Συνέντευξη – επιμέλεια: Αθηνά Πετρακάκη
Ο Γιάννης Πολιουδάκης, 88 ετών σήμερα, ζει σ’ ένα από τα γραφικά σοκάκια της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου. Στο παραδοσιακού τύπου σπίτι του, αλλά και στην ψυχή του, έχει φυλάξει ένα θησαυρό αναμνήσεων που τον μοιράζεται μόνο με όσους ενδιαφέρονται να μάθουν.
Είναι ο άνθρωπος που είδε και μπορεί να περιγράψει με λεπτομέρειες τον ξύλινο μιναρέ που υπήρχε στο τζαμί της οδού Σμύρνης. Μπορεί να το κάνει, γιατί ο ίδιος ήταν εκείνος που κατ’ εντολή των ιδιοκτητών του χώρου, τον γκρέμισε.
13 ετών παιδί, πήγε ως μαθητευόμενος ξυλουργός στο ξυλουργείο των Τζεκάκη – Καπετανάκη. Οι δύο συνέταιροι μόλις είχαν αγοράσει το κτήριο που κάποτε στέγαζε το τζαμί του Γιαχγιά Ιμπραήμ το οποίο και μετέτρεψαν σε ξυλουργείο. Από τα πρώτα μελήματα τους, ήταν η κατασκευή δαπέδου και το γκρέμισμα του μιναρέ! Ο Γιάννης Πολιουδάκης θυμάται με λεπτομέρειες τι ακριβώς συνέβη και περιγράφει όλα όσα έζησε ως μαθητευόμενος καταρχήν κι αργότερα ως ξυλουργός.
Ο Γιάννης Πολιουδάκης διηγείται…
«Μόλις τέλειωσα το δημοτικό σχολείο ξεκίνησα να δουλεύω. Τότε η ζωή ήταν αλλιώς, οι γονείς μας έβαζαν σε δουλειά, έπρεπε να μάθουμε μια τέχνη, διαφορετικά δε θα μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε. Εγώ προτίμησα να μάθω μαραγκός και το 1938 πήγα να δουλέψω ως μαθητευόμενος στους Τζεκάκη – Καπετανάκη, που μόλις είχαν αγοράσει το τζαμί αυτό (εννοεί το τζαμί Γιαχγιά Ιμπραήμ). Το μαγαζί ήταν πολύ μεγάλο και ως νέοι ιδιοκτήτες του χώρου, αποφάσισαν να τον διορθώσουν. Ξεκίνησαν να σκάβουν το χωμάτινο πάτωμά του, για να ρίξουν τσιμέντο, στη διάρκεια των εργασιών για το πάτωμα βρήκαν πολλούς τάφους και για μέρες έβγαζαν σκελετούς. Ακόμα και πριν από δύο χρόνια που διορθώσανε το κτήριο, βρήκαν ακόμη ένα τάφο, ήμουν εκεί και τον είδα.»
Πως έπεσε ο ξύλινος μιναρές
«Εγώ γεννήθηκα γύρω στο 1925 με 1926 και όταν έπιασα δουλειά ως μαθητευόμενος ήμουν 13 χρονών, μόλις που είχα τελειώσει το δημοτικό.
Στο μαγαζί, που παλιά ήταν τζαμί, είχε ένα ξύλινο μιναρέ και τ’ αφεντικά μου σκέφτηκαν, «τί δουλειά έχει ο μιναρές στο ξυλουργείο;» Κι επειδή ήταν ξύλινος με λαμαρίνα απ’ έξω, έβαλαν έμενα κι άλλον έναν, να τον γκρεμίσουμε.
Τη λαμαρίνα την είχε απ’ έξω για να μη σαπίσουν τα ξύλα, θυμάμαι ότι είχε μόνο ένα μπαλκόνι και δεν ήταν πολύ ψηλός. Δυσκολευτήκαμε να τον ρίξουμε γιατί ήταν σε καλή κατάσταση. Οι λαμαρίνες του ήταν ανοξείδωτες, δεν σκούριαζαν και τον προστάτευαν.
Θυμάμαι, ότι τα χέρια μου είχαν πρηστεί από το χτύπα – χτύπα, με τις βαριές και με άλλα εργαλεία. Περίπου μια βδομάδα μας πήρε για να τον γκρεμίσουμε.
Η κατασκευή του ήταν απλή, μεγάλα δοκάρια από καστανιά ή από δρυ, καρφωμένα βαθειά στο χώμα, τοποθετημένα γύρω από ξύλινα δακτυλίδια που έδιναν το σχήμα. Εσωτερικά υπήρχε ξύλινη κυκλική σκάλα. Στη βάση του υπήρχαν πέτρες που βοηθούσαν στη συγκράτηση των δοκαριών.
Αυτές τις λαμαρίνες που βγάλαμε από το μιναρέ, ύστερα τις πήραμε και τις χρησιμοποιήσαμε. Εκεί στο μαγαζί, είχε ένα περβόλι και τις βάλαμε και κάναμε υπόστεγα όπου βάζαμε διάφορα πράγματα του ξυλουργείου.
Ήταν αντιαισθητικό για ένα ξυλουργείο να έχει ένα μιναρέ και τον χαλάσαμε. Κανείς δεν είπε τίποτα, τουρισμός δεν υπήρχε, τίποτα δεν υπήρχε. Κι ύστερα, δεν μπορούσε να μας πει κανείς τίποτα, αφού οι ιδιοκτήτες δεν τον ήθελαν, τον ρίξαμε. Άσε που όλοι ήταν εναντίον των Τούρκων, αν μπορούσανε και τους άλλους θα τους χαλάγανε.
Η μαμά μου, που ήταν Μικρασιάτισσα από το Αϊβαλή κι ήρθε εδώ κοπέλα ολομόναχη, γιατί είχαν σκοτώσει τους γονείς και τ’ αδέλφια της οι Τούρκοι, μας μετέδωσε αυτή τη μανία εναντίον των Τούρκων.»
Οι κρήνες στην οδό Σμύρνης
«Οι βρύσες στην καμάρα στην Σμύρνης, ήταν τρεις. Το πρωί ερχόταν το νερό κι όσες νοικοκυρές προλαβαίνανε βάζανε τη στάμνα για πάρουν λίγο νερό να το πάνε στο σπίτι. Μάλιστα, πηγαίνανε από το βράδυ και βάζανε τις στάμνες στη σειρά για να πάρουν σειρά και το πρωί που θ’ άφηναν το νερό για καμιά ώρα να τρέξει, να προλάβουν να γεμίσουν. Θυμάμαι μια φορά, που τα παιδιά πήραν τις στάμνες από τις βρύσες στην οδό Σμύρνης και τις πήγαν σε άλλη βρύση και τις άλλες τις έφεραν εδώ. Τότε δε φαντάζεται κανείς τι έγινε, μέχρι οι νοικοκυρές να ξεκαθαρίσουν σε ποιαν ανήκει η κάθε στάμνα και πως έγινε το μπέρδεμα.»
Ο συνεταιρισμός των Τζεκάκη – Καπετανάκη με το Μπακογιάν
«Τα ξυλουργεία στο Ρέθυμνο ήταν πάρα πολλά εκείνη την εποχή, αλλά αυτό ήταν το μεγαλύτερο απ’ όλα. Είχαμε πολύ προσωπικό και φτιάχναμε πολύ καλά έπιπλα. Ήταν γύρω στους 10 καλφάδες (μάστορες) και πολλά παιδιά μαθητευόμενα, όπως εμένα, που δεν έπαιρναν φράγκο κι άμα δεν πήγαινες και καλά σου έλεγε το αφεντικό «άμε στο σπιτάκι σου»… Εγώ θυμάμαι ότι πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος και δεν πήρα ούτε μία δραχμή και στο δεύτερο χρόνο άρχισε και μου έδινε 5 δραχμές την εβδομάδα. Φτώχεια και κακομοιριά! Είχαμε και μια έκθεση επίπλων, στη μεγάλη αγορά, στην Αρκαδίου και τα έπιπλα που φτιάχναμε τα πηγαίναμε εκεί. Απέναντί μας ήταν ένας άλλος, ο Μπαγδίκ Μπακογιάν, Αρμένης, ο οποίος κι αυτός έκανε την ίδια δουλειά κι είχε κι αυτός μια έκθεση και αποφάσισαν να συνεταιριστούνε. Ήταν κι αυτός καλός μάστορας κι είχε κι αυτός πολύ προσωπικό. Και τότε, ήρθαν όλοι αυτοί, εδώ στο μαγαζί (στο τζαμί) κι ήμασταν μέσα αμέτρητοι! Τέλος πάντων, ήρθαν τα χρόνια του πολέμου και διαλύσαμε. Οι περισσότεροι πήγαν φαντάροι, πήγαν στην Αλβανία, άλλοι έτσι, άλλοι αλλιώς…»
Το ξυλουργείο στον πόλεμο του ‘40
«Όταν έπεφταν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, πολλοί είχαν φύγει κι είχαν πάει να κρυφτούν στις σπηλιές. Εγώ ήμουν 17 χρονών κι ακολούθησα έναν επιλοχία, ξυλουργό στο επάγγελμα, που είχε πολεμήσει στην Αλβανία, είχε τραυματιστεί και βρέθηκε εδώ. Αυτός με πήρε μαζί του για να βοηθήσω κι εγώ όπως μπορώ. Είχε ένα πολυβόλο και δεν προλάβαιναν οι Γερμανοί να κατέβουν με τα αλεξίπτωτα και τους έριχνε. Αυτός μετά έφυγε και πήγε στα βουνά, οι Γερμανοί όμως το μάθανε αυτό που έγινε κι έψαχναν το νεαρό που είχε μαζί του. Δυστυχώς, με πρόδωσαν κι οι Γερμανοί ήρθαν και με πιάσανε και με πήγαν στη Νομαρχία, που ήταν το Κράις Κομαντατούρ, έτσι λεγότανε η στρατιωτική αστυνομία, κι αφού με έδεσαν με κρέμασαν από χέρια από ένα σχοινί, μου έριξαν και κάνα δυο… και μου είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο σπίτι κι αν βρουν κάτι γερμανικό, θα με σκοτώσουν. Ψάξανε-ψάξανε, δε βρήκαν τίποτα, ήμουν και μικρός και μ’ αφήσανε.
Όταν μας καταλάβανε οι Γερμανοί επίταξαν το μαγαζί στο οποίο είχαμε μείνει και δουλεύαμε, εγώ, ένα ηλικιωμένος μάστορας και τ’ αφεντικά μου. Στον πόλεμο είχε δουλειά το μαγαζί. Μετά τους βομβαρδισμούς φτιάχναμε πολλά κουφώματα που είχαν καταστραφεί. Οι Γερμανοί είχαν δικούς τους μαστόρους κι έφτιαχναν τα δικά τους, εμείς δουλεύαμε για τους πολίτες, όμως πολλές φορές για κάποιες μικροδουλειές, σε σπίτια που έμεναν οι Γερμανοί, πηγαίναμε εμείς. Θυμάμαι μια φορά με στείλανε, να φτιάξω κάτι, σ’ ένα σπίτι στη Μεγάλη Παναγία. Όταν πήγα, είδα σε ένα μπολάκι μερικές καραμέλες και πήρα δυο για να τις φάω, αλλά με είδανε κι επειδή όπως έμαθα μετά, είχανε χαθεί από κει διάφορα, σαμπάνιες και δε θυμάμαι και τι άλλο, όταν τελείωσα τη δουλειά με ρώτησε ο Γερμανός γιατί πήρα τις καραμέλες. Για να τις φάω του είπα, πειράζει; Η απάντησή μου μάλλον δεν του άρεσε και μου έδωσε μια γροθιά που με ξάπλωσε κάτω. Ύστερα πήγαν στο σπίτι μου και ψάξανε πάλι, για να βρουν αυτά που είχαν χάσει κι αφού δε βρήκαν τίποτα, μ’ αφήσανε πάλι ελεύθερο.
Ήταν μαρτυρική η ζωή στην κατοχή, δεν είχαμε να φάμε τίποτα. Ξυπόλητος πήγαινα στο μαγαζί κι έπαιρνα μαζί μου χαρούπια και σταφίδες αντί για ψωμί, γιατί δεν είχαμε. Ζούσαμε μ’ αυτά, με χόρτα, με πορτοκάλια… Τα λεφτά δεν περνούσανε. Τσολάκογλου… Χαρτονομίσματα εκατομμυρίων και δεν έπαιρνες ούτε ένα κιλό φαγώσιμο. Και τώρα ακούω και λένε φτώχεια… Δεν έζησαν οι σημερινοί σ’ αυτά τα χρόνια, για να δουν τί πραγματικά σημαίνει φτώχεια και κακομοιριά!»
