Η Εκδίκηση της Κατερίνας Βοτζάκη

Όταν ήταν τεσσάρων χρονών, ο Μιχαλιός, πέθανε η μάνα του στη γέννα…

Δεν καταλάβαινε και πολλά τότε, ούτε μπορούσε να εξηγήσει γιατί σηνέβησαν όλα αυτά…

Γιατί δεν κουνιόταν οι μάνα του και ήταν πάνω στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, γιατί την έβαλαν μέσα στο χώμα, γιατί  η γιαγιά έγδερνε με τα νύχια το πρόσωπο της…

Advertisement

Το μωρό έκλαιγε ασταμάτητα, ήθελε γάλα…και η θειά Μαρίκα που είχε που είχε κι’ εκείνη μωρό το πήρε στο σπίτι της και το τάισε…

Πέρασε καιρός, ο πατέρας του είχε μεγάλα γένια και μαλλιά, το πρωί έφευγε για τα χωράφια  και γύριζε το βράδυ στο σπίτι.

Πάντα στην επιστροφή είχε φορτωμένο το μουλάρι με ξύλα και ότι άλλο είχε μαζέψει από τις διάφορες σοδειές από το περβόλι, τα ξυνοδεντρα κλπ…

Το μωρό είχε μεγαλώσει, Λευτερία, την είχαν βαφτίσει, το όνομα της μάνας της και όλο ήταν κρεμασμένη στο λαιμό του Μιχαλιού, του αδερφού της…

Αυτός την τάιζε, και της έλεγε παραμύθια για να κοιμηθεί…

Σαν άγγελος ήταν η αδερφούλα του και όσο μεγάλωνε γινόταν και ποιο όμορφη…Μεγάλωνε και ο Μιχαλιός και έφτασε ο καιρός να πάει φαντάρος…

Η αδερφή του ήταν 16 χρονών και τα προξενειά, ερχόταν το ένα πίσω από το άλλο…μα η Λευτέρία δεν έλεγε το ναι σε κανέναν…ήθελα να γυρίσει ο αδερφός της από το στρατό και τότε θα αποφάσιζε τι θα κάνει…

Είχαν περάσει πολλοί μήνες, από όταν έφυγε ο Μιχαλιός για το στρατό και ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και μέσα σε λίγο καιρό ξεψύχισε στο νοσοκομείο στη χώρα…

Η Λευτερία έμεινε μόνη της στο χωριό, χωρίς κανένα στενό συγγενή, οι γιαγιάδες και οι παππούδες είχαν πεθάνει και εκείνοι…Μετά τα σαράντα του πατέρα, ήρθε ο νονός της στο σπίτι και της είπε να ετοιμαστεί να την πάρει σπίτι του μέχρι να γυρίσει ο Μιχαλιός από το στρατό…Είχε αδυναμία στο νονό της, τον αγαπούσε σαν τον πατέρα της και εκείνος το ίδιο…

Πήρε λίγα ρούχα και τον ακολούθησε, στην άκρη του χωριού που ήταν στο σπίτι του…

Η νονά την περίμενε με ανοιχτή την αγκαλιά της και τα παιδιά της το ίδιο…

Όλα πήγαιναν πολύ καλά και το χαμόγελο γύριζε σιγά σιγά στο πρόσωπό της…

Ο αδερφός της είχε λίγο καιρό ακόμα, δεν ήξεραν σίγουρα, πότε θα γυρνούσε…

Η Λευτερία ήταν πλέον 18 χρονών και η ομορφιά της ασυναγώνιστη…

Έλειπαν όλοι από το σπίτι, είχαν κατεβεί στη χώρα να ψωνίσουν, αφού που την άλλη βδομάδα πάντρευε τη μεγάλη του κόρη ο νονός της…

Χτύπησε η πόρτα και η Λευτερία πήγε να ανοίξει…ήταν ο Γιώργης, ο αδερφός της νονάς της…

Όταν γύρισαν από τη χώρα βρήκαν τη Λευτερία στο πάτωμα αναίσθητη με τα ρούχα σκισμένα και μέσα στα αίματα…

Τρελλάθηκαν όλοι….ποιος το έκανε αυτό, στο κορίτσι…ο νονός ορκίστηκε να σκοτώσει αυτόν που μαγάρεισε τη ”κοπελιά” του, μέσα στο ίδιο του το σπίτι… και τι θα λεγε στον αδερφό της…Στο νοσοκομείο, η Λευτερία δεν απάντησε σε καμμιά ερώτηση των γιατρών και των αστυνομικών, μα ούτε και του νονού της που την παρακαλούσε κλαίγοντας να του πει…Τα μάτια της έτρεχαν χωρίς να κλαίει και το μόνο που ήθελε να γύρει στην αγκαλιά του αδερφού της και να κοιμηθεί για πάντα…

Όταν γύρισε ο Μιχαλιός από το στρατό και του προφτάξανε τα μαντάτα, δεν είπε τίποτα στην αδερφή του…

Ήρθαν όλοι οι χωριανοί στο σπίτι να τον δούνε και να τον καλοσωρίσουν, μόνο ο Γιώργης δεν φάνηκε…

Ο Μιχαλιός κατάλαβε…

Το πρωί σηκώκηκε  πήρε το δίκανο και είπε στην αδερφή του, πως πάει στο κυνήγι γιατί το λαχτάρησε τόσους χρόνους στο στρατό…

‘Ηξερε πως ο Γιώργης ήταν μανιακός κυνηγός και ήξερε τα λημέρια του στο κυνήγι…

Πήγε και ήταν νύχτα ακόμα…περίμενε να βγει ο Γιώργης από το μονοπάτι…και επιτέλους, εφάνηκε…

Ο Μιχαλιός σήκωσε το δίκανο και τον είχε στη μοίρα…μα ένα μπάμ….ακούστηκε από την άλλη μεριά και ο Γιώργης εμούγκρισε σαν το θεριό και ετσούρισε στο γκρεμνό…και τότε ο νονός της Λευτερίας βγήκε μέσα από τα κλαδιά  και σίμωσε κοντά του…

”Εδά ναι η σειρά μου να πάω στο διάολο, μιας και δε ν-ήμουνε ικανός να προστατέψω τη φιλιότσα μου…Είχα ορκιστεί να εκδικηθώ, μα που να πάει ο νούς μου, ποιος είναι ο φταίχτης…εδά είμαι έτοιμος”…είπε και γύρισε το μπιστόλι στο κεφάλι του…

Ο Μιχαλιός, του άρπαξε το χέρι και το βόλι τρύπωσε ανάμεσα στις φυλλωσιές…

”Οι άντρες δε ντα κάνουνε ετούτανε νονέ, έκαμες το χρέος σου, πάμε στα σπίθια μας και άσε το ψοφίμι να το φάνε οι σκάρες, όπως του αρμόζει”…

Οι χωριανοί είπαν πως παραπάτησε και έπεσε στον γκρεμνό, μα οι περισσότεροι κατάλαβαν…όπως και η Λευτερία…

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement