμως, θεωρώ, ότι πρόκειται για παραφθορά τού Κουμουλόπετρα [κουμουλές ή κουμουλ(ι)άς (= έδαφος από λεπίδα, άργιλος διαφόρων αποχρώσεων κατά τόπο) + πέτρα]. Πβ. και στα Ακτούντα (Κοματσούλια, στα) και, επίσης, Κομμολιθρόπετρα, Κομμόλιθρος= ελαφριά πέτρα (άσπρουγας), που πελεκάται εύκολα [Ελευθ. Πλατάκη, ό.π. (σημ. 23), 137]. Πρόκειται θεωρώ κι εδώ για χαρακτηριστικό τής γης των Λευκογείων χώμα (πβ. και τοπων. «Άσπρουγας»).
[9] Βώλακας χελιός= ασπριδερός, κουρνός (από χέλ-ι + κατάλ. –ιός), κυρίως για αιγοειδή αυτός που έχει χρώμα χελιού, δηλαδή ο με ασπρόμαυρες λουρίδες [Α. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό τού δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος (Πρόλογος- Επιμέλεια: Χριστ. Χαραλαμπάκης), Ηράκλειο 2001, 563]
[10] Μανόλη Μαστορογιαννάκη, Στο Σταυροδρόμι, Ρέθυμνο 2009, 155.
[11] Μανόλη Μαστορογιαννάκη, ό.π., 155- 156.