Του Κώστα Π. Μανιά
Με το Νίκο το Μανία, Έναν δεξιοτέχνη του λαούτου, και ένα αληθινό αηδόνι, με μια βελούδινη βροντερή φωνή, που με την απόλυα του, για την Κρήτη, θα μείνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, είμαστε μακρινοί συγγενείς. Όμως τον γνώρισα από κοντά, τα τελευταία δέκα χρόνια. Η γνωριμία μας προέκυψε, από μια επίσκεψη που αποφάσισα να του κάνω μια μέρα στο σπίτι του στην επισκοπή. Πήγα με τη γυναίκα μου μεσημέρι. Τους βρήκαμε στην ώρα του φαγητού. Την στιγμή που του συστήθηκα, και άκουσε το όνομα, Μανιάς, ο ενθουσιασμός που ένιωσε ο Άρχοντας, δεν περιγράφεται με λόγια. Από την πρώτη στιγμή, στο πρόσωπο μου, λες και έβλεπε, κάποιο πολύ στενό του πρόσωπο, που είχε πάρα πολλά χρόνια να δει. Έκτοτε, έχουμε δεθεί τόσο στενά τόσο ζεστά οικογενειακά. Η Γυναίκα του η Δήμητρα, που αφήνει πείσω του, είναι ένα μεγαλείο ψυχής. Στο διάστημα αυτό, – στα δέκα περίπου χρόνια – διαπίστωσα, τον μεγάλο θησαυρό που είχα στερηθεί, στα χρόνια που δεν τον είχα γνωρίσει, από κοντά. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα, διαπίστωσα πόσο επάξια κατείχε στη συνείδηση του κόσμου τη διάκριση του Άρχοντα. Δήμητρα, Νίκο, Αργυρώ, εγώ, και η Ασπασία, σας ευχόμαστε ολόψυχα, καλή παρηγοριά. Καλέ μου συγγενή, και φίλε, στη σκέψη, και στην καρδιά όλων μας και για πάντα, ζωντανός, και πεθαμένος, θα είσαι ένας Άρχοντας! Καλό σου ταξίδι καλέ μου φίλε. Με τη φωνή σου τη γλυκιά, και τ’ όμορφο λαούτο, πες τους πως ζούμε εκεί που πας, στον ψεύτη κόσμο τούτο.
Δυστυχώς όμως η ζωή με τις όποιες απόλυες της, δεν σταματά. Η επικαιρότητα τρέχει. Τα προβλήματα όλο ένα και μεγαλώνουν. Το ίδιο η απορίες, και τα ερωτηματικά. Η απορία μου για παράδειγμα, – που διαρκή εδώ και δυο χρόνια, – είναι. Αφού δυο και πλέων χρόνια, που μας έχουν διασωληνωμένους στην εντατική. Δυο χρόνια που μας απειλούν κάθε φορά που είναι να μας δώσουν τη. δόση, « σας τη δίνουμε, δε σας τη δίνουμε, » κάθε φορά που μας λένε οι έξω, «θα σας διώξουμε, δε θα σας διώξουμε.» Κάθε φορά που οι μέσα, μας λένε, « θα μας διώξουν δε θα μας διώξουν», γιατί επιτέλους δεν το κάνουν, να λυτρωθούμε κι εμείς από την αγωνία; Γιατί δεν τραβούν τα σωληνάκια να παραδώσουμε εμείς το πνεύμα, και εκείνοι να απαλλαχτούν από έναν ετοιμοθάνατο; Η απάντηση είναι απλή. Γιατί δεν θέλουν να πεθάνουμε. Δε θέλουν ούτε να πεθάνουμε, ούτε να αναρρώσουμε. Μας θέλουν έτσι μεταξύ φθοράς, και αφθαρσίας, μέχρι να βγάζουμε γάλα. Και γάλα βγάζουμε, μέχρι οι έξωθεν αλήτες, μας μοσχοπουλάνε χρήματα, που τα αγοράζουν φτηνά. Και όταν δεν θα φτάνουν πια, τα χρήματα που μας δίνουν, για να τους εξοφλούμε τις δόσεις, θα μας αφήσουν να πεθάνουμε, για να μας πάρουν ότι αφήνουμε και δεν αφήνουμε πίσω μας. Έτσι μας θέλουν και οι αλήτες που μας κυβερνούν. Αλλιώς θα τους έλεγαν «αδελφάκια, συμμαχάκια, συνεταιράκια, νταβαντηδάκια» και όλα τα άκια, «αφού εσείς δεν μπορείτε, και το βλέπουμε πως θέτε μα δε μπορείτε, να μας βοηθήσετε, ας στραφούμε – με την άδεια σας – σε χώρες που μπορούν να μας βοηθήσουν, και η φιλία, φιλία. » γιατί το ξέρουν οι αλήτες «Έλληνες» και ξένοι, πως η κρίση μας δεν είναι μονόδρομος, για να ξεπεραστεί. Το ξέρουν οι αλήτες, πως υπάρχουν χώρες, – πάντα και για το συμφέρον τους, – που και μπορούν, και θέλουν να μας βοηθήσουν. Δε θέλουν λοιπόν ούτε να πεθάνουμε, ούτε να αναρρώσουμε, ούτε να μας διώξουν θενε, μα ούτε και να φύγουμε. Ότι μας λένε είναι μαλακίες, γιατί φοβούνται την αλλαγή. Γιατί φοβούνται τη δαμόκλεια σπάθη της δικαιοσύνης.