(8η συνέχεια από το προηγούμενο)
Ω! απού να μη ν-ήμουνε στο κόσμο ξαδέρφη Ζαμπιά, για δε θα το πιστέψει τάξε άνθρωπος μα ‘γω τη βαγιέστησα(1) μπλιό τη ζωή μου! Εφάγανέ με οι δουλειές και τα βάσανα απού δε γατέω είντα θ’ απογενώ η κακομοίρα. Ταλαποδέρνω(2) από ντε θα ξημερώσει ο Θεός ώστε να βραδιάσει! Ενταέ(3) τα ρούχα του κοπελιού μου απού πήγα και τά πλυνα στη βρύση, γιατί το βαστά το κουρεμένο τσιλαθιό(4) εδά σα μια ν-εβδομάδα και δε μ-προφταίνω να τ’ αλλάσσω και να το πλύνω γιατί τσιλιέται απάνω ν-του.
Τόσες μέρες τσιλαθιό εξέπνεξενε το κακορίζικο, εκουφαλαμάθιασενε και γίνηκενε κίτρινο σα ν-το μανουσάκι, φοβούμαι το πως θα ποθάνει.
Ξαδέρφη Αργυρένια είντα περιμένεις να ποθάνει;
Πάρε το κοπέλι σου και πήγαινε το στη Νουριγέ, αυτή γιάτρεψενε το Σηφαλιό, το βήχα τση Βαγγελιάς, τση Νικολάκενας το μ-πονοκέφαλο, είντα λογάσαι(5) εκειά, ούλα ζάβαλε(6) τα γιατρεύγει.
Δε ν-είχενε βασταχτικά(7) η Αργυρένια, εκράτανε στα χέρια τζη το Νικολιό, γιατί απού την αρρώστια δε ν-είχενε ντούζια(8) να σαλέψει και πήγαιντο στη Νουριγέ.
Τσ’ αποδέχτηκενε με καλοσύνη, εστεναχωρέθηκενε για το χάλι του κοπελιού κι αρχίνηξενε από ντε γιαμιάς(9) τα γιατρικουλίσματα. Έβαλεν ένα βήσαλο(10) στη μπαρασιά να ζεσταθεί κι έβαλενε το κοπέλι να κάτσει ‘πάνω. Επόρισενε στο γ-κήπο τζη και ξεπάτωσενε τρία καρότα, τα ξεμαγάρισενε και τά κοψενε φτενά – φτενά σ’ ένα πήλινο τσικαλάκι και τά βρασενε πολλή ώρα. Έβαλενε και ρυζάκι κι έκαμενε τζορμπά(11). Έβαλενε του κοπελιού ένα χρειγιδάκι και τό φαενε και τ’ αποδέλοιπο έδωκενε στη μάνα ν-του και τη αβίζιαρενε(12) να συνεχίσει τη θεραπεία με το βήσαλο και τη σούπα.
Το γ-κήπο επότιζενε η Νουριγέ όντε ν’ άκουσενε το σύθρηνο τση Μαλαματένιας και τση μάνας τση, τση Κασιδομαρίας. Επετσοτανίζανε το Μανολιό, απού ‘χενε τη χούφτα κι έχωνε ντα ‘μάτι και σκλήριζενε γιατί επόνιενε το κακομάζαλο.
Νουριγέεε έλα πα γιατί στραβώθηκενε το κοπέλι, ηγούγια μας και κουρέμετά μας ελέγανε οι γυναίκες.
Κάνετε καϊρέτι(13) κακονίζικες και πες τε μου πως τόπαθενε;
Εκειά που παίζανε εμπήκενε πράμα πετραδάκι, γη ξύλο στ’ αμάτι ντου και το συριγώνει(14) ο πόνος.
Παίρνει στα γόνατά τζη η «γιάτρισσα» το κοπέλι του σήκωσενε το βλέφαρο, το φύσηξενε και τού ‘πενε τη γητειά: «Αν είσαι πέτρα γλίστρηξε, κι αν είσαι χώμα λιώσε, κι αν είσαι ξυλαράκι έμπα στο πηγαδάκι». Πήγαινε το δα σε μια γυναίκα που βυζάνει να του βάλει μια ν-τζιρέ γάλα απ’ το βυζί τζη, μέσα στ’ αμάτι. Σικιμέ(15)… Μέχρι να γιάνει, ντάι – ντάι να του βάνει γάλα απού το βυζί η μωρομάνα.
