Την ώρα που στην εκκλησιά, νύφη την ευλογούσαν
κι οι τρεις καμπάνες πένθιμα, άρχισαν και χτυπούσαν…
Μεγάλη αναταραχή, έγινε μες στο πλήθος
αυτό πραγματικότητα, είναι και όχι μύθος…
Η νύφη δεκαοχτώ χρονώ και ο γαμπρός σαράντα
και ούλοι ψυθιρίζανε, τριγύρω ένα γιάντα…
Μια κόρη που απάνω τζη, είχε την κάθε χάρη
γιάντα το μεγαλύτερο, εθέλησε να πάρει…
Μια απορία έχουνε, ούλοι κι’ αναρωτούνε
όμως καμμιά απάντηση δε μ-πρόκειτε να βρούνε…
Καλά κρατεί το μυστικό, ο κύρης τση ‘ναι αιτία
να κάμει τόση ‘να βαρύ και τέθοια αμαρτία…
Την κόρη του σαν το αρνί, πηγαίνει στο σφαγείο
μόνο για ένα στοίχημα με του γαμπρού το θείο…
Διάλε τση συμφωνίες τους και τα συνήθειά τους
τέθοιοι γονείς να κάνουνε έγκλημα στα παιδιά τους….
Χρέη πολλά ‘χε του γαμπρού και για να ξεχρεώσει
εθέλησε τη κόρη του γι’ αντάλαγμα να δώσει…
Κι’ αυτό το έρμο θηλυκό, αντίρρηση ‘χε τόση
μα ο σκύλος ο πατέρας τση, ήντα μπορεί να νοιώσει…
Κι’ ετσά ο γάμος ξεκινά, μα πρίχου τελειώσει
η νύφη στο πατέρα τζη, λέει να τη σκοτώσει…
Ο άκαρδος ο κύρης τση, έβγαλε το μπιστόλι
και φώναξε στσι θέσεις, μην κουνηθείτε, όλοι…
Χωρίς καλά να το σκεφτεί, γυρίζει και τση λέει
”η θα τον πάρεις, η αλλιώς η μάνα σου θα κλαίει”…
”Πατέρα”, πήγε να του πει, όμως δεν προλαβαίνει
με δύο σφαίρες στη καρδιά, την έχει σκοτωμένη…
Μέσα στο σπίτι του Θεού και οι εικόνες κλάψαν
κι’ οι καλεσμένοι ούλοι μαζί ”κακούργε” του φωνάξαν…
Και ο γαμπρός απ’ τη ντροπή κι’ από την ταραχή ντου
τα λογικά ντου έχασε μαζί με τη φωνή ντου…
Η κόρη εταξίδεψε, νύφη μέχρι τ’ αστέρια
και ο πατέρας φυλακή, με ματωμένα χέρια…
Η κακομοίρα η μάνα τζη, χωρίς κοπέλι άλλο
εκείνη να το δράμα τζη έζησε το μεγάλο…
Μα κι’ ένας νιος ακούστηκε, στο μνήμα κάθε βράδυ
πως έπιαινε και έβανε στο καντηλάκι λάδι…
Δήμητρα Μπατή Γλυνιαδάκη (Αληθινή ιστορία ενός παλιού καιρού)