Γράφει ο Εμμανουήλ Κ. Ακουμιανάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
Σχεδόν συνώνυμοι οι όροι. Αν αλλάξεις θέση το «η» και στο «ε» της ερημιάς έχεις την ηρεμία. Φουρτουνιασμένη θάλασσα η σκέψη μας ώρες-ώρες. Λίγες οι ευχάριστες στιγμές και ατελείωτες οι μπόρες. Κι όμως έρχεται η στιγμή που κάποτε ψάχνουμε την ηρεμία μας μέσα στην μοναξιά μας, στην ερημιά μας, στον εαυτό μας. Και εν πολλοίς τη βρίσκουμε μέχρι η σκέψη μας να φουρτουνιάσει ξανά. Έρημοι και ήρεμοι, νευριασμένοι και ψύχραιμοι, μαζί και μόνοι, σκεπτικοί και απερίσκεπτοι, μόνοι με παρέα πολλούς στη σκέψη μας και συντροφιά με τον εαυτό μας μέσα στο πλήθος, ζούμε, παλεύουμε, αγωνιούμε, πενθούμε, χανόμαστε. Κι η ζωή ένα πράγμα μόνο δε σταματά να κάνει: να συνεχίζεται.
Ήμουν στο μνημόσυνο του Αρίστο προχτές. Ένα νέο παιδί που έφυγε ξαφνικά από κοντά μας τρία χρόνια πριν. Μετά τον ακολούθησαν κι άλλοι. Η Στέλλα, ο Μανώλης, ο Μιχάλης, ο Μανώλης κι άλλα αθώα παιδιά παρέα στη γειτονιά των αγγέλων. Αιτήσεις στα μνήματα, λουλούδια, λιβάνια, βουβοί θρήνοι και σφιγμένα πρόσωπα. Τραγικοί γονείς, μαυροντυμένοι, χαρακωμένοι από το βαθύ σημάδι του μισεμού των παιδιών τους. Η Μαρία κι ο Δημήτρης, ο Γιώργης και η Μαρία, η Ειρήνη κι ο Γιάννης, η Αιμιλία, η Ελένη, ο Γιάννης, ο Μανώλης, η Κατερίνα κι ένα πλήθος άγνωστοι άλλοι. Λόγια παρηγοριάς από τον ένα στον άλλο, από ανθρώπους που ξέρουν τι θα πει απώλεια, πόνος, μαχαίρι. Δεήσεις στο κοιμητήριο, καφές και κουβέντα. Κρασί χωρίς προπόσεις, φαγητό χωρίς απόλαυση, αμήχανα λόγια και ξόρισμα της κουβέντας σε θέματα ευχάριστα που παίρνουν μακριά το νου από τα παιδιά που λείπουν. Κι οι ζωντανοί πίσω να σκέφτονται, να αναπολούν, να περιμένουν την αντάμωση. Κουρασμένος ο πόνος, ποταμός το δάκρυ κι ας μη φαίνεται πάντα στων ματιών την άκρη. Ευχές για καλή δύναμη, για κουράγιο, για συνέχιση της ζωής με ότι έχει στον καθένα μας απομείνει. «Αυτό είναι αγκάθι παιδί μου, είναι κάρβουνο που θα σε καίει πάντα» μου είπε κάποτε μια σοφή γριά γυναίκα. Τώρα το ξέρω, το νιώθω, με καίει, με τσουρουφλίζει, με σημαδεύει. Δεν δοκίμασα να το ξορκίσω, δεν μπόρεσα, δεν ωφελεί, δε γίνεται. Και κάθε φορά που έτυχε να γελάσω, λυπόμουν πιο πολύ μετά. Πικρό γέλιο, προσποιητό, ψεύτικο, ένοχο, ίσα-ίσα να λέμε πως η ζωή έχει χαρές, πως είναι ωραία.
Πρέπει πλέον να επινοήσουμε ένα σκοπό αρκετά στέρεο για να στηρίξει την υπόλοιπη ζωή μας. Να κατακτήσουμε τη σοφία πριν το σώμα μας γίνει μια ασύνδετη μάζα οστών και ζαρωμένου δέρματος. Να κατανοήσουμε την ύπαρξή μας έχοντας επίγνωση της οριστικότητας του θανάτου. Να μη δημιουργούμε Θεούς για τη δική μας ανακούφιση. Να μην αφήσουμε την προσδοκία της μεταθανάτιας ύπαρξης να καταστρέψει τη ζωή που τώρα ζούμε, να μην επιτρέψουμε στο παράλογο της ανθρώπινης κατάστασης να γίνει ασήκωτο βάρος. Να οπλιστούμε με πίστη και θάρρος. Να μη σπαταλάμε καινούρια δάκρυα για παλιές θλίψεις. Να αγαπήσουμε τη μοίρα μας και να ανταποκριθούμε στο διονυσιακό κάλεσμα του Νίτσε «amor fati». Η καλύτερα να ακούσουμε τα λόγια του συμπατριώτη μας αιρετικού του Νίκου Καζαντζάκη: «Να μην αφήσω στο Χάρο τίποτα να μου πάρει, μονάχα λίγα κόκκαλα». Το πεπρωμένο μας έχει ήδη σκιτσαριστεί, η παράσταση έχει προ πολλού τελειώσει. Κι εμείς έρημοι και ήρεμοι περιμένουμε το φως σε έναν κόσμο που βραδιάζει γρήγορα κι αργεί να ξημερώσει. -R.I.P.-