Αφιέρωμα εις τον Ιωάννην Τσουπάκην και εις τους Τσουπάκηδες της Νιθαύρεως (Β΄ Μέρος)

Ο Γιάννης Τσουπάκης αγαπήθηκε γιατί ήταν ευγενής, γελαστός, γλετντζές, κοινωνικός, αρωγός

ΛΟΓΟΙ  ΚΑΡΔΙΑΣ

Ιδιαίτερα μας συγκίνησε, μεταξύ άλλων, ο εξαίρετος, γλυκύς κι εγκάρδιος λόγος του  δασκάλου Κώστα Ταταράκη από το Γερακάρι, του αδελφικού φίλου και συμμαθητή σου, ο οποίος εξαιτίας  της μεγάλης του φόρτισης και συγκίνησης,  ζήτησε από την αγαπημένη σου συγγενή, την  Αμαλία Ματθαιουδάκη , δασκάλα και μέλος του Δ.Σ του ‘Λυκείου των Ελληνίδων’, να  τον εκφωνήσει,  στο σαρανταήμερο μνημόσυνό σου.

Advertisement

Σε αυτόν το λόγο ο Κώστας Ταταράκης μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει και αποκαλεί τον συμμαθητή του Γιάννη Τσουπάκη,  ‘άγγελο στο σώμα και στην ψυχή, ομορφοκαμωμένο, ευθυτενή, αγγελικά πλασμένο, λεβέντη Αμαριώτη που γεννήθηκε στον Ψηλορείτη, κοντά στο άντρον των θεών, οι οποίοι ως αντάλλαγμα του έδωσαν την ομορφάδα’.

Τον περιγράφει ακόμη ως υπόδειγμα τιμιότητος, εργατικότητος, δημιουργηκότητος και ανθρωπιάς, τονίζει ότι ήταν άψογος στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, προσηνής, χαρούμενος, ζεστός, ενώ επισημαίνει πως με το γλυκό χαμόγελο και την απέραντη καλοσύνη  που κυριαρχούσε στο πρόσωπό του, σκλάβωνε τους πάντες. Θρηνεί για το φεύγα του διότι –όπως λέει- ‘εχάθη ένας σεμνός, λογικός, κι αθόρυβος συμπολίτης που τίμησε με τη ζωή και την αγάπη του το Ρέθυμνο’. Και καταλήγει στο εξής συγκινητικό, που έκανε όλους να ριγήσουν:

«Σε αποχαιρετά και η Αμαριώτικη γη με τις δροσόλουστες τοποθεσίες της και τις ψυχρές βρυσούλες της. Ο Ψηλορείτης με τις κατάλευκες κορυφές του, οι κοιλάδες με τις καταπράσινες ελιές τους. Οι φιλόξενοι άνθρωποί της που έχουν μόνιμο μανδύα  τη σεμνότητα, την πίστη στο θεό και στην Ελλάδα μας, την ομορφότερη χώρα του κόσμου.

Τώρα ήσυχος κοιμάσαι στο κοιμητήρι της πόλης μας και να είσαι βέβαιος, ότι η Ρεθυμνιώτικη κοινωνία δεν θα σε ξεχάσει ποτέ. Ας είναι ελαφρό το χωματένιο πάπλωμα που θα σε σκεπάζει εις τους αιώνες»

 

Εξίσου όμως μας συγκίνησε πατέρα, ο απλός αλλά περιεκτικός και λακωνικός λόγος του συν-Νιθαυριανού και φίλου σου Μιχάλη Δανδουλάκη, ο οποίος αισθανόμενος  το χρέος να μιλήσει για σένα και εκπροσωπώντας εκείνους που ευεργετήθηκαν και βοηθήθηκαν από σένα για να στεριώσουν στη Νότια Αφρική, ανέφερε με αληθινή αγάπη λόγια υπέροχα στη Μητρόπολη, στην κηδεία σου, την ώρα του αποχωρισμού, κάνοντας μας όλους να δακρύσουμε. Τα λόγια αυτά ήταν  τα εξής:

«Γιάννη εγώ δεν θα πω για τις σπουδές σου,ούτε για το πόσο καλός Πρόεδρος του χωριού μας ήσουν. Δεν θα μιλήσω για το πόσο καλός πατέρας και σύζυγος ήσουν, αυτό το ξέρουν όλοι.

Θα μιλήσω για το πόσο καλός πατριώτης, συγχωριανός, φίλος και συμπαραστάτης ήσουν στα δύσκολα χρόνια που ζήσαμε στην ξενιτειά.

