Ένοχος αλλά ανιδιοτελής του Μανώλη Σκαρσούλη

Πολιτικοί στο εδώλιο

 

Πριν από περίπου 140 χρόνια, το σωτήριο έτος 1876, η Ελλάδα έβαλε για πρώτη φορά στη φυλακή υπουργούς με την κατηγορία της διαφθοράς. Δόθηκε τότε μια χρυσή ευκαιρία για την καθιέρωση κανόνων που θα εξασφάλιζαν πολιτική διαφάνεια, τελικά όμως επρόκειτο απλώς για μια σύντομη παρένθεση στο καθεστώς ασυλίας των πολιτικών.

Advertisement

 

Τα «συμωνιακά» και η πρώτη καταδίκη υπουργών

 

Το 1875 υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο Β. Νικολόπουλος, γαμπρός του τότε πρωθυπουργού Δ. Βούλγαρη. Υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης και αρμόδιος για τα εκκλησιαστικά ήταν ο Ι. Βαλασόπουλος.

Και οι δύο κατηγορήθηκαν ότι δωροδοκηθήκαν από τρεις επισκόπους που ήθελαν να εκλεγούν μητροπολίτες στις χηρεύουσες έδρες Κεφαλληνίας, Πατρών – Ηλείας και Μεσσηνίας. Το σκάνδαλο ξέσπασε όταν άλλοι μνηστήρες των θρόνων πέρασαν στην αντεπίθεση και διέδωσαν ότι είχε γίνει εξαγορά των εκκλησιαστικών αξιωμάτων με χρήματα και κοσμήματα. Για δύο μήνες, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1875, οι φήμες οργίαζαν, αλλά η κυβέρνηση πίστευε ότι ήλεγχε την κατάσταση και ότι σύντομα η υπόθεση θα περνούσε σε λαϊκή λήθη.

Δυστυχώς για την κυβέρνηση Βούλγαρη οι πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν και επιτάχυναν την αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν απρόβλεπτες. Ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε ήδη γράψει το περίφημο «Τις  πταίει» με το οποίο κατήγγελλε το πολιτικό σύστημα και κυρίως τον βασιλιά. Ο Άναξ μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξαιτίας του σκανδάλου των Λαυρεωτικών, είχε χρίσει κυβέρνηση με επικεφαλής τον Βούλγαρη, ο οποίος όμως εκπροσωπούσε τη μειοψηφία.

Ο πρωθυπουργός της μειοψηφίας προκαλούσε την οργή πολιτικών και λαού διαπράττοντας επανειλημμένως εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή: όποτε ήθελε να περάσει έναν σημαντικό νόμο και δεν είχε την πλειοψηφία, εξωθούσε την αντιπολίτευση σε αποχώρηση και οι εναπομείναντες στην αίθουσα βουλευτές του παρότι μειοψηφία ψήφιζαν τον νόμο κατά παράβαση της πολιτικής ηθικής και της νομιμότητας. Ως αντίδραση οι βουλευτές της αντιπολίτευσης έγραφαν τα ονόματα των κυβερνητικών βουλευτών σε μια ατιμωτική δημόσια στήλη, κατά την αρχαία αθηναϊκή συνήθεια. Οι εφημερίδες τα αναδημοσίευαν και τα γεγονότα πέρασαν στην ιστορία ως τα «στηλιτικά».

 

Η επιμονή του Τρικούπη

 

Με αυτές τις μεθόδους, που προκαλούσαν επεισοδιακές αντιδράσεις και καθημερινές συγκρούσεις, δεν ήταν δυνατό να υπάρξει διακυβέρνηση, και έτσι τον Απρίλιο του 1875 ο Βούλ

Ί

γαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Τρικούπη. Ο  εντολοδόχος πρωθυπουργός διέταξε αμέσως να διερευνηθεί η ξεχασμένη καταγγελία για τον χρηματισμό των υπουργών. Μετά

Από πολύμηνες έρευνες και καταθέσεις το πόρισμα αποκάλυψε

το  μέγεθος της πολιτικής διαφθοράς επισημαίνοντας ότι «οι επίσκοποι Μεσσήνης Αργυριάδης, Πατρών Λαμπίρης και Κεφαλληνίας Κομποθέκρας έδωσαν χρήματα στους υπουργούς Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης για να μεσολαβήσουν, ώστε να εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους τις έδρες που χήρευαν».Τα ποσά που αναφέρθηκαν ήτα εξωφρενικά για την εποχή: ο ένας ιεράρχης φερόταν να έχει δώσει 42χιλιάδες δραχμές, ο άλλος 9 χιλιάδες, ενώ ο τρίτος, ο Κομποθέκρας, είχε δωροδοκήσει τον υπουργό με 10 χιλιάδες προκαταβολή και 8 χιλιάδες δραχμές επιπλέον όταν υπογράφηκε το Προεδρικό Διάταγμα διορισμού του.

Η βουλή αποφάσισε να παραπέμψει τους υπουργούς του Βούλγαρη σε Ειδικό Δικαστήριο. Στο εδώλιο, εκτός από τους Νικολόπουλο και Βαλασόπουλο που είχαν ήδη προφυλακιστεί, κάθισαν ο ειρηνοδίκης Π. Οικονομόπουλος και ο Δ.Χαριτάκης ως συνεργοί, καθώς και οι μητροπολίτες που είχαν ασκήσει τη δωροδοκία.

Η εκδίκαση της υπόθεσης άρχισε στις 26 Ιανουαρίου 1876. κατέθεσαν 109 μάρτυρες και υπήρξαν στιγμές ιδιαίτερης έντασης, όχι μόνο μεταξύ κατηγόρων και υπεράσπισης αλλά και ανάμεσα στους κατηγορουμένους , που έφτασαν στη σημείο να ανταλλάσουν ύβρεις. Ήταν τέτοιο το θέμα αλλά και το θέαμα, που η προσέλευση του κοινού υπήρξε τεράστια και η αίθουσα της παλιάς Βουλής ήταν καθημερινά ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο.

 

Και φυλάκιση και επιστροφή των χρημάτων

 

Η ώρα της κρίσης είχε φτάσει. Ο πρόεδρος ανέγνωσε την απόφαση του δικαστηρίου που ήταν η καταδίκη των δύο υπουργών διά «56.200 δραχμάς, εν ζεύγος ενωτίων και μίαν καρφίτσαν». Η απόφαση είναι μνημειώδης. Όχι μόνο για τις ποινές φυλάκισης που επέβαλε σε σημαντικά πολιτικά πρόσωπα, σπάζοντας ένα πολιτικό και κοινωνικό ταμπού το οποίο υπαγόρευε την ατιμωρησία της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, αλλά και για την οικονομική επίπτωση που είχε στην τσέπη των καταδικασθέντων. Ο Βαλασόπουλος καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση, τριετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και πρόστιμο 56.000 δρχ. υπέρ του πτωχοκομείου! Ο Νικολόπουλος, αν και γαμπρός πρώην πρωθυπουργού , καταδικάσθηκε σε δέκα μήνες φυλάκιση.

Οι μητροπολίτες που είχαν εκλεγεί με δωροδοκία υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στο ελληνικό δημόσιο το διπλάσιο του ποσού που είχαν εισπράξει από τη «σιμωνία», όπως αποκαλείται στην εκκλησιαστική ορολογία η περίπτωση χειροτονίας ή προαγωγής κληρικών και μοναχών σε εκκλησιαστικό

ι

αξίωμα με προσφορά οικονομικών ανταλλαγμάτων. Έτσι  ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Στέφανος Αργυριάδης κλήθηκε να καταβάλει 20 χιλιάδες δραχμές, ο Κεφαλληνίας Σ. Κομποθέκρας 50 χιλιάδες και ο Πατρών Αβέρκιος Λαμπίρης 22.400 δραχμές. Σύνολο 92.400 δρχ. Το ποσό ήταν τεράστιο για την εποχή και κάποιοι από τους μητροπολίτες έμειναν στη φυλακή μέχρι να συγκεντρώσουν και να καταβάλουν τα χρήματα που είχε ορίσει το δικαστήριο.

Τον επίλογο της υπόθεσης έγραψε ο πρώην πρωθυπουργός Δημήτριος Βούλγαρης, ο οποίος τον επόμενο χρόνο πέθανε

από κατάθλιψη. Και αυτό που έμεινε στην πολιτική μας ιστορία είναι ο πρώτος νόμος περί ευθύνης υπουργών που θεσπίστηκε το 1877, με αφορμή τα «σιμωνιακά». Σκοπός ήταν να

(

αντιμετωπίσει την πολιτική διαφθορά και τις καταγγελίες σε      βάρος υπουργών για δωροδοκία και διασπάθιση δημόσιου χρήματος.

 

Το«αμάρτημα»του Πάγκαλου

Ο  στρατηγός   Θεόδωρος    Πάγκαλος  τα ξημερώματα της 25ης Ιουνίου 1925 ανέτρεψε με αναίμακτο πραξικόπημα τον πρωθυπουργό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο προβάλλοντας ως κίνητρο να απαλλάξει τη χώρα από την «αμαρτωλή» κυβέρνηση του τελευταίου, η οποία είχε χάσει την εμπιστοσύνη του έθνους. Γι’ αυτό υποσχέθηκε την πάταξη «άνευ οίκτου» των ποικιλώνυμων καταχραστών, «οι οποίοι κατακλέπτουσιν αναιδώς τον ιδρώτα του λαού».

 

Στο εδώλιο για το καζίνο

 

Ο Πάγκαλος ανατράπηκε με τη σειρά του από το κίνημα του Κονδύλη το 1926, ενώ παραθέριζε στις Σπέτσες, και φυλακίστηκε. Στις 17 Μαρτίου 1930 βρέθηκε κατηγορούμενος βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών, με την κατηγορία της απιστίας για το σκάνδαλο του καζίνου της Ελευσίνας. Η Ελλάδα ήταν στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης, μετρούσε τις πληγές από τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά κάποιοι πόνταραν στο «όνειρο» ότι μια καλή «μπιλιά» θα τους πρόσφερε μια πιο άνετη ζωή.

Ο πραξικοπηματίας στρατηγός κατηγορήθηκε ότι είχε εκχωρήσει προνομιακά άδεια λειτουργίας καζίνου σε φίλο του, επιχειρηματία, ο οποίος την πήρε παρότι είχε καταβάλει χαμηλότερο τίμημα από τον πλειοδότη. Η δίκη έγινε και ο πάγκαλος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και πενταετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά η πολιτική επιμονή του μπαρουροκαπνισμένου στρατιωτικού δεν κάμφθηκε, συνέχισε να πολιτεύεται μέχρι  τα βαθιά γεράματα. Μάλιστα δύο χρόνια πριν το θάνατό του το 1952, ήταν πάλι υποψήφιος στις εκλογές με το κόμμα του Ν. Ζέρβα, χωρίς ωστόσο να εκλεγεί.

 

«Η υπόθεσις των καυσίμων»

 

Μετά το σκάνδαλο των «σιμωνιακών» το 1875, που έληξε με τη φυλάκιση δύο υπουργών, και τη φυλάκιση του Θ. Πάγκαλου το 1930, για την υπόθεση του καζίνου της Ελευσίνας, φτάνουμε στο 1950 για μια ακόμη περίπτωση τιμωρίας πολιτικού. Αυτή τη φορά η ποινή ήταν αστεία – δίμηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή-, όμως έσπασε ένα ταμπού, στην ουσία η τιμωρία του επίορκου ήταν η δημόσια διαπόμπευση, καθώς η υπόθεση έγινε πρωτοσέλιδο και αποκλειστικό θέμα συζήτησης στα καφενεία για τις 35 ημέρες που κράτησε η δίκη.

Το 1949, όταν η χώρα με το σχέδιο Μάρσαλ προσπαθούσε να μπει σε τροχιά ανάπτυξης, η εισαγωγή και η διανομή του πετρελαίου ήταν ζωτικής σημασίας για την οικονομία. Μέχρι τότε το έργο διεκπεραίωνε η κοινοπραξία των πετρελαϊκών εταιρειών, αλλά οι τιμές ήταν μάλλον ασύμφορες για το Δημόσιο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει διαγωνισμό και να αναθέσει την προμήθεια σε όποιον ιδιώτη έκανε την καλύτερη προσφορά. Υπουργός Μεταφορών της τότε κυβέρνησης συνεργασίας των Φιλελεύθερων και του Λαϊκού Κόμματος ήταν ο Πάνος Χατζηπάνος που εκλεγόταν επί πολλά χρόνια στο νομό Ευβοίας.

Ο διαγωνισμός έγινε, αλλά ο υπουργός δεν έβαζε την υπογραφή του για να επικυρωθεί. Προκάλεσε δε αρνητική εντύπωση όταν ανακοίνωσε πως θα γίνει απευθείας ανάθεση. Οι ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου δεν πίστευαν στα αυτιά τους όταν διαπίστωσαν ότι το σημαντικό έργο επρόκειτο να εκχωρηθεί σε μια εταιρεία της οποίας ο κάτοχος δεν είχε καμιά σχέση με τον πετρελαϊκό χώρο.

 

Αυτοκινητιστής χωρίς αυτοκίνητο

 

Όπως αποδείχτηκε στο δικαστήριο, ο «νικητής άνευ διαγωνισμού» δεν είχε καν δικά του βυτιοφόρα ούτε τον γνώριζε κάποιος στην πιάτσα των αυτοκινητιστών. Ήταν ο Βασίλειος Σκόπας, υπάλληλος ταχυδρομείου.

 

«Ένοχος αλλά ανιδιοτελής»!

 

Το 1950 γίνονται εκλογές που βγάζουν νικήτρια κυβέρνηση την αντίπαλη παράταξη των Κεντρώων. Αλλεπάλληλα δημοσιεύματα κινητοποιούν τη νέα Βουλή που μετά από τους καθιερωμένους βουλευτικούς καβγάδες παραπέμπει τον υπουργό σε ειδικό δικαστήριο.

Έναν μήνα και πέντε μέρες κράτησε η διαδικασία και το δικαστήριο έβγαλε μια οξύμωρη απόφαση καθώς πείστηκε για την «ενοχή αλλά και για την ανιδιοτέλεια του υπουργού»! Σύμφωνα με την απόφαση ο Χατζηπάνος ήταν ένοχος γιατί γνώριζε ότι χάνει λεφτά το Δημόσιο, ο ίδιος όμως δεν είχε πάρει ούτε δεκάρα. Κατά την ακριβή διατύπωση του δικαστηρίου ήταν «ένοχος απιστίας κατά του Δημοσίου άνευ ιδιοτέλειας».

 

Έχασε τη δίκη αλλά όχι την έδρα

 

Η πρόταση του εισαγγελέα ήταν ποινή φυλάκισης ενός έτους, αλλά το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δύο μήνες. Η διαφορά δεν είναι καθόλου ασήμαντη : με ποινή ενός έτους θα έχανε και τα πολιτικά του δικαιώματα. Με λιγότερο από έναν χρόνο παρέμενε βουλευτής παρότι καταδικασμένος για απιστία σε βάρος του Δημοσίου.

Ο πρώην υπουργός όταν άκουσε την καταδικαστική απόφαση έκανε την εξής δήλωση που δεν διεκδικεί και βραβείο πρωτοτυπίας : «Έπεσα θύμα δικαστικής πλάνης λόγω του θορύβου που προκλήθηκε».

 

Και μια σύμπτωση

 

Την ημέρα που ο Χατζηπάνος άκουγε την ποινή του από το Ειδικό Δικαστήριο, ξεκινούσε σε άλλη δικαστική αίθουσα η απολογία των κατηγορουμένων στη «δίκη της Τασούλας» Πετρακογιώργη, την οποία είχε απαγάγει στην Κρήτη με σκοπό τον γάμο ο Κώστας Κεφαλογιάννης. Η γοητευτική Τασούλα ήταν κόρη του βουλευτή των Φιλελευθέρων Γιώργη Πετρακογιώργη και για την ανεύρεσή της είχε κινητοποιηθεί το σύνολο της χωροφυλακής στη Μεγαλόνησο. Για να αποφευχθεί δε ο πόλεμος μεταξύ των δύο οικογενειών, στάλθηκε από την Αθήνα ισχυρή στρατιωτική δύναμη και κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος. Το ζευγάρι παντρεύτηκε κρυφά προτού παραδοθεί και ο απαγωγέας – σύζυγος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση, η Τασούλα τον περίμενε, αλλά αργότερα χώρισα. Με την επόμενη σύζυγο του ο Κεφαλογιάννης έκανε δύο παιδιά, τον Βασίλη και τον Μανόλη Κεφαλογιάννη που έχει εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία.

0ι υδραντλίες της αστυνομίας και n κρατική καταστολή

 

H χρήση της υδραντλίας εναντίον των, διαδηλωτών δεν είναι σημείο των καιρών μας. Η αστυνομία τη χρησιμοποιεί. Από το 1874 για να διαλύει δυναμικές συγκεντρώσεις χωρίς να λερώνει τα χέρια της.

 

Μελάνι και νερό κατά των φοιτητών

Το 1874 η Αθήνα ταράσσεται καθημερινά από διαδηλώσεις στις οποίες πρωταγωνιστούν  φοιτητές. Οι κινητοποιήσεις είναι δυναμικές. Η πολιτεία, για να τις αντιμετωπίσει  χρησιμοποιεί έφιππους αστυνομικούς οι οποίοι λόγω της οικονομικής κρίσης πετάνε πέτρες στους διαδηλωτές, επειδή τις έβρισκαν εύκολα και δεν είχαν και κανένα κόστος. Τελικά σε μία από τις συγκεντρώσεις αντί για λίθους, που ωστόσο δεν είχαν αποδεδειχθεί, αναποτελεσματικοί, αποφάσισαν  να  ρίξουν νερό εναντίον των εξαγριωμένων φοιτητών. Τα όργανα της τάξης χρησιμοποίησαν την αντλία  της πυροσβεστικής κι έβρεξαν τους συγκεντρωμένους, οι οποίοι μετά τον αιφνιδιασμό διαλύθηκαν. Η πολιτεία όμως είχε λειτουργήσει ύπουλα και δόλια. Μέσα στο νερό οι αστυνομικοί είχαν ρίξει και μελάνι. Έτσι όχι μόνο μάρκαραν τους «ταραχοποιούς» αλλά κατέστρεφαν και τα ρούχα τους. Εννοείται ότι το 1874 δεν ήταν καθόλου εύκολο για έναν φοιτητή να έχει δεύτερη αλλαξιά και να ρισκάρει σε κάθε διαδήλωση να  την  καταστρέψει.

 

Εκλογικές… αντλίες

 

Κατά την προεκλογική περίοδο του 1892 ο διαβόητος αστυνομικός διευθυντής Δημήτρης Μπαϊρακτάρης διατάσσει την απαγόρευση  εκλογικών  συγκεντρώσεων  μετά τις  εννιά το  βράδυ. Κάποιο απόγευμα υποστηρικτές του υποψήφιου πρωθυπουργού Δημήτρη Ράλλη καταλήγουν  μετά από μια συγκέντρωση  στα γραφεία του εντύπου ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ. Ο κομματάρχης εκφωνεί εκεί  άλλον  έναν  διθυραμβικό  λόγο  ο οποίος  συνεχίζεται και

μετά τις εννιά η ώρα. Εμφανίζεται τότε  ο Μπαϊρακτάρης και απαιτεί να σταματήσει η εκδήλωση. Οι αντιρρήσεις των συγκεντρωμένων και το σύνθημα «έξω η αστυνομία» εκνεύρισαν τόσο τον  αδιάλλακτο διοικητή, που έδωσε εντολή στον  χειριστή της πυροσβεστικής αντλίας να καταβρέξει  τους  συγκεντρωμένους. Το νερό χύθηκε άφθονο και μέσα στα γραφεία της εφημερίδας, ενώ οι δημοσιογράφοι έγιναν μούσκεμα. Δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική εκδήλωση, αλλά αυτό ουδόλως απασχόλησε τους αστυνομικούς.

 

Δεκαετία του 1920:πολλοί πρωθυπουργοί  και πλήθη απεργών

 

Τη δεκαετία του 1920 η αστυνομία χρησιμοποιεί κατά κόρον τις υδραντλίες, καθώς σημειώνονται σχεδόν καθημερινά δυναμικές κινητοποιήσεις εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας. Το 1924, ύστερα από επεισοδιακό δημοψήφισμα, το πολίτευμα γίνεται δημοκρατικό και ο βασιλιάς για μία ακόμη φορά εγκαταλείπει οικογενειακώς τη χώρα . Ωστόσο ακολουθεί πολιτική αναρχία. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο θα αλλάξουν πέντε πρωθυπουργοί: Ε. Βενιζέλος, Γ. Καφαντάρης, Α . Παπαναστασίου, Θ. Σοφούλης και Α. Μιχαλακόπουλος. Την επόμενη χρονιά ο Θ. Πάγκαλος κάνει πραξικόπημα, για να ανατραπεί έναν χρόνο αργότερα από τον Γ. Κονδύλη. Το 1927 σχηματίζεται οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Α. Ζαΐμη. Η κοινωνία βράζει με καθημερινές διαδηλώσεις

 

Ναυτεργάτες εναντίον εφοπλιστών και υδραντλιών

 

Έναν μήνα μετά τα επεισόδια της Πρωτομαγιάς του 1924 οι ναυτεργάτες απαιτούν αυξήσεις. Κάνουν απεργία και μπλοκάρουν τον απόπλου των πλοίων. Ο εκπρόσωπος τους συναντάται με τον υπουργό Οικονομικών. Οι συνδικαλιστές όμως γίνονται έξαλλοι όταν βλέπουν έξω από το κτίριο όπου θα γίνονταν η συνάντηση παρατεταγμένες τις υδραντλίες. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν μόνο όταν ο υπουργός έδωσε εντολή για την απομάκρυνσή σους.

 

Το βρεγμένο ψήφισμα στη Βουλή

 

Τον Ιανουάριο του 1927 οι δυναμικοί, σοφέρ των  Αθηνών και οι εργαζόμενοι στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς απεργούν και συνεδριάζουν, στο Δημοτικό Θέατρο. Παρά την απαγόρευση αρκετοί συνδικαλιστές αποφασίζουν μετά την ομιλία του προέδρου τους να κάνουν πορεία στο Κοινοβούλιο. Η αστυνομία έχει στήσει δύο μπλόκα, στο υπουργείο Εσωτερικών, στην οδό Σταδίου, και στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Όταν οι διαδηλωτές φτάνουν στη Σταδίου, σπρώχνουν τους αστυνομικούς για να περάσουν. Τότε ο ενωμοτάρχης Δικαίος αρχίζει να πυροβολεί για εκφοβισμό. Οι χωροφύλακες τον μιμούνται και στο κέντρο της πόλης επικρατεί πανδαιμόνιο. Ο υπουργός Εσωτερικών Παναγής  Τσαλδάρης  διατάσσει  να  σταματήσουν  οι πυροβολισμοί οπότε οι χωροφύλακες βάζουν μπροστά τις αντλίες. Σύμφωνα με τo  ρεπορτάζ της  εποχής,  «οι  διαδηλωτές  βρέχονται ραγδαίως, αλλά αντιστέκονται και τελικά καταλαμβάνουν τα πυροσβεστικά οχήματα, τα οποία αχρηστεύουν κόβοντας τις μάνικες. Με τα ρούχα τους βρεγμένα και τα παπούτσια τους μέσα στο νερό, έφτασαν στη Βουλή και επέδωσαν το ψήφισμα διαμαρτυρίας». Ήταν το πρώτο βρεγμένο ψήφισμα απεργών που πέρασε την πόρτα του Κοινοβουλίου.

 

Μια σφαίρα στο κεφάλι για ένα… φάσκελο

 

Τον  Μάρτιο του  1927 έμποροι  και  επαγγελματίες της  Αθήνας βάζουν λουκέτο στα μαγαζιά τους, αντιπροσωπεία των απεργών συναντάται με τον υπουργό Εσωτερικών Παναγή Τσαλδάρη, ο οποίος δίνει τη διαβεβαίωση ότι η κυβέρνηση θα ικανοποιήσει  τα βασικά αιτήματά τους. Οι συνδικαλιστές επιστρέφουν στην έδρα τους και μετά από θυελλώδη συνεδρίαση αποφασίζουν την προσωρινή παύση των κινητοποιήσεων. Κάποιοι θερμόαιμοι απεργοί όμως αμφισβητούν την απόφαση και σχηματίζουν πορεία στην Πανεπιστημίου με κατεύθυνση την οικία του υπουργού, απαιτώντας να ακούσουν από τον ίδιο τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης.

Η πορεία δέχεται επίθεση με νερό, αλλά οι έμποροι συνεχίζουν. «Θα σας χτυπήσουμε, μην προχωρείτε», ακούστηκε απειλητική η φωνή του υπολοχαγού Χριστοδούλου, που εννοούσε κάθε λέξη. Οι διαδηλωτές τον αγνόησαν και ο τέως υπασπιστής του  Κονδύλη  διέταξε  πυρ. Ακολούθησε  ομοβροντία  πυροβολισμών.  Ο απολογισμός:  τρεις νεκροί  και  δώδεκα τραυματίες. Μετά τον αρχικό πανικό, ομάδα απεργών πήρε το πτώμα ενός συναδέλφου τους κι έκανε μακάβρια διαδήλωση στην Ομόνοια και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο υπουργείο Οικονομικών, φωνάζοντας συνθήματα κατά τη οικουμενικής κυβέρνησης. Το άγριο  θέαμα και ο αντίχτυπος στη μικρή κοινωνία της Αθήνας τάραξαν την κυβέρνηση.

 

Η πρώτη μονομαχία με νερό

 

Τον Νοέμβριο του 1929 αστυνομικοί και φοιτητές συγκρούονται γύρω από το Πανεπιστήμιο. Οι φοιτητές χρησιμοποιούν τις  αντλίες πυρόσβεσης του κτιρίου και καταβρέχουν τους αστυφύλακες. Εκείνοι χάνουν την ψυχραιμία  τους  και καθώς καταδιώκουν τους φοιτητές εντός του πανεπιστημιακού νοσοκομείου, δέρνουν  από λάθος κάποιους βοηθούς των γιατρών και το νοσηλευτικό προσωπικό. Η κορυφαία στιγμή των συγκρούσεων ήταν όταν εμφανίστηκε η αστυνομική αντλία, η οποία έριξε νερό στους φοιτητές και αυτοί απάντησαν εκτοξεύοντας νερό από τις αντλίες του Πανεπιστημίου. ‘Ήταν η πρώτη μονομαχία στον κόσμο με νερό! Για την ιστορία, η αστυνομία εκείνη την ημέρα ανακοίνωσε ότι  συνέλαβε  στον περίβολο ένα γκαρσόνι  με την κατηγορία  ότι ήταν κομμουνιστής που υποκινούσε επεισόδια. Ίσως επειδή πιάστηκε στεγνός.

 

Πηγή : «Ένοχοι και Αθώοι»

ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ  

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement