Χάρης Στρατιδάκης
Σχολικός Σύμβουλος-Συγγραφέας
strharis@yahoo.gr
Στις 26 Απριλίου είχα την χαρά να περιηγηθώ την Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου με περισσότερους από 50 προσκεκλημένους Χανιώτες του Centro Galileo και άλλους 20 Ρεθεμνιώτες. Μοιάζει ίσως περίεργο αλλά όλοι άφησαν την κυριακάτικη ραστώνη τους για να αναζητήσουμε μαζί «Τη Γοτθική τέχνη, την Αναγέννηση και το μπαρόκ»! Το Centro Galileo διοργανώνει εδώ και κάμποσα χρόνια πολιτιστικές εκδρομές στην Κρήτη, μεταξύ των οποίων στη βενετσιάνικη Σπιναλόγκα με τον Michele Buonsanti, στην Παλιά Πόλη των Χανίων με τον Μανώλη Μανούσακα και στη ρωμαϊκή Κρήτη-Άπτερα με τη Βάννα Νινιού-Κινδελή. Οι φιλοξενούμενοι είχαν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και θα ήθελα να τους συγχαρώ και από αυτή εδώ τη θέση, τόσο τους ίδιους όσο και -περισσότερο αυτά- τα παιδιά τους για το υψηλό επίπεδο ανατροφής και παιδείας. Να σημειώσω μόνο ότι μετά από την διάρκειας 3,5 ωρών περιήγηση και προβολή είχαν ένα σύντομο γεύμα και στη συνέχεια είχαν μια ακόμη πολιτιστική επίσκεψη, στο Παλαιοντολογικό Μουσείο Ρεθύμνου, που άνοιξε εκτάκτως γι’ αυτούς. Εκεί ξεναγήθηκαν από τον επιμελητή του Μουσείου Βασίλη Σιμιτζή. Αξίζει ίσως να αναλογιστούμε πόσοι Ρεθεμνιώτες το έχουν επισκεφθεί μέχρι σήμερα, στα 6 χρόνια λειτουργίας του…
Για όσους δεν κατέστη δυνατόν να συμπεριληφθούν στους ξεναγούμενους αλλά και για όσους τυχόν ενδιαφέρονται για το θέμα σημειώνω ότι η ξενάγηση θα επαναληφθεί την Κυριακή 17 Μαΐου στα πλαίσια των «Ημερών Ρεθύμνου» 2015 που διοργανώνει και εφέτος ο Σύλλογος Κατοίκων Παλιάς Πόλης. Η επανάληψη θα αποδειχτεί όχι μόνο μήτηρ μαθήσεως για τον υποφαινόμενο αλλά επίσης και μήτηρ σοφίας, αφού όχι μόνο οι στάσεις ξενάγησης θα ελαττωθούν αλλά και η ώρα και ο τόπος αναχώρησης θα μεταβληθούν, ώστε η κούραση να είναι αυτή τη φορά λιγότερη. Είμαι σίγουρος ότι την ξενάγηση θα υποστηρίξουν και πάλι μαζί μου εκλεκτοί Ρεθεμνιώτες όπως ο Νίκος Δασκαλάκης και η Αναστασία Δρανδάκη αλλά και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης, το οποίο και φιλοξένησε στην αίθουσα Ιστορίας του την προβολή 107 διαφανειών.
Στο πάντα φιλόξενο «Ρέθεμνος» θα επιχειρήσω να δώσω μια περίληψη της περιήγησης και της προβολής που την ακολούθησε για όσους ενδιαφέρονται για το θέμα αλλά δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα. Το ίδιο έχω κάνει και κατά το παρελθόν στο «Ρέθεμνος» και στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» με τέσσερις άλλες ξεναγήσεις, με την «Περιήγηση στη δυτική ακτογραμμή του Ρεθύμνου», την «Περιήγηση στην ανατολική ακτογραμμή του Ρεθύμνου», τον «Περίπατο στα παράκτια σπήλαια του Ρεθύμνου» και την «Αναζήτηση των ψηφίδων της Ευρώπης στην Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου», ενώ όποτε είχα τη δυνατότητα μοίραζα και σχετικό φυλλάδιο στους συμμετέχοντες, ώστε να μπορούν να το συμβουλεύονται όταν το επιθυμούν από τη βιβλιοθήκη τους και να επαναλαμβάνουν με τους φίλους τους το εγχείρημα. Στην έντυπη σημερινή παρουσίαση θα ακολουθήσω όμως αντίστροφη πορεία, θα ξεκινήσω δηλαδή από διαφάνειες της προβολής που οργάνωσα, ώστε από τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και την Αναγέννηση να περάσουμε στην Κρητική Αναγέννηση και από αυτήν στη Ρεθεμνιώτικη.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την περιήγησή μας από τους λεγόμενους σκοτεινούς χρόνους και την επικρατούσα τότε Ρωμανική τέχνη. Βλέποντας ένα τυπικό μνημείο της, την κρύπτη του καθεδρικού ναού του Καντέρμπουρι στην Αγγλία, θυμόμαστε ότι η τέχνη αυτή εμφανίστηκε στη δυτική Ευρώπη στο τέλος του 9ου αιώνα, μετά από την Καρολίγγεια αρχιτεκτονική, και κράτησε μέχρι την άνοδο της γοτθικής τέχνης τον 12ο αιώνα. Η Ρωμανική τέχνη, που αναγνωρίστηκε ως τέτοια μόλις κατά τον 19ο αιώνα, αποτελεί ένα μίγμα της Ρωμαϊκής με τη Βυζαντινή, την Καρολίγγειο, την Οθωμανική και την Κελτική τέχνη.
Θα συνεχίσουμε με τη Γοτθική τέχνη, βλέποντας παράλληλα τον καθεδρικό ναό της Σαρτρ, που άρχισε να κτίζεται το έτος 1194. Η περίοδος αυτή της αρχιτεκτονικής διήρκεσε σχεδόν τέσσερις αιώνες και ταυτίστηκε σχεδόν με την οικοδόμηση καθεδρικών ναών. Χαρακτηριστικά της είναι οι πανύψηλοι θόλοι, που στηρίζονται σε ένα σκελετό νευρώσεων και αντηρίδων, και τα βιτρό, που έπαιζαν το ρόλο των τοιχογραφιών των ορθόδοξων ναών, των «βιβλίων των αγραμμάτων» δηλαδή του μεσαιωνικού κόσμου.
Για να μην καθυστερήσουμε δεν θα σταματήσουμε ούτε στην Αγγλία στον καθεδρικό ναό του Έξετερ (1275) αλλά ούτε και στον ιταλικό Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης (1226) (με τις τοιχογραφίες του Τζιότο) αλλά θα εστιάσουμε κατευθείαν στο Δουκικό Ανάκτορο της Βενετίας του 14ου αιώνα. Το Παλάτσο Ντουκάλε αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα του ιταλικού Γοτθικού ρυθμού, με το δαντελωτό δίκτυο από αψίδες και πέτρινους κίονες και με το χρωματιστό μάρμαρο της πρόσοψής του. Η διακόσμησή του εμπεριέχει μια ανατολίτικη λεπτότητα, καρπό ασφαλώς της βυζαντινής επίδρασης των ανατολικών κτήσεων της Βενετίας.
Η Γοτθική τέχνη δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο και τον ελληνόφωνο κόσμο, παρότι οι ρίζες της βυζαντινής τέχνης ήταν σ’ αυτόν πολύ βαθιές. Το πιο χτυπητό παράδειγμα είναι η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, με αποκορύφωμα το Παλάτι των Ιπποτών του 14ου αιώνα. Μικρότερα δείγματα βρίσκουμε και σε άλλες μεσαιωνικές πόλεις, μεταξύ των οποίων στην Κέρκυρα αλλά και στα Χανιά και λιγότερο στο Ηράκλειο. Τέτοια δείγματα αφθονούν επίσης στη μεσαιωνική ναοδομία της κρητικής υπαίθρου, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα αναφέρουμε στη συνέχεια.
Όμως τα προανακρούσματα της Αναγέννησης είχαν ήδη φανεί στα τέλη του 14ου αιώνα, στην Ιταλία και πάλι. Αυτό που καταρχήν τη διαφοροποίησε στον τομέα της αρχιτεκτονικής από τη Γοτθική τέχνη ήταν η αποθέωση της προσωπικότητας. Ο ύψους 136 μέτρων τρούλος του θεωρούμενου ως μεγαλοπρεπέστερου ναού της Χριστιανοσύνης, του Αγίου Πέτρου της Ρώμης στον λόφο του Βατικανού, δεν οικοδομήθηκε από απλούς μεσαιωνικούς αρχιμάστορες αλλά από συνειδητούς αναγεννησιακούς καλλιτέχνες, όπως ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Τζάκομο ντε λα Πόρτα ενώ ο καθαυτό ναός έχει τη σφραγίδα και άλλων καλλιτεχνών, πρώτος των οποίων υπήρξε ο Μπραμάντε και τελευταίος ο Μπερνίνι.
Από τα τέλη του 15ου αιώνα η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική άρχισε να εξαπλώνεται από την Ιταλία και πέρα από τις Άλπεις. Πρώτη ανταποκρίθηκε η Γαλλία με τους πύργους στην πεδιάδα Λουάρ, όπως αυτός της φωτογραφίας στο Αζέ Λε Ριντό, που χτίστηκε τη δεκαετία του 1530. Ακολούθησε η Ισπανία με τον Ισπανικό ρυθμό, τον λεγόμενο και «Πλατεράσκο», μια συγχώνευση Γοτθικού και Αναγεννησιακού ρυθμού. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στην Πορτογαλία, με το «Μανουελίνιο» στιλ. Ακολούθησαν η Αγγλία, οι Κάτω Χώρες, η Γερμανία, η Αυστρία και η Ουγγαρία. Από την πλευρά της η «μητέρα» της Αναγέννησης Ιταλία φρόντισε να απλώσει την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική πέραν της Γαλλίας στις ανατολικές κτήσεις της, μεταξύ των οποίων και στην Κρήτη, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω.
Ως φυσική συνέχεια της Αναγέννησης ήρθε το κίνημα του Μανιερισμού και στη συνέχεια του Μπαρόκ. Ο όρος μπαρόκ χρησιμοποιήθηκε για την τέχνη μόλις στον 19ο αιώνα για να αποδώσει ένα κοινό στην αρχιτεκτονική στιλ του 17ου και 18ου αιώνα. Είχε εμφανιστεί και πάλι στην Ιταλία, αλλά στη Ρώμη και όχι στη Φλωρεντία αυτή τη φορά. Αναπτύχθηκε ως έκφραση τόσο της επανευρεθείσας δύναμης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, εκφράζοντας το ρεύμα του νέου Καθολικισμού μετά τις περιπέτειες της Μεταρρύθμισης, όσο και των αναγκών της απολυταρχίας, που έπρεπε να εντυπωσιάσει υπηκόους και αντιπάλους. Οι καλλιτέχνες του Μπαρόκ, όπως ο Πιέτρο ντα Κορντόνα στη Σάντα Μαρία ντε λα Πάτσε (1656) της φωτογραφίας, προωθούσαν, σε αντίθεση με την απλότητα των αναγεννησιακών καλλιτεχνών, την πολυπλοκότητα και τον πλούτο των υλικών, όπως και την ενταγμένη στην αρχιτεκτονική γλυπτική τέχνη.
Αν χρειαστεί να αναζητήσουμε τις αναφορές των αρχιτεκτόνων της Αναγέννησης στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στην Κρήτη, θα τους εντοπίσουμε σε μια πολύ πρωιμότερη περίοδο, εκείνη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στον Βιτρούβιο και στο έργο του «Περί Αρχιτεκτονικής». Είναι χαρακτηριστικό ότι το δεύτερο γνωστότερο έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, μετά τη Τζοκόντα, ο «Άνθρωπος», είναι σχεδιασμένο κατά τη βιτρουβιανή φιλοσοφία. Η αναζήτηση των αρχιτεκτόνων δεν μπορεί παρά να περιλάβει μεγάλες μορφές καλλιτεχνών, όπως ο Αντρέα Παλάντιο και ο Λέον Μπατίστα Αλμπέρτι, τη Νέα Σάντα Μαρία στη Φλωρεντία του οποίου (1470) βλέπουμε στη φωτογραφία.
Στις μεγάλες αναγεννησιακές μορφές περιλαμβάνονται και πιο «κοντινοί» στην Κρήτη αρχιτέκτονες, όπως ο Σεμπαστιάνο Σέρλιο και ο Μικέλε Σανμικέλι, τον Πόρτα Τεραφέρμα του τελευταίου στο Ζαντάρ της Κροατίας βλέπουμε εδώ. Τα «Πέντε βιβλία της Αρχιτεκτονικής» του Σεμπαστιάνο Σέρλιο επηρέασαν βαθύτατα την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική της Κρήτης, ιδιαίτερα την μοναστηριακή. Από την πλευρά της η μαρτυρημένη φυσική παρουσία του Μικέλε Σανμικέλι στην Κρήτη για τη σχεδίαση πολλών από τα φρούριά της, άφησε τα σημάδια της όχι μόνο σ’ αυτά αλλά και σε κάμποσα δημόσια κτήρια του νησιού.
Είναι λοιπόν ώρα να αφήσουμε την Ευρώπη και να μεταφερθούμε στα καθ’ ημάς. Στην Κρήτη δεν είναι λογικό να αναζητήσουμε τους μεγάλους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς της Δύσης, ούτε ασφαλώς και μικρές «Βενετίες», παρότι και οι τρεις πόλεις της διεκδίκησαν αυτό τον χαρακτηρισμό. Η παρατιθέμενη μάλιστα φωτογραφία του Ρεθύμνου των αρχών του 20ου αιώνα (από το αρχείο του ΙΛΜΡ) δείχνει ότι και το Ρεθυμνάκι μας είχε τους λόγους του να προβάλει απαιτήσεις. Ασφαλώς πρόσθετα τέτοια δικαιώματα του έδινε η ίδια η εμφάνισή του από τη θάλασσα, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στον γνωστό αναγεννησιακό πίνακα του πρώτου τετάρτου του 17ου αιώνα.
Όμως οι οικονομικές δυνατότητες της Κρήτης ήταν πολύ μικρές, οπότε θα ήταν αναίδεια να αναζητήσουμε στις πόλεις και στα μοναστήρια της τη μεγαλοπρέπεια και τη «χλιδή» της ευρωπαϊκής τέχνης. Για παράδειγμα, την εποχή που στην Ευρώπη μεσουρανούσε η Καρολίγγεια τέχνη στο νησί μας επικρατούσε ακόμη η Βυζαντινή, με ποιο επιφανές οικοδόμημα το ναό του Αγίου Τίτου στη Γόρτυνα, που οικοδομήθηκε μεταξύ του 6ου και του 7ου μ.Χ. αιώνα.
Κατά την περίοδο που στην Ευρώπη και στη μητρόπολη Βενετία επικρατούσε ο γοτθικός ρυθμός, η αποικία της στο νότο του Αρχιπελάγους έκτιζε τους δικούς της καθεδρικούς ναούς, οπωσδήποτε μικρούς. Μόνο στο Ηράκλειο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το ναό του Σωτήρος, την Παναγία του Φόρου και το Καθολικό της Μονής των Φραγκισκανών μοναχών. Κι ακόμα ένα δημόσιο κτήριο, τη Λότζια που, αν και τον όροφό της πρόλαβαν να τον κατεδαφίσουν στον 20ο αιώνα, η αναστήλωσή του ανέδειξε ένα επιφανές κτήριο, άξιο στην εποχή του να το επισκέπτονται και να τυρβάζουν περί πολλών οι ευγενείς της πρωτεύουσας του Βασιλείου της Κρήτης.
Στον εκκλησιαστικό χώρο τα παραδείγματα γοτθικού ρυθμού είναι πολύ περισσότερα. Δεν είναι μόνο το καθολικό του μοναστηριού του Αγίου Φραγκίσκου στα Χανιά και τα θυρώματα σε Χανιά και Ηράκλειο αλλά και οι εκατοντάδες εκκλησίες της κρητικής υπαίθρου, που διακρίνονται όχι τόσο από τα υπερυψωμένα τόξα των αψίδων τους όσο από τα αντίστοιχα των ανοιγμάτων τους. Τα θυρώματά τους ξεχωρίζουν, όντας δίκεντρα οξυκόρυφα, εφοδιασμένα με αντίνωτες οδοντώσεις. Ο νομός Ρεθύμνου βρίθει τέτοιων μνημείων, μερικά από τα οποία βρίσκονται δυστυχώς σε διαδικασία ερείπωσης.
Μέσα όμως στην πόλη του Ρεθύμνου δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά. Κι αυτό γιατί φρόντισε να τα εξαφανίσει ένας άνθρωπος-λαίλαπα, ονόματι Ουλούτζ Αλή (Ouloudj Ali, αργότερα Κιλίτζ Αλή). Ήταν μπεϊρλέμπεης του Αλγερίου, που δρούσε πειρατικά για λογαριασμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Ουλούτζ Αλή προκάλεσε την καταστροφή των μισών σχεδόν δημοσίων κτηρίων και κατοικιών του Ρεθύμνου. Δεν αρκέστηκε μάλιστα στη λεηλασία και τις καταστροφές αυτές αλλά στο τέλος έβαλε και φωτιά. Με τον τρόπο του όμως ο καταστροφέας αυτός του Ρεθύμνου έγινε η αιτία να πλουτιστεί με τους ρυθμούς της Αναγέννησης, με τους οποίους θα ασχοληθούμε αναλυτικά στο επόμενο φύλλο του «Ρεθέμνους».