Βοήθησες πολλούς συγχωριανούς να ορθοποδήσουν, ήσουν καλός Σαμαρείτης, μαζί με την εξαίσια σύζυγό σου Χρυσούλα. Όποιος σου ζήτησε βοήθεια δεν αρνήθηκες. Το σπίτι σου ήταν ‘καταφύγιο’ για όλους ανεξαιρέτως.

Ήσουν η ήρεμη δύναμη, πάντα μας καθοδηγούσες για το καλύτερο. Αλλά και σε δυσκολίες αλλωνών ποτέ δεν κιότεψες. Με μαεστρία και αποφασιστικότητα έλυνες πολλά προβλήματα.

Γιάννη εκεί στον Κάτω Κόσμο θα βρείς πολλούς δικούς και φίλους θα βρείς όμως τον γέρο Λαδά, τον πατέρα μου που τόσο σε αγαπούσε, θα βρεις και την Μάνα μου την Ξανθίππη, που μου έλεγε σε κάθε ευκαιρία, ότι ‘αν έχω μάτια να θωρώ τα΄χω από τους Τσούπηδες’. Δώσε τους, χαιρετισμούς και ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει».

 

«ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΙΜΗΣ» ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΚΛ..ΣΥΜΒ. ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

Την ίδια στιγμή ο ‘λόγιος’ ιερεύς, φίλος και συνοδοιπόρος σου ήδη από τα χρόνια που ήσουν επίτροπος της Μεγάλης Παναγίας, ο πατήρ Χαράλαμπος Καμηλάκης, αφού αναφέρθηκε στα ‘χαρίσματα, το ήθος  και τη χριστιανική σεμνότητά’ σου, ανεκοίνωσε συγκινημένος στο εκκλησίασμα, ‘το ψήφισμα τιμής’   του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Μητροπόλεως,  ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς σου κατά την περίοδο 1989-1994 που ήσουν  μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Μητροπόλεως. Στο ψήφισμα του Ε.Σ. που απαρτίζεται από τους  πατέρα Χαράλαμπο Καμηλάκη πρόεδρο. Γεώργιο Β. Δρανδάκη-αντιπρόεδρο, Παντελή Καναβά-ταμία, Αναστάσιο Τριποδιανάκη-μέλος, Εμμανουήλ Αλυγιζάκη-γραμματέα κι ανεγιγνώσθη στην Ιερά Μητρόπολη απεφάσισε το Δ.Σ. τα εξής:

«1.να παραστεί σύσσωμο το Δ.Σ. στην εξόδιο Ακολουθία του μεταστάντος.

2.να γραφεί το όνομά σου στα Δίπτυχα του Ναού για αιώνιο μνημόσυνο αυτού.

3.να εκφράσει θερμά συλλυπητήρια στην Οικογένεια του.

4.να διαθέσει ποσόν στον τομέα Ενοριακής Αλληλεγγύης και Στοργής για βοήθεια σε έχοντες ανάγκη».

 

ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΑΚΡΙΒΕ

Μπαμπά μου μονάκριβε, ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει κι ας έχεις ανάπαυση στο απέραντο γαλάζιο που επέλεξες να πας, πλάι στον σωτήρα ημών  Ιησού Χριστό στους Αγίους αλλά και στους Ενάρετους ανθρώπους.

Ας είναι η μνήμη σου Αιωνία και τα αγαπημένα σου εγγόνια και  παιδιά μου, ο Ιωάννης-Ελλήνοος –που φέρει το ονοματεπώνυμό σου- και η Αμαρυλλίς, που σε φρόντιζαν και σε φιλούσαν με στοργή μέχρι  την ύστατη ώρα της μεγάλης αναχώρησής  σου, ‘ας είναι η άξια συνέχειά σου επί  Γης’.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Υποσημείωση 1

O Iωάννης  Τσουπάκης  του Γεωργίου  από τη Νίθαυρη, (ο παππούς του θανόντος Γιάννη Τσουπάκη) ήταν εγγράμματος και σημαντικός  γόνος της μεγάλης και παλαιάς κρητικής οικογένειας των Τσουπάκηδων, που έχει τις ρίζες της στη Δυτική Κρήτη, (νομός Ρεθύμνης και Χανίων). Εγεννήθη  γύρω στα 1845.

Ως γενικός Οπλαρχηγός Ανατολικού Αμαρίου, «έδρασε κατά τας επαναστάσεις του 1866-1969, 1878-1879 και 1896-1897, μετά απαραμίλλου ζήλου,  ανδρείας και αφοσιώσεως. εργασθείς τον ένδοξον υπέρ  της ελευθερίας  της πατρίδος του αγώνα».  (πηγή- Ιστορικό Αρχείο Κρήτης  στα  Χανιά, – Φάκελος  49 , Βαθμοφόροι Αγωνισταί Νομού Ρεθύμνης, τόμος Γ΄, 1902, αρ. πρωτοκ.431).

Το 1882 μάλιστα έχοντας μεγάλο   κύρος στην περιοχή του νοτίου Αμαρίου, εξελέγη Δήμαρχος του Δήμου Αποδούλου (μετέπειτα Δήμου Κουρήτων), (πηγή- εφημερίς Κρήτη αρ.φύλλου 363-ημιεπίσημο όργανο της Γεν, Διοιηκήσεως). Το 1882 επίσης, ίδρυσε το 1ο σχολείο της Αμπαδιάς στη Νίθαυρη, έπειτα από υπόδειξη της Εθνικής Εταιρείας (μυστικής οργάνωσης) και με απόφαση της Δημογεροντίας Ρεθύμνης, ως αντίδραση για τις βίαιες βιαιες και συνεχείς πιέσεις των σκληρών Τούρκων Αμπαδιωτών (πηγή – Προμηθεύς Πυρφόρος, τευχ.33, σελ 12, άρθρο του Λεωνίδα Αντ. Κυριακάκη).

Το 1892 ήταν εκλέξιμος δια θέσιν Παρέδρου εις Ειρηνοδικείον μαζί με τον γιο του Αλέξανδρο( εφημερίς Κρήτη, αρ.φύλλου 1291/27-3-1892,σελ.17).

Το  1902 εξελέγη μέλος της ‘Επιτροπείας Αγωνιστών Νομού Ρεθύμνης’ (πηγή-Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης, Αρχείο Κρητών αγωνιστών, Αποφάσεις για τους Βαθμοφόρους Αγωνιστές των Κρητικών Επαναστάσεων, τομ. Β΄ και Γ΄ 1902, Πρακτικά Επιτροπείας Αγωνιστών Νομού Ρεθύμνης.Συνεδρίαση 21ης Μαρτίου 1902 και Μιχάλης Τρούλης  ‘Επιτροπεία Αγωνιστών Νομού Ρεθύμνης’, Κρητολογικά Γράμματα τομ.11/1995, σελ.131, αρ. πρωτοκ.985, υποσημείωση 8 και σελ.138, αρ.12).

Ο ίδιος επί πολλά χρόνια πριν την απελευθέρωση της Κρήτης ζούσε στου ‘Καλυκά την Τρύπα’ όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, ( την σπηλιά Νοτική Τρύπα , μεταξύ Νιθαύρεως και κορυφής της Ίδης, που μετονομάσθη από την ‘Σπηλαιολογική Εταιρεία Ρεθύμνης’ σε σπήλαιο Πωλ Φωρ προς τιμήν του μεγάλου Γαλλου ελληνιστή και επιστήμονα), καθώς είχε επικηρυχθεί από τους σκληρούς Τούρκους Αμπαδιώτες, ενώ από εκεί ο ίδιος με την επωνυμία Καπετάν Γιάννης Τσουπάκης ή Τσουπογιάννης ή Τσούπης, έτοίμαζε τις εξορμήσεις του  με το λόχο του  προς το νότιο και κεντρικό Αμάρι. Για την ιστορία και την  παραμονή του  Τσούπη μάλιστα στην εν λόγω σπηλιά , όπου είχε το επιτελείο του, έχει γραφτεί από τότε  λαϊκό ποίημα, (πηγή- εγκυκλοπαίδεια ‘Κρήτη-Το Αφιέρωμα’, εκδ.οίκος Αρσινόη, τόμος 13, σελ.144).

Κατά την κηδεία  του Καπετάν Τσουπογιάννη  ( μετά το 1902), έφθασε στη Νίθαυρη στρατιωτικό άγημα με κυβερνητική εντολή, που τον τίμησε με χάλκινο στέφανο, (πηγή – μαρτυρίες Ιωάννη Κασωτάκη, Χρυσάνθης Λαγουδάκη και λοιπών Νιθαυριανών).

