Δεν τόλμησες να ξανοιχτείς ποτέ σου
όλο στα όχι στα ίσως και στα δεν,
άψυχη η επίθεση σφιχτές οι άμυνες σου
κι έμεινε το παιχνίδι στο μηδέν.
Σε ότι σου λένε σκύβεις το κεφάλι
κι όλο ξεσπάς σε άκυρες στιγμές,
και τις αιτίες τις προσπέρασες και πάλι
ψάχνοντας για καινούριες αφορμές.
Δεν άνοιξες ποτέ σου τα φτερά σου,
προτίμησες να περπατάς στη γη,
στρουθοκαμήλου η συμπεριφορά σου
που χώνει το κεφάλι αν φοβηθεί.
Κι αυτοί σου λένε που σαι ακόμη,
θα έρθει κι η χειρότερη στιγμή,
όταν θα γίνεις ότι σε πληγώνει.
Γενιά μου μη, γενιά μου μη, γενιά μου μη.
[…Ποιοί είναι αυτοί οι τρελοί που βούτηξαν μέσα στο ποτάμι και κολύμπησαν κοντρα στο ρέμα. Αυτούς τους ανθρώπους σέβομαι, που κίνησαν κατά τη πηγή. Όποια κι αν τους είπαν ότι είναι έπρεπε να τη δουν με τα μάτια τους για να πιστέψουν.
Οι πιο πολλοί πνίγηκαν. Πνίγηκαν ηρωικά. Δεν έπεσαν στον καταρράκτη που καταλήγουν οι περισσότεροι. Μια ανεπανάληπτη μέσα τους φωνή τους είπε «Μη μιμηθείτε τους πολλούς».
Εγώ δε δίνω το παράδειγμα. Έχω κουραστεί να αλλάζω πορεία. Τη μία αφήνομαι να με πάρει το ρέμα με τους πολλούς και την άλλη λέω όχι. Σπάω τα πρότυπα και κολυμπώ προς τα πίσω. Και πίνω νερό, και πονάνε τα χέρια μου, και νοιώθω το σώμα μου να βουλιάζει μα είναι τόσο εξαγνυστικό που δε με νοιάζει πιά αν θα πνιγώ.
Κι ουρλιάζω και η φωνή μου δεν έχει όρια. Ουρλιάζω και κρύβονται οι σάτυροι που βεβυλώνουν τη ψυχή μου. Δε ξέρω αν θα κάνουν καιρο να εμφανιστούν, πάντως κρύφτηκαν καλά γιατί το μάτι μου δε τους πιάνει …]
ΠΟΙΗΣΗ-ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιάννης Μποτονάκης