Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη Συν/χου δασκάλα
Μπρε συ Κατίνα, εγώ ’μαι μπλιο(1) εκατό χρονώ και ξανοίγω σε κάθε πόρτα του χωριού και στέκει ένα αυτοκίνητο, μικιό, μεγάλο, με καρότσα κούρσα, κουρσάρα, μαύρα, άσπρα, κόκκινα, καφετί, θα ’χουνε κείνα και ονόματα, μα δε τα ξεκαρπουλίζω(2)
Εκειά που στέκουνται ’δα(3) τ’ αυτοκίνητα, ήτανε παλιά δεμένα τ’ άλογα, οι φοράδες, τα μπεγίρια και οι γαϊδάροι, ανάλογα με τα οικονομικά του νοικοκύρη. Οι πλια πλούσιοι είχανε φοράδες. Αναστορούμαι(4) το συχωρεμένο τον άντρα μου το Μανούσο, του δινα τη καλύτερή μου φαντή, κουσκουσεδένια, ροδάτη πατανία και την έστρωνε στο σαμάρι τση μαύρης μαύρης φοράδας μας, εκάθιζα φουνταλλαμένη(5) με τα μεταξωτά μακρέ φουστάνια μου, καλικωμένη(6)με τα γυαλιστερά μαύρα γοβάκια με τσι χρυσούς μαμουντιγέδες(7) να κρέμουνται στο μπέτη μου και ένιωθα ζάβαλε(8) σα τη βασίλισσα όντε ν’ επερνούσαμενε από τα χωριά κι πχαίναμενε στα πανηγύρια.
– Όμορφη ’σουνε γιαγιά;
– Με ρωτάς, μωρή κοπελιά μου, αν ήμουνε όμορφη, ξάνοιξέ με και εδά(9) α-πού ’μαι εκατό χρονώ, ετσά γρε όμορφη υπάρχει άλλη επαδά,(10) στα γυρωχώριουλα.
– Ναι γιαγιά μου δε γ-κατέεις(11) τη παροιμία α- που λέει: «Το καλό παπούτσι κάνει κάνει και το καλό χλαμπούτσι»;(12)
– Άλλο ξέτρεχα μωρή παιδί μου να σου πω και σάικα(13) δε ν-ήθελα να σου μιλήσω για την ομορφιά μου!
– Κατέω γιαγιά, αφορούμαι πως ήθελες να μου πεις, πως ο παππούς μου, ήτανε ο πια μπρόβολος(14) του χωριού, αφού είχενε φοράδα και όι γάιδαρο…
– Βάλε το νου σου να δουλέψει, εσένα ’θελα παινεθώ για πράματα που κατέεις. Μια και τό φέρενε η κουβέντα για τ’αυτοκίνητα αναστορούμαι πριν εξήντα-εβδομήντα χρόνια όντε ν-ήρθενε για πρώτη φορά τουτονά το «κάτεργο» στο χωριό.
– Είντα τοσονά καιρό άργησενε;
– Εμάς το χωριό μας κοπελιά μου είναι σκαρφαλωμένο στο βουνό, δε ν-είχενε δρόμο, πώς ΄θελα να ’ρθει;
– Πώς επχαίνετε γιαγιά στη χώρα;
– Δε σού ’πα, με τ’ άλογα και τσι γαϊδάρους, παιδί μου.
– Απατή(15) σου γιαγιά επήγες καμιά φορά με το γάιδαρο στη χώρα;
– Επήγα δύο τρεις φορές, με πολλούς χωριανούς. Εξεκινούσαμενε αποδιαφώτιστα, μπροστά επήγαινε ν-αυτός που κατέχενε το δρόμο. Θυμούμαι που μας έλεγενε «Όπου θωρείτε πολλές καβαλίνες να πορεύεστε, ετσά δε θα χάσετε το δρόμο σας»
– Ας είναι δα Κατίνα μου για το «κάτεργο» ξετρέχω να σου πω το λιο πρώτο, απού κόπιασενε στο χωριό, το πρώτο α-πού ’δα στη ζωή μου, ήμουνα μιτσή ετότεσας(16) κοπελιδάκι με τσι πλεξούδες. Ακουστά το ’χαμε πως ήρθενε στη χώρα τ’ αυτοκίνητο και έπχαινε σ’ ούλα τα χωριά α-που χανε αμαξιτούς δρόμους, έτρεχενε λέει το μ-παντέρμο σα ν-τη αστραπή, σε μια ώρα εξετέλεβγιενε το δρόμο πού ’κανε ν-ο γάιδαρος σε έξι με εφτά ώρες.
Άνοιξη καιρού, εσυνέχιζενε τη γ-κουβέντα γιαγιά, εβάλανε αρχή να σιάξουνε το δρόμο. Επελεκούσανε το βουνό, επλατύνανε το χωματόδρομο, εμαζώξανε τσι μεγάλες κοτρόνες και ο δρόμος ήτανε έτοιμος να υποδεχτεί το αυτοκίνητο.
Επεράσανε κάμποσες μέρες και μια ταχυνή επρεμαζωχτήκαμενε ούλοι οι χωριανοί στη πλατεία και περιμέναμενε το πρώτο αυτοκίνητο να φανεί…
Στο παραμικρό θόρυβο ετρουλαφθιούσαμενε(17) μπας κι ήτανε τ’ αυτοκίνητο. Δε τόχαμενε ξαναθωρώντας(18) και η αγωνία μας όσο πέρνανε η ώρα εμεγάλωνενε.
Ξαφνικά ακουστήκενε η βοή ν-του. Ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης υψώθηκενε από το χωματόδρομο ψηλά στο ν- ουρανό!
Σιγά σιγά εκατούμωνενε η σκόνη και εξεχωρίζανε τα μάθια μας το κάτεργο, που κοντοστάθηκενε και φύσανε σα το δαιμονισμένο. Όντε ν-εσταματήσενε, εσταθήκαμενε γύρου γύρου και το γρυλώναμενε,(19) τ’αγγίζαμενε, τ’ ακουμπούσαμενε, το ψαχουλεύ(β)αμενε. Ο κανιδοκωστής απού ’καμενε ναύτης στα καράβια κι ήτανε κοσμογυρισμένος εμπήκενε μέσα και μας έδειχνενε:
– Να επά(20) ’ναι η μηχανή που βγάνει το βρούχος, εκέ καθίζει ο σωφέρης και γυρίζει το τιμόνι, ξανοίξετε και τσι καναπέδες που καθίζουν οι στρατολάτες(21)
– Θωρούνε μπρε από τα παραθύρια; Έρωτηξενε το Ζαμπιώ
– Όντε βρέχει ατζέμπις(22) μπαίνει νερό; Έρωτήξενε η γρε Μαριγώ
– Μα πως μπορεί και γλακά ετσά γρήγορα, τουτονά το σιδερένιο σπιτάκι χωρίς να το σέρνει ο γάιδαρος γη το άλογο;
Ερώτανε η θεοσεβούμενη πιτρόπισσα τσ’ εκκλησίας, το Παρασκιώ και έκανε ν-το σταυρό τζη, διαολική συνεργεία σάικα!…
– Δε μπαίνω θεόψυχά μου, έλεγενε το βοσκαρούδι το Σηφαλιώ όσο κι ά- μου δώσεις, αν ξεσβολώσει το «κάτεργο»; Α- τζουρίσει; Καλλιά θα σαλέβγω με τα πόδια μου!
– Έχω τ’ άλογό μου, οντε θέλω μπαίνω στη χώρα, οντε θέλω βγαίνω, στο «κάτεργο δε καθίζω α- μου δώσουνε ούλη τη γ- Κρήτη» έλεγενε ο Κτενιαδογιώργης
Ο γέρο- Κανάκης ο τσιφούτης(23) εβατταλάνιενε(24) αμοναχός του…
-Ταχιά(25) οντε θα ξανάρθει το «κάτεργο» θα μπω να πάω στη χώρα, α-δε μ-παίρνει παράδες…
– Εδά όμως γιαγιά, μπαίνεις στ’ αμάξι και σε πάει στη χώρα σε μια ώρα, ε, τυχερή α-πού ’σαι και ζεις και τη χαίρεσαι τουτηνά την ευκολία, τση λεγενε η εγγονή τζη.
– Για σου μπρε και σώπα, μα δε μ’ αρέσει γιατί ’ναι μέσα κρουφτεράδα, βρωμεί κι η βενζίνη, καλλιά ’χα να πχαίνω με το γάιδαρο!
1. μπλιο=πια
2. ξεκαρπουλίζω=δε διακρίνω
3. εδά=τώρα
4. αναστορούμαι=θυμούμαι
5. φουνταλλαμένη=στολισμένη
6. καλίκι=παπούτσι
7. μαμουντιγές=τούρκικη λέξη=χρυσό νόμισμα
8. ζάβαλε=τουρ. Zavalli=κακορίμαλα
9. εδά=τώρα
10. επαέ=εδώ,επαδά=εδώ
11. κατέεις=ξέρεις
12. χλαμπούτσι= παλιοπάπουτσο
13. σάικα=βέβαια
14. μπρόβολος= ο προεξέχων
15. απατή σου= ο εαυτός σου
16. ετότεσας, επιρρ.=τότε ακριβώς
17. τρουλαφθιάζω, τρουλι+αυτί=σηκώνω και τεντώνω τ’αυτιά
18. θωρώ=ξανοίγω,κοιτάζω
19. γρυλώνω=κοιτάζω μ’ ανοιχτά μάτια
20. επά=εδώ
21. στρατολάτης=επιβάτης
22. ατζέμπις,τουκ. λέξη=άραγε
23. τσιφούτης=τσιγκούνης
24. εβατταλάλιενε=εφλυαρούσε
25. ταχιά επιρρ.=αύριο