Με τη σύζυγό του την γνωστή Τσουπογιάνναινα (Ασπασία το γένος Φουντουλάκη) από τη Νίθαυρη έκανε 9 παιδιά, πέντε γιούς (εγγράμματους) και τέσσερις κόρες : τον Αλέξανδρο ‘δημοτικό υπάλληλο  του Δήμου Αποδούλου και αργότερα έμπορο Ρεθύμνου’, τον Γεώργιο ‘γεωργό’, τον  Στυλιανό ‘δάσκαλο’,  ‘πρoϊστάμενο’ του ταχυδρομείου Αποδούλου  και ‘πρόεδρο Νιθαύρεως’, τον Εμμανουήλ ‘γεωργό’, που επί κατοχής έκρυβε στο σπίτι του αντάρτες, τον  Νικόλαο ‘έμπορο’ στο Γιοχάνεσμπουργκ και στο Ρέθυμνο, την Μαρία (συζ. παπά Αθαν. Πουλακάκη), την Πηνελόπη (συζ. Κ.Ζαμπετάκη) , την Ελένη (συζ. Εμ.Ζαχαριουδάκη), την Διαμάντα (συζ. Θ.Βαρούχα).

Υποσημείωση 2.

Ο Νικόλαος Τσουπάκης του Ιωάννου  και της Ασπασίας, (πατέρας του θανόντος) γεννήθηκε στις 21/7/1882 στη Νίθαυρη. ΄Ήταν από τους πρώτους Κρήτες της Νοτίου Αφρικής(1914), εγγράμματος, πολύ δραστήριος και εμπορικό δαιμόνιο. Έχαιρε μεγάλου κύρους στους ομογενείς του αφρικανικού νότου και ήταν από τους λίγους Έλληνες της Νοτίου Αφρικής που κατάφεραν να έχουν νοτιοαφρικανικό διαβατήριο και υπηκοότητα στους δύσκολους καιρούς του Απαρτχάιντ (Αppartheid), τότε που υπήρχαν οι φυλετικές διακρίσεις όχι μόνο κατά των μαύρων, των μιγάδων, των  Κινέζων και  των Ινδών αλλά και μεταξύ των λευκών, λόγου χάρη  οι ελληνικής, ιταλικής, ισπανικής και πορτογαλικής καταγωγής μετανάστες θεωρούνταν κατώτεροι από τους Afrikάans (ολλανδικής καταγωγής) και τους βρετανικής, γερμανικής και γαλλικής καταγωγής Νοτιοαφρικανούς.

Στοκαταπράσινο Γιοχάνεσμπουργκ, (Johannesburg), το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της αφρικανικής ηπείρου και πρωτεύουσα της περιοχής Τρανσβάαλ, (Transvaal), όπου  ευρίσκονται τα μεγαλύτερα κοιτάσματα χρυσού και πλατίνας παγκοσμίως, διατηρούσε 4 εμπορικά καταστήματα, βάζοντας τη μαγιά αρχικά για τον γιό του Γιάννη και έπειτα για  τ’άλλα δύο  παιδιά του, Αντώνη και Μαρία προκειμένου να συνεχίσουν το δημιουργικό τους έργο. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα έφτιαξε στη Νίθαυρη Αμαρίου το πρώτο μηχανοκίνητο Ελαιοτριβείο, δίδοντας εργασία σε πολλούς συγχωριανόύς του και όχι μόνο. Ταυτόχρονα αγόρασε ένα ακίνητο στο Ρέθυμνο, στην οδό Αρκαδίου όπου είχε μαγαζί κι έκανε εμπόριο ελαιολάδου. Με την σύζυγό του Ελευθερία (Παγκάλου), έκανε πέντε παιδιά την Ασπασία (Αλεβυζάκη), την Μαρία (Κασωτάκη), την Αικατερίνη (Λαντζουράκη), τον Γιάννη και τον Αντώνη. Απεβίωσε στο Ρέθυμνο στις 29/8/ 1968.

 

Υποσημείωση 3

Η Ελευθερία Τσουπάκη του Κωνσταντίνου Παγκάλου και της Μαρίας (το γένος Πολυμίλη), σύζυγος του Νικολάου Ι, Τσουπάκη, γεννήθηκε στις 15/9/1904 στα Πλευριανά Μυλοποτάμου. Ηταν  πρωτανηψιά  του  αγιογράφου και  Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Αμαρίου, Γαβριήλ Παγκάλου (που έφερε το νερό και έφτιαξε την παραδοσιακή βρύση έναντι της  εισόδου του Μοναστηριού) καθώς ο πατέρας της, ο Κωνσταντίνος Πάγκαλος, ήταν αδελφός του.  Η ίδια όταν παντρεύτηκε έζησε αρχικά στο Ρέθυμνο, μετά μεγάλωσε τα παιδιά της στη Νίθαυρη για να παεί για μερικά χρόνια στη Νότια Αφρική όπου ζούσαν τα 3 από τα 5 παιδιά της και να επιστρέψει τελικά στο Ρέθυμνο, όπου απεβίωσε στις 2/2/1999.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement