Tης Βλασίας Μιχαηλίδου – Τριπολιτάκη
Φιλολόγου M.Sc.
Εκπαιδεύτριας Α.μ.Ε.Α. I.T.
Κατηχήτριας
Ι.Ν. Αγ. Τεσσάρων Μαρτύρων
vlassiamich@yahoo.gr
Σε μία χώρα, που κλυδωνίζεται την τελευταία πενταετία από περικοπές βασικών κοινωνικών παροχών, της μόρφωσης και της περίθαλψης, από τη διάλυση του παραγωγικού της ιστού, από την καταρράκωση της αξιοπρέπειας των πολιτών της, η διαφυγή από το αδιέξοδο, από την τελική χρεωκοπία, φαίνεται όλο και πιο δύσκολη. Και πώς να μην απορεί κανείς, να μην βυθίζεται σε απόγνωση, αναλογιζόμενος «ποιος δείχνεται άξιος της αποστολής του;»
Στα μέσα ενημέρωσης καθημερινά ανακοινώνεται και από ένα νέο σκάνδαλο κατάχρησης του δημόσιου χρήματος είτε από ιδιώτες, είτε από δημόσιους υπαλλήλους. Δεν είναι, βέβαια, ελληνικό φαινόμενο η διαφθορά. Μια ματιά στις γείτονες χώρες αρκεί, για να συνειδητοποιήσουμε ότι όποιος μπορεί να βάλει χέρι στο δημόσιο χρήμα, είτε με μαϊμού συντάξεις, είτε με πλαστά τιμολόγια, είτε με φοροδιαφυγή, με off shores κ.ά., θα το κάνει χωρίς αναστολή. Και φυσικά αυτό δεν αποτελεί ίδιον των πολιτών, αφού οι ίδιοι οι πολιτικοί ταγοί είναι που δίνουν πρώτοι το παράδειγμα, καθώς η εξουσία τους παρέχει τη δυνατότητα για ακόμα περισσότερες καταχρήσεις. Ούτε κι αυτό, όμως είναι αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο.
Οι Ισπανοί που πλήττονται σφοδρά από τη λιτότητα και την ανεργία είναι εξοργισμένοι με τον πρωθυπουργό τους, που φέρεται πως έπαιρνε μίζες χιλιάδων ευρώ και συμμετείχε, μαζί με τον πρώην ταμία του κυβερνώντος κόμματος, σε ξέπλυμα χρήματος. Σε ανάλογη δίνη πολιτικής κρίσης κι η Τσεχία, όπου πριν από δύο μήνες παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός, αφού και αυτός κι οι συνεργάτες του είχαν εμπλακεί σε σκάνδαλο διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Στη δε Ιταλία, η καταδίκη του Μπερλουσκόνι προκαλεί πολιτικούς τριγμούς στην κυβέρνηση, που ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί.
Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της αποδόμησης εθνικών αξιών η διαπλεκόμενη πολιτική εξουσία δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανόνα. Από την άλλη, όταν συντελείται συστηματικά ο εκφυλισμός της εθνικής παιδείας, της γλώσσας, της ιστορίας και σχεδιάζεται με μαθηματική ακρίβεια η οικονομική υποδούλωση της πατρίδας μας στα ξένα συμφέροντα, οι πολίτες βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σ΄ ένα τέλμα αναλγησίας και παρακμής, σ’ ένα υπαρξιακό κώμα ανίκανοι να αντιδράσουν στα μέτρα που συμπιέζουν τα όνειρα τους, που εκμαυλίζουν τη ζωή τους, που εξευτελίζουν την αξιοπρέπειά τους.
Δεν ξέρω τι είδους κοινωνική πολιτική είναι αυτή που κόβει το ρεύμα στο σπίτι του παραπληγικού, που καθιστά ανίκανο τον καρκινοπαθή να προμηθευτεί τα φάρμακά του, που δεν στελεχώνει τα νοσοκομεία με το απαιτούμενο προσωπικό, που ταΐζει χιλιάδες μετανάστες σε Κέντρα Προαναχωρησιακής Κράτησης Αλλοδαπών, ενώ λιποθυμούν μαθητές σε σχολεία. Τι είδους εξωτερική πολιτική είναι αυτή που μένει άφωνη μπροστά στις προκλητικές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού στη Ροδόπη «η Θράκη είναι ένα κομμένο χέρι της Ελλάδας», που συρρικνώνει τη στρατιωτική θητεία, αφήνοντας εκτεθειμένα τα σύνορα σε ληστρικές επιδρομές, που αφήνει έρμαιο το κέντρο της πρωτεύουσας σε βίους μετανάστες και σε ναρκομανείς. Τι είδους οικονομική πολιτική είναι αυτή που εκτοξεύει την ανεργία στο 27%, που δεν μπορεί να αξιοποιήσει φερέλπιδες νέους κι εκπληκτικούς επιστήμονες, δείχνοντάς τους το δρόμο έξω από τη χώρα, που με τις αυθαίρετες οριζόντιες περικοπές κρατά τη δαμόκλεια σπάθα της διαθεσιμότητας πάνω από τα κεφάλια εκπαιδευτικών με διδακτορικά, αλλά αδυνατεί να βάλει χέρι στους περίπου 2.000 μετακλητούς υπαλλήλους του Κοινοβουλίου, που βάζει λουκέτο σε χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις, αφήνοντας χώρο στα κινέζικα μαγαζιά και στα ενεχυροδανειστήρια.

Τι κράτος δικαίου έχουμε, που δεν μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη στον ένοχο παιδεραστή και να εκτίει μόνο 25 χρόνια φυλάκισης για τις εγκληματικές του ενέργειες, που επιδιώκει να καλύψει τη μαύρη τρύπα τόσων ελλειμμάτων, κυνηγώντας τις μαρίδες-μισθωτούς κι όχι τους μεγαλοκαρχαρίες, που επιτρέπει στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να διατηρεί γραφείο 468.000 € (Φ.Ε.Κ. 25/7/2013), αλλά να κλείνει δημοτικά και νηπιαγωγεία, για να εξοικονομήσει μόλις τα μισά χρήματα. Τι είδους πολιτική εθνικής παιδείας είναι αυτή που συμπεριλαμβάνει στην εκπαιδευτική ύλη προκλητικά κείμενα: «Άμα ξυπνήσεις και έχεις βγάλει ουρά, αν κοιταχτείς και έχεις βγάλει βυζιά… Άμα η κόρη σου σε λέει μπαμπά, ενώ ο γιος σου σε φωνάζει μαμά…Don’t worry be happy. Δεν είναι αυτό για να σ’ ανησυχεί, είναι μια ψιλομετάλλαξη…» (Γλώσσα, γ’ γυμνασίου), που μας αφήνει με την απορία για το αν και το πώς θα λειτουργήσουν τα σχολεία το Σεπτέμβριο. Τι είδους εθνική πολιτική είναι αυτή που έχει περιορίσει την τηλεθέαση στην παρακολούθηση τούρκικων σήριαλ, αμερικάνικων γελοιοτήτων κι άθλιων κουτσομπολιών, που βάζει την υπογραφή της σε νομοσχέδια τα οποία επιτρέπουν στους δανειστές την εκμετάλλευση της εθνικής μας περιουσίας, σε περίπτωση που η χώρα μας αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτούς, αφήνοντας εκτεθειμένα τα εθνικά μας συμφέροντα στην κρίση του αγγλικού δικαίου.
Προφανώς, πρόκειται για μία πολιτική χειραγωγούμενη από ξένα κέντρα εξουσίας και πλούτου, για ένα σύστημα τόσο διεφθαρμένο, που αδυνατεί να υπερασπιστεί εθνικές αξίες και στοιχειώδεις κοινωνικές αρχές. Η μόνη διαφυγή από αυτό το ζοφερό αδιέξοδο είναι να στηριχτούμε στις παραδόσεις και στις ρίζες του Γένους μας. Ο εκσυγχρονισμός του κρατικού μηχανισμού θα πρέπει να επιτευχθεί με αρχές που δεν παραβιάζουν την εθνική, ιστορική και πολιτιστική μας ταυτότητα, από ανθρώπους που έχουν την εθνική μας παράδοση παρακαταθήκη κι οδηγό στη ζωή τους.
Η αλλαγή στην πολιτική σκηνή κι η αποτροπή αυτής της εθνικής προδοσίας δεν χρειάζεται να συμβεί με βίαια μέτρα κι επαναστατικά κινήματα. Απαιτείται, όμως, να ξεκολλήσουμε από τον καναπέ της αδράνειας, γιατί η παθητική θέαση της ζωής δημιουργεί και μία παθητικοποιημένη συνείδηση, αδιάφορη, αποξενωμένη, αλλοτριωμένη. Παρά την καταστροφή που σπέρνει η λαίλαπα της ανεργίας, εμείς να μην μένουμε ανενεργοί, αλλά να συμμετέχουμε στις αποφάσεις που μας αφορούν σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Παρά την ισοπεδωτική τάση της παγκοσμιοποίησης, εμείς ως Έλληνες ας διαφυλάξουμε τις εθνικές, πολιτιστικές, οικογενειακές, θρησκευτικές, γλωσσικές παραδόσεις μας, συνταιριάζοντας το παλιό με το νέο κι η γόνιμη αυτή σύζευξη να τροφοδοτεί κάθε μορφή ζωής, να γαλουχεί την πίστη σε ανώτερα ιδανικά κι ιδεώδη, να αποτελεί πηγή έμπνευσης για μία γνήσια ζωή στο παρόν και στο μέλλον.
Να νιώθουμε υπερήφανοι που κυματίζει η γαλανόλευκη στο μπαλκόνι μας, να συγκινούμαστε βλέποντας τα παιδιά μας να παρελαύνουν στις εθνικές επετείους. Να μην ντρεπόμαστε να κάνουμε το σταυρό μας, πριν ξεκινήσει η εργασία μας, το σχολικό μάθημα, μία αγωνιστική αναμέτρηση. Να αφεθούμε στη γοητεία κάποιου λογοτεχνικού βιβλίου να μας ταξιδέψει στον τόπο και το χρόνο, διευρύνοντας τη δική μας θέαση του κόσμου, δίνοντας χώρο σε περισυλλογή και στοχασμό. Να υιοθετήσουμε την προτροπή του Ελύτη “Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη” («Άξιον Εστί»), διότι αυτοί αποτελούν τα δύο αντιπροσωπευτικά πνεύματα-φορείς των αξιών εκείνων, που συνιστούν θεμελιώδεις παρακαταθήκες για όλους τους Έλληνες. Να αναθεωρήσουμε τις αντικοινωνικές τακτικές του ωχαδερφισμού και των μικροσυμφερόντων, που μας οδηγούν στις επικίνδυνες κοινωνικές πρακτικές του ρουσφετιού και του βολέματος. Αν ο καθένας μας δεν βάλει λίγο Ελλάδα μέσα του, δεν πρόκειται να το κάνουν ούτε κι οι πολιτικοί που αναδεικνύουμε με τη δική μας ψήφο.
Υπάρχουν εποχές που οι άνθρωποι έχουν μια παθητική θέαση των δρωμένων κι άλλες που παίρνουν μέρος και μάλιστα ως πρωταγωνιστές. Αυτές αποτελούν κορυφαίες στιγμές στην ιστορία που οι άνθρωποι φθάνουν στο απόγειο της αυτοσυνειδησίας. Στην κατεύθυνση αυτή, λοιπόν, ας συμβάλουμε στη διαφύλαξη του εθνικού συμφέροντος, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των μέσων πληροφόρησης που μας παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία, για να αναζητήσουμε, όχι κατά την προεκλογική περίοδο, αλλά τώρα και διαρκώς, τους πολιτικούς που έχουν συνέπεια λόγων κι έργων (στο διαδίκτυο πλέον δημοσιοποιούνται οι υπουργικές αποφάσεις, οι πολιτικές δηλώσεις, όλο το πολιτικό γίγνεσθαι). Να διαπιστώσουμε ποιοι αφουγκράζονται τις ανάγκες της κοινωνίας, ποιοι θα αναθέσουν σε άξιους συνεργάτες τη χάραξη μίας πολιτικής εθνικής σωτηρίας, ποιοι θα προωθήσουν ένα κοινωνικό προγραμματισμό, που θα παρέχει τη δυνατότητα για πρόβλεψη κι ιεράρχηση των αναγκών με τη σωστή διάταξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Ποιοι θα ασκούν τα καθήκοντά τους έχοντας κατά νου, ‘‘Τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι∙ πρώτον μεν ότι ανθρώπων άρχει∙ δεύτερον κατά νόμους άρχει∙ τρίτον ότι ουκ αεί άρχει’’ (Αγάθων, 450-400 π.Χ.). Θα θυμούνται, δηλαδή, πως διοικούν ανθρώπους κι όχι ζώα, πως υπάρχουν νόμοι κι είναι ανεπίτρεπτο να εκτρέπονται σε αυθαιρεσίες και αδικίες και, τέλος, πως δεν διοικούν ισόβια, γι’ αυτό θα πρέπει να φύγουν με το κεφάλι ψηλά, έχοντας επιτελέσει έργα αρετής και κοινωνικού συμφέροντος.
Αυτοί που θα άρχουν σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά, που πολύ σοφά διατύπωσε ο αρχαίος τραγικός ποιητής, είναι εκείνοι που θα βάλουν ως κύριο στόχο της πολιτικής τους, όχι το πρόβλημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, αλλά της βιωσιμότητας του ελληνικού έθνους με όρους αξιοπρέπειας. Αυτοί που θα έχουν επαρκή πολιτική βούληση κι απαιτούμενο πολιτικό ανάστημα, για να προασπίσουν τα εθνικά αιτήματα και δίκαια, που θα υπηρετήσουν το ελληνικό συμφέρον με αρετή και τόλμη. Αυτοί που θα αγωνιστούν με πίστη στο Θεό και τις πατρώες παραδόσεις για την επικράτηση της κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης με πράξεις τιμιότητας, ειλικρίνειας κι ανθρωπιάς, προσφέροντας έμπρακτο κι ανυπόκριτο παράδειγμα. Αυτοί θα είναι «άξιοι της αποστολής τους».