Αγαπημένοι μου φίλοι, πολλά τα έτη. Ευλογημένο και καλότυχο το ’12 για όλο τον κόσμο.
Ο Γαριπαντώνης (Αντώνης Ζαχαριουδάκης) γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νύβριτο, Δήμου Γόρτινας, τρίτο χωριό στην Κρήτη,
σε φυσικό κάλος όπως το ονόμασαν οι οικολόγοι.
Από μικρός μέσα στα γλέντια του χωριού το μερακλήκι μπήκε μέσα του και μεγάλωνε μαζί του. Οι καντάδες και οι ατελείωτες παρέες
ήταν η πρώτη αφορμή, που ξεκίνησε να βγάζει μαντινάδες και να τις τραγουδεί.
Μεγαλώνοντας έζησε στην Γερμανία για δέκα χρόνια, όπου και εκεί δεν έσβησε η μερακλοσύνη, δημιούργησε πολιτιστικό σύλλογο
Κρητών όπου ήταν και χοροδιδάσκαλος, έχοντας πάντα την ελπίδα της επιστροφής για την πατρίδα.
Όταν επέστρεψε, διοργάνωσε μαζί με τον Γιώργο Βιτώρο και άλλους, την βάφτιση με τους πάνω από εκατό νονούς, βαφτίζοντας ένα κοριτσάκι. Διοργάνωσε την μεγαλύτερη συνάντηση στιχουργών, με πάνω από πέντε χιλιάδες κόσμο από όλη την Κρήτη, με φαγητά και περιποίηση όλα με έξοδα δικά του. Επιθυμία του πατέρα του ήταν να χτίσει μία εκκλησία, την οποία ο Γριπαντώνης και πραγματοποίησε,
χτίζοντας τον Άγιο Αντώνη, κάνοντας πανηγύρι στη χάρη του και καθε μέρα της Αναλήψεως.
Έχει συνεργαστεί με πολλούς καλλιτέχνες σε δισκογραφίες όπως με τον Γιώργο Λεκκάκη, Χαράλαμπο Γαργανουράκη σε δύο CD,
Ρουμελιώτη Μανόλη, Τσακαλάκη Ναπολέων και με Αστρινό Ζαχαριουδάκη.
Εμπνέεται από όλα τα θέματα και τις στιγμές τις ζωής του και δεν τον περιορίζει κάτι συγκεκριμένο.
Η ζωή του όλη είναι στη Νύβριτο, μέσα στις παρέες και στις εκδηλώσεις, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να γυρίζει την Κρήτη όλη.
Είναι μέλος του συλλόγου στιχουργών ”Μιχάλη Καυκαλά” και συνεργάτης της στήλης μας.
Έχει δύο βιβλία με μαντινάδες ” Οι μαντινάδες του Γαριπαντώνη” και ” Οι στράτες του σεβντά” που περιέχουν 1400 υπέροχες
μαντινάδες και μερικές από αυτές θα διαβάσετε παρακάτω:
Ζωή το δρόμο μ’ έμαθες τσ’ αγάπης να διαβαίνω
μάθε με τώρα τσι πληγές του χωρισμού να γιαίνω.
Ότι κι αν πάθω στη ζωή για σένα δε με νοιάζει
για μιαν αγάπη ο μερακλής τα πάντα θυσιάζει.
Ανέ με δεις καμμιά φορά στη πόρτα σου απόξω
τ΄απομεινάρια του σεβντά ήρθα να ‘νεμαζώξω.
Κάρβουνο κάνω τη καρδιά, στάχτη το μυστικό μου
και δίνω τα στον άνεμο μαζί με τ’ όνειρό μου.
Σουχλιά μου κάνει η σκέψη μου και βάσανα μου φέρνει
μια περασμένη εποχή, οπίσω με γιαγέρνει.
Πολύ καιρό με το σεβντά βαστούνε κακοσύνη
γιατί χτυπά στο μπέτη μου και δε χτυπά σε ‘κείνη.
Βιόλα πρωτοφανίστικη, τα μάθια μου θωρούνε
ποιος θα τη δει και δε θα πει ,ποια είναι κι’ από που ‘ναι.
Να μη κοιμάσαι ξέγνοιαστη, τη στράτα εγώ θα βρίχνω
και θα ‘ρχομαι στη σκέψη σου να σου χαλώ τον ύπνο.