Η φήμη τση «γιάτρισσας» εξεπέρασενε το χωριό κι έφταξενε τα γυρωχώριουλα.
Ο Μανούσος απού το Ροδοχώρι εζύγωνε το ντανά(16) κι έπεσενε σ’ ένα γκρεμό και κατασκοτώθηκενε, τόνε φορτώσανε στο χτήμα και τονε κουβαλήσανε στη Νουριγέ. Τού πλυνε τσι πληγές τού βαλενε αλοιφές, αλλά χενε φοβερούς πόνους στη χέρα. Τη γ-κουναντάβλισενε η γιάτρισσα κι εκατάλαβαινε πως ήτανε σπασμένη. Έφερενε μαλλί προβάτου άπλυτο κι ετύλιξενε το σπασμένο μέρος, γύρου – γύρου έβαλενε καλαμάκια λιανά και μια λουρίδα ύφασμα, τά δεσε πολύ σφιχτά. Τον απόβγαλενε σίγουρη για τη θεραπεία.
Τέθοια γιάτρισσα σα ν-τη Νουριγέ δε ν-εξαναφανερώθηκενε. Ούλες τσ’ αρρώστιες τσι γιάτρευγενε. Κιανείς δε ν-εξαναπάτησενε σε πιστήμονα γιατρό, γιατί έμου λεφτά θελενε, έμου δε ν-εκάτεχενε είντα του γίνεται. Η Νουριγέ έκανε ματζούνια και θαυματουργές αλοιφές, ήτανε όμως και χερικαρέ τσι γηθειές και στα ξόρκια.
Όλοι οι χωριανοί τη ν-αγαπούσανε και γεμίσανε το σπίτι τζη δοσούδια κι αυτή ‘τανε χαρούμενη αναμεσικώς τωνε.
Μια ν-ημέρα τση κάλεσενε ούλες τσι χωριανές στο σπίτι τζη, κι αφού τσι κέρασενε γλυκά του τόπου τζη, των είπενε: «Θα χαζιρέψομενε μαζί μερικές συνταγές να τσι ‘χετε στα σπίθια σας».
Για τα καψίματα:
Στο τηγανάκι 1 φλυτζάνα λάδι να ζεσταθεί και ρίχνω μέσα ένα κομμάτι κερί μέλισσας να διαλυθεί.
Για τον εμετό:
Ρίχνω μαραθόσπορο σε καυτό νερό να μείνει αρκετή ώρα και πίνω.
Για τα κοψίματα:
Βάζω στο κομμένο μέρος τσιγαρόχαρτο ή πιπέρι σκόνη.
Για μύκητες:
Ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών ρίχνω σόδα.
Δύο σπουδαίες συνταγές που δε μ-πρέπει να λείπουν από κιανένα σπίτι: «Σε μια φλυτζάνα λάδι βάζω μια φλυτζάνα ξερό χαμομήλι. Τα ενώνω σ’ ένα πήλινο βάζο και τα τοποθετώ στη μ-παρασιά κοντά να ζεσταίνουνται λίγο. Τ’ αφήνω πολύ γ-καιρό. Ακουμπώ τα χέρια στο χαμομηλόλαδο και κάνω εντριβή όπου έχω πόνο».
Βραστάρι με τσουκνίδα:
Βράζομε νερό με φρέσκια η αποξεραμένη τσουκνίδα και έχομε ένα σπουδαίο φάρμακο για την πίεση, αιμορροΐδες, διαβήτη, ακμή.
1 βαγιέστησα = βαρέθηκα
2 ταλαποδέρνω = ταλαιπωρούμαι
3 ενταέ = νάτα (από τη φράση δες αυτό, δε το, έτο, έντο)
4 τσιλαθιό = η διάρροια
5 λογάσαι = λογίζεσαι
6 ζάβαλε = κακονίζικα (Τουρκ zavalli)
7 βασταχτικά = δώρα
8 ντούζια = δύναμη
9 γιαμιάς = δια μιάς, αμέσως
10 βήσαλο = θραύσμα από πήλινο αγγείο
11 τζορπάς = σούπα (Τουρκ corba)
12 αβιζιέρνω = ειδοποιώ, συμβουλεύω (Ιταλ avvisare)
13 καϊρέτι = κουράγια (Τουρκ gayret)
14 συρριγώνει = τρέμει
15 σικιμέ = μη στενοχωράστε (Τουρκ sikinma)
16 ντανάς = αρσενικό βόδι