«Ποια δόξα έστηκεν επί γης αμετάθητος;» του Μανώλη Σκαρσούλη

Μεσάνυχτα 25 Γενάρη 2015: Ώρα για ιστορίες αερικών και φαντασμάτων

Η ΚΑΚΙΑ ΩΡΑ

Ήμασταν στην κουζίνα όλη η οικογένεια. Ήταν νύχτα, ώρα δώδεκα. Ένας βρόντος ερχόταν απ’ την άκρη του δρόμου. Βροντούσαν οι τσίγκοι από τα σπίτια. Είχαμε τότε και τον παππού. Εμείς όλοι φοβισμένοι κι ο παππούς μας είπε: «Κουνηθείτε από τον τόπο σας, κάντε το σταυρό σας και μη σκιάζεστε» και μας εξήγησε τι πράμα ήταν εκείνο. Μας είπε πως είναι αφύσικο ίσκιωμα, η «κακιά ώρα». Αέρας δε φυσούσε. Όμως σφύριζε σαν αέρας που πέρασε από μας και χάθηκε. Αυτό εκδηλώθηκε τα μεσάνυχτα στις δώδεκα η ώρα. Αυτή η ώρα είναι η πιο ευαίσθητη του κόσμου των πνευμάτων. Πάσχουν κατ’ αυτήν οι αέρινες υπάρξεις, όσο και ο δύτης που μετεωρίζεται στα βάθη ισορροπώντας ανάμεσα στην άνωση και τη βαρύτητα των νερών. Η παραμικρή κίνηση μπορεί να τον κατεβάσει μολύβι στο βυθό ή αντίθετα να τον ανεβάσει στους αφρούς με εγκέφαλο σφουγγάρι. Όπως όμως είναι φυσικό, συμβαίνουν και οι λάθος κινήσεις, κυρίως εξαιτίας της μέθης των αέρινων υπάρξεων που παρασύρονται να εισέλθουν στην ορατή διάσταση του κόσμου κι εκεί κατά το σκεπτικό τους να τακτοποιήσουν ορισμένες εκκρεμότητες. Εξάλλου, εξαιτίας εκκρεμοτήτων, εξακολουθούν να συντηρούν την προηγούμενη προσωπικότητά τους. και μοιάζουν σαν απολιθωμένα φύλλα ή όστρακα θαλάσσης επιμένοντας να ζουν αμέτρητα χρόνια, αρκούμενα να είναι μόνον φύλλα ή όστρακα. Οι υπάρξεις αυτές βρίσκονται σε ανταρσία προς το θείο, επειδή έχουν απελπιστεί ότι επιτέλους θα έρθει η Κρίση η οποία θα τακτοποιήσει κάθε συναισθηματική εκκρεμότητα. Αν βέβαια η θεϊκή δύναμη αποφάσιζε να εξοντώσει τον άτακτο αυτό κόσμο, ασφαλώς θα το μπορούσε. Όμως κι αυτά δικά της τέκνα είναι και βέβαια καμιά μητέρα δεν πνίγει το βρέφος που ουρλιάζει τις νύχτες ταράζοντας και τ’ άλλα παιδιά της παρά, έστω με δυσφορία, το αγκαλιάζει, το φέρνει στις δροσιές, του μιλεί λόγια που δεν τα εννοεί, του τάζει δώρα που επίσης δεν τα εννοεί, ώσπου πάλι να το κλέψει ο ύπνος. Αυτή λοιπόν είναι η φοβερή δωδεκάτη ώρα, όπου κάποιες υπάρξεις νικώνται από την άνωση και με πάταγο ανυψώνεται στην επιφάνεια. Οι αέρινες υπάρξεις αυτής της ιστορίας δεν είχαν σκοπό να βλάψουν εκούσια τις φυσικές υπάρξεις. Σ’ αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις το φρονιμότερο είναι να παραμερίσεις λίγο και να κρατήσεις την αναπνοή, όπως παραμερίζουν στα μονοπάτια, όταν διαβαίνουν κοπάδια πληγωμένων αγριόχοιρων.

Advertisement

 

ΤΟ ΑΓΙΟΝΕΡΙ

Έχω το δευτερότοκο αγόρι που γεννήθηκε πριν από 20 μέρες. Έκλαιγε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Δε μας άφηνε να κλείσουμε μάτι. Δε σήκωνε άλλο το πράμα. Φέραμε γιατρό. Αυτός μας είπε ότι είναι παιδί κλαψιάρικο. Εμείς πάλι είπαμε ότι θα είναι από τη πολλή ζέστη. Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο χωριό για καλύτερα. Πήρα και νερό από μια πηγή και του έδωσα να πιει. Ήπιε το μικρό. Κοιμήθηκε και δεν ακούστηκε να ματακλαίει. Το νερό της πηγής το έκαμε καλά.

 

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟΚΤΟΥΝ ΘΕΤΙΚΗ δύναμη, διότι απ’ αυτές εξέρχονται οι σταγόνες του νερού που υπομόνευαν στα βάθη της γης επί αμέτρητα χρόνια. Εκεί περίμεναν σε τεράστιες δεξαμενές, ώσπου να φτάσουν στην υπερχείλιση. Η σταγόνα της πηγής είναι ολοκληρωμένη ύπαρξη, εφόσον έχει υποστεί τη διαδικασία του κύκλου. Έτσι κατορθώνει να μοιράζει ακριβοδίκαια σ’ όλα τα μόρια έναν κόκκο ζάχαρης ή αλατιού. Γύρω από τις πηγές συνωθείται πλήθος αέρινων υπάρξεων, λες και εδώ είναι η πύλη απ’ την οποία απελευθερώνεται πλήθος αιχμαλώτων κι ο καθένας κάτι έχει να ρωτήσει για δικούς του αγνοούμενος. Όμως αυτές οι υπάρξεις πάλι ταραγμένες φεύγουν από δω κι απαρηγόρητες, όπως όλοι οι διαταραγμένοι, αποχαιρετούν εκείνους απ’ τους οποίους άκουσαν χίλια πειστικά λόγια παρηγοριάς. Το μωράκι της ιστορίας μας πρέπει να ήταν προικισμένο με υπερευαισθησία. Γι’ αυτό το ένστικτό του το παρότρυνε και πέτυχε να σχετιστεί με τον πατρογονικό τόπο, όπου εντέλει θεραπεύτηκε. Η θετική δύναμη του νερού επέδρασε ευεργετικά στα πάθη του βρέφους. Αλίμονο βέβαια σε κείνους που έχουν παγιδευτεί σε ανοίκειους τόπους. Όταν εννοήσουν τις συνέπειες, είναι πλέον αργά να επιμεληθούν. Η ψυχή τους δίνει μάταιη μάχη με το σώμα.

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Στην εκκλησία της Παναγίας ήταν ιερέας ο παπα-Νικόλας. Απόλυσε η εκκλησιά και μας είπε: «Καλό καλοκαίρι. Και θα ιδωθούμε το φθινόπωρο». Ήταν τότε μήνας Κερασάς κι αυτός βγήκε όξω, για να ετοιμαστεί να φύγει στο χωριό να ξεκαλοκαιριάσει. Εγώ και κάμποσοι άλλοι, καταπώς ήμασταν όξω, ακούσαμε κλάματα που έρχονταν από μέσα από την εκκλησιά. Οι φωνές ήταν από μεγάλους και μικρούς. Φωνάξαμε τότε τον παπά. Όταν όμως μπήκαμε μέσα, σταμάτησαν. Εμείς φέραμε ολόγυρα την εκκλησιά, για να ιδούμε ποιος κλαίει. Όξω όμως δεν ήταν κανένας. Στην εκκλησιά τούτη είχε ένα κοιμητήρι με οστά.

Οι παγιδευμένες ψυχές υποφέρουν όμοια με τις παγιδευμένες πεταλούδες. Κι αν σπαράζουν, δεν ακούγεται φωνή· κι αν χτυπιούνται, δεν παράγεται ήχος. Σιωπηλά γίνονται μέσα τους οι εκρήξεις. Σχεδόν δεν εξωτερικεύεται ήχος, όπως συμβαίνει με τις συσκευές εξουδετερώσεως βομβών. Δίχως «αχ» καταπνίγουν στα σπλάχνα τεράστιες εκρήξεις. Ένας σωρός οστών κοντά στις φυσικές υπάρξεις. Σαν να ήταν σωρός σβησμένης ανθρακιάς, όπου, κοιτώντας τον, κανείς δεν ανατρέχει νοερά στο ωραίο δέντρο. Την ώρα που αποχαιρέτησε ο ιερέας το ποίμνιό του, δονήθηκε εξαιρετικά το κραδασμικό πεδίο του χώρου κι άφησε από ρωγμές τον ήχο του θρήνου να περάσει. Μόνον τότε οι ζώντες συνειδητοποίησαν ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Αλλά και πάλι δεν μπόρεσαν σε βάθος να ερμηνεύσουν το φαινόμενο το οποίο έχει την παρακάτω εξήγηση: ακούγοντας οι παραφυσικές υπάρξεις για τη μακρόχρονη απουσία του ιερέα, ξέσπασαν σε θρήνο, καθώς θρηνούν τα εκτεθειμένα βρέφη, όταν αισθανθούν την τροφό να κλείνει την πόρτα του θαλάμου. Οι αέρινες υπάρξεις της ιστορίας μας δεν είναι επαναστατημένες. Γι’ αυτό αντιμετωπίζουν τον ιερέα ως προστάτη που τις ανακουφίζει με δεήσεις. Συνέβη να μείνουν προσκολλημένες στη γη, όπως αγκιστρώνονται στα κλαδιά πυκνόφυλλων δέντρων κάποια απ’ τα ομαδικώς τουφεκισμένα πουλιά.

 

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ

Την ημέρα που θα χανόταν ο πατέρας, το σκυλί μας δεν είχε αναπαμό. Κάτι οσφραινόταν κι όλο έσκουζε. «Λύσσα!», «Να φας το κεφάλι σου!» το φοβερίζαμε εμείς και το διώχναμε με πέτρες. Μάντεψε το θάνατο.

 

Είναι γνωστό ότι ορισμένα είδη ζώων και πτηνών προαισθάνονται το θάνατο ανθρώπων. Αυτό συμβαίνει διότι από τα δικά τους αισθητήρια γίνονται αντιληπτές κινήσεις και παρουσίες αόρατων υπάρξεων που δε γίνονται αντιληπτές από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Στην παρούσα ιστορία, γύρω από το σπίτι του μελλοθάνατου φτεροκοπούσε ο Άγγελος, ωσότου του εκμαιεύσει την ψυχή. Το ευαίσθητο ζώο αντιλαμβάνεται τις κινήσεις του από τα ρεύματα αέρος που δημιουργεί το φτεροκόπημα. Εννοεί σαν τον τυφλό που βρίσκει τις εισόδους κτιρίων από το ανεπαίσθητο ρεύμα αέρος των κενών. Όμως αισθάνεται αδύναμο να προστατέψει το σπιτικό απ’ αυτή τη φτερωτή πολιορκία, γι’ αυτό δε γαβγίζει αγριεμένο, αλλά περίπου μοιρολογεί με τον τρόπο του. Ανατριχιάζει τη μυρωδιά του Επισκέπτη, που ‘ναι οσμή καμένου αστεριού. Εκείνος, άφοβος, παρακάθεται στοργικά στο προσκεφάλι του νεκρού κι ανοιγοκλείνοντας τις φτερούγες σαν βεντάλια, του δροσερεύει τόσο πολύ το πρόσωπο.

 

Η ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ

Έβλεπα τα κατσίκια στις ράχες της Βιτσίλας. Είχε προσπεράσει η ώρα από μεσάνυχτα. Όταν μου ‘ρθε να φάω κάνα σύκο απ’ τις συκιές, που ήταν παραπάνω. Σηκώθηκα και πήγα κι όπως χώθηκα κάτω απ’ τα κλαριά του δέντρου, έπεσα πάνω σε κάτι σαν τσουβάλι γεμάτο ή σε κορμί. Δεν έβλεπα τίποτε, αν κι είχε φεγγαράδα. Μόνον ένιωσα καθαρά το «γκουπ» που έκανα πέφτοντας απάνω. Έπειτα έφυγα χωρίς να φάω σύκα. Κατόπι μου πέρασε από το νου ότι είχα πάει στο δέντρο που είχε κρεμαστεί η Φρόσω.

Οι αυτόχειρες είναι μεγάλη κατηγορία ψυχών που βρίσκονται όχι σε εκκρεμότητα αλλά σε εμπλοκή μεταφυσική. Φτάνουν στην πόρτα του Θεού απρόσκλητες και ζητούν να περάσουν. Κι Εκείνος κάνει ό,τι ο κάθε πανδοχέας που ‘χει γεμάτο το ξενοδοχείο. Τους λέει:

«Δε σας περίμενα. Δεν έχει θέση».

«Κύριε, η μοίρα μας ήταν γνωστή σε Σένα. Ορίστε οι παλάμες μας, όπου καθαρά διακρίνεται η διακοπή της ζωής μας. εσύ χαράζεις αυτούς τους χάρτες!»

«Δεν ολοκληρώθηκε σε σας η διαδικασία του ένζωου φαινομένου, ώστε να σταθμίσω τη χάρη».

«Κύριε, εμείς είχαμε αφόρητη πληγή. Την πληγή που φέρουν στις ράχες τα υποζύγια, όπου δε φτάνει η ουρά ν’ αποδιώξει τα βασανιστικά έντομα».

«Συλλογιστείτε αν τα πουλιά μου εύρουν τρόπο να γκρεμίζονται, ψάρια μου να πνίγονται στα νερά. Θυμηθείτε τη δική σας πίκρα, καθώς πηγαίνατε στο δέντρο να πάρετε καρπούς και τους βρίσκατε πάρωμα πεσμένους από το μέσα τους σκουλήκι».

«Που θα πάμε πέρα από Σένα; Είσαι η θάλασσα και μας στέλνεις στα κύματά Σου…»

«Διότι χειριστήκατε εξουσία μου. Όταν το άγριο κύμα ξεριζώνει πλάσματα του βυθού και τα αποθέτει στη στεριά, εκείνα μόνον στο ίδιο κύμα πρέπει να έχουν την απαντοχή τους».

«Είσαι, Κύριε, ο σταλαγμίτης κι εμείς σταγόνες του νερού. Επάνω Σου συντριβόμαστε και Σε υψὠνουμε».

Αυτός περίπου είναι ένας υποθετικός διάλογος των ψυχών αυτής της κατηγορίας και στη συνέχεια επιστρέφουν στους ίδιους τόπους υφιστάμενες το αιώνιο μαρτύριο να μην έχουν πλέον σώμα, ώστε, φτερωτές, να το διαρρήξουν – μιμούμενες σ’ αυτό τις πεταλούδες της μετάξης. Και τούτο διότι ολιγοπίστησαν στον Πατέρα. Ενώ ως και τα νήπια, όταν ο πατέρας τα εκτινάσσει στα ύψη, αυτά του γελούν και έχουν ακλόνητη βεβαιότητα ότι πάλι θ’ απλώσει τα χέρια και θα τα προλάβει από τη συντριβή.

 

ΤΑ ΑΒΑΠΤΙΣΤΑ

Στα αβάπτιστα ήρθε το μοιραίο πριν προλάβουν να δεχτούν τη χάρη και δι’ αυτής να εισέλθουν στο στάδιο των δοκιμαζομένων ψυχών. Ούτε όμως οι ψυχές τους πρόλαβαν να δημιουργήσουν ανεξίτηλα χρώματα, ώστε να μπορούν να εμφανιστούν σαν τελειοποιημένες παραφυσικές παρουσίες. Εξομοιώνονται συνεπώς με φυτά και λειτουργούν όπως αυτά, στερούμενα χωρίς θλίψη καρπούς και φυλλώματα. Οπωσδήποτε πρόκειται για παραφυσικές παρουσίες ατελείς και λανθασμένες, γι’ αυτό απορροφούν προς συντήρησή τους τα συστατικά του δέντρου, εμποδίζοντας έτσι την καρποφορία του. Οι υπάρξεις αυτές είναι ιδιαίτερα αρεστές στον Κύριο, έστω κι αν του έχουν διαφύγει. Τον ευφραίνουν ως σταγόνες που διαρρέουν από τα χείλη του διψασμένου, αλλά κυλούν στα ιδρωμένα του στήθη. Ασφαλώς δεν έχει νόημα να παραστούν στο προσκλητήριο, αφού δε φέρουν όνομα. Ούτε με τις μητέρες τους είναι σε θέση να αναγνωριστούν πλέον φυσιογνωμικά. Άλλως θα γινόταν κατ’ εκείνη την Ημέρα η ταραχή που γίνεται καθώς κοπάδι αρνιών σμίγει με το κοπάδι των προβάτων που γυρνά απ’ τη βοσκή, γυρεύοντας μόνον με την όσφρηση να γνωρίσουν το μητρικό μαστό. Οπωσδήποτε με την ανθρώπινη εκτίμηση φαίνεται να γίνεται αδικία σ’ αυτά τα πλάσματα. Αυτό το χρεώνεται ο Κύριος σαν σκληρότητα ασυμβίβαστη με την ιδιότητα της αγάπης. Μα ό,τι εμείς τώρα καταλογίζουμε σαν ατέλεια Του, όταν μας αποκαλυφθεί το Όλον, θα το δούμε ως το σαπισμένο δόντι του παιδιού που ομορφαίνει το γελούμενο πρόσωπό του.

 

Η ΟΡΓΗ

Είχα τελειώσει τη Βέλλα. Γύριζα νύχτα από τα Κούρεντα. Περίμενα τότε να με καλέσουν στρατιώτη. Τότε έκανα καμάκι, όπως το λένε, σε μια Κουρινή και πλακωνόμασταν στα τσίπουρα με την παρέα στο μαγαζί κοντά στο σπίτι της κι αυτή πήγαινε μέσα έξω. Όταν έφτασα στον Αϊ-Χαράλαμπο, ακούμπησα να πάρω ανάσα και να ξεϊδρώσω. Ήμουν τύφλα-η αλήθεια να λέγεται! Δε θα πέρασαν ούτε τρία λεπτά, όταν ένιωσα πίσω μου κάποιον με μεγάλη ευκολία να μου στρίβει το χέρι λαβή και να μου το φέρνει στην πλάτη. Ταυτόχρονα, όπως ήμουν ανακαθισμένος, μου έβαλε το γόνατο στο δεξιό ώμο. Αμέσως ξεμέθυσα. Γύρισα να δω ποιος είναι, αλλά με την παλάμη του μου κράταγε τη μούρη ίσια μπροστά. Άκουσα τη φωνή του να μου λέει: «Κωλόπαιδο, ξέρεις που πατάς; Από δω άλλη φορά θα περνάς τρέχοντας!» Μου ‘δωσε και μια γονατιά στην πλάτη κι ύστερα χάθηκε σαν καπνός. Η πλάτη αν και πέρασαν τόσα χρόνια, ακόμη με πονάει μερικές φορές. Μισό χρόνο ήταν κατάμαυρη! Από τον Αϊ-Χαράλαμπο εγώ δεν περνάω ούτε με λόχο συνοδεία. Ούτε νύχτα ούτε μέρα! Ρώτησα να μάθω από παλαιούς μήπως ξέρουν αν έγινε στο μέρος αυτό κάποια μάχη, κανένα άλλο κακό. Αν υπάρχει κανένας θαμμένος. Δεν ξέρει κανένας τίποτε. Ο Μήτσος μου είπε ότι γύρω εκεί ξέθαφτε με το αλέτρι κοκάλες και εκεί που έστεκες ίσως να πατούσες κανένα πεθαμένο και δεν του άρεσε. Επειδή εκεί είναι πόρος ποταμού που συνδέει τα Κουρεντοχώρια με τα χωριά της Λάκκας Σουλίου, μπορεί επί Τουρκίας να έγινε κάποια μάχη ή φονικό. Τίποτε περισσότερο δεν ήξερε κι αυτός.

Ο τρόπος όπου κάθισε να αναπαυτεί ο αφηγητής είναι ασφαλώς τόπος με συναισθηματικό φορτίο εγκλωβισμένο. Αποδείξεις αποτελούν τα διάσπαρτα στο χώρο οστά, καθώς και η στρατηγική σημασία του σημείου. Υπάρχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις, ώστε στο παρελθόν να συνέβη εδώ λησμονημένη συμπλοκή ή ενέδρα με νεκρούς που ενταφιάστηκαν επιτόπου γύρω στο εκκλησάκι. Από τις ψυχές που ελευθερώθηκαν τότε, προφανώς κάποια παρέμεινε παγιδευμένη στο χώρο και το βράδυ αυτό βρήκε ευνοϊκές προϋποθέσεις και οργανώθηκε σε παραφυσική ύπαρξη.

 

 

Πηγή: «Λαογραφικά» Γιάννης Γκουρογιάννης εκδόσεις Καστανιώτης                

 

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement