Ηδυπαθήματα της νιότης

Ένας ξεχωριστός γάμος

Ο Φώτης ήταν ένας ήσυχος, ευγενικός και αγαπητός άνθρωπος, πολύ χαμηλών τόνων, με λεπτό χιούμορ και πάντα πρόθυμος να μας βοηθήσει σε οτιδήποτε χρειαζόμασταν. Είχε σπουδάσει οικονομικά στο εξωτερικό, αλλά οι βαθιές του γνώσεις εκτείνονταν και πολύ πέρα από το γνωστικό του αντικείμενο. Τότε ήταν βοηθός καθηγητή σε μια ανώτατη σχολή της Αθήνας, διάβαζε συνέχεια και πάρα πολύ, αλλά ήταν φοβερά καφενόβιος και μπουρδελόβιος. Σε καφενείο, μας είχε εκμυστηρευτεί, συνέλαβε και ολοκλήρωσε ακόμα και το θέμα της διδακτορικής του διατριβής και εκεί διάβασε και τα σχετικά βιβλία. Μόνο στα μπουρδέλα δεν διάβαζε!

Είχε όμως ένα μικρό πρόβλημα στα πόδια του, που τον δυσκόλευε στο βάδισμα και γενικότερα στην επικοινωνία του, κυρίως με γυναίκες, αυτό τον είχε κάνει λίγο απόμακρο, πικρόχολο και ευερέθιστο, ωστόσο εύκολα διαπίστωνες την καλοσύνη που κρυβόταν βαθιά μέσα του.

Advertisement

Στις μπουρδελότσαρκες ακολουθούσε σχεδόν πάντοτε, αλλά προχωρούσε και στα… τελειώματα, αφού είχε και το μισθό του, γιατί είχε κάπως αυξημένες σεξουαλικές ορμές (το libido, που λέει και ο Freud). Μη βρίσκοντας, λοιπόν άλλη διαφυγή κατέληγε στις πουτάνες κα εκεί ξέσπαγε. Αυτές τον είχαν πια γνωρίσει, τον συμπαθούσαν και τον εκτιμούσαν και πέρα από πελάτη τον αντιμετώπιζαν και σαν καλό φίλο.

Με παρέα, ή χωρίς παρέα, σχεδόν κάθε βράδυ μετά το καφενείο έσπευδε σε κάποιο μπουρδέλο και εκεί την έβρισκε. Κάπου κάπου πήγαινε και κανένα δωράκι στις πουτάνες, γλυκά κ.ά.

Σε ένα από αυτά γνώρισε κάποτε μια τρόφιμο του… ιδρύματος, όχι και τόσο μικρή και όχι και τόσο εμφανίσιμη, την οποία άρχισε να επισκέπτεται κατ’ αποκλειστικότητα, στη συνέχεια την ερωτεύθηκε, μετά την αγάπησε και στο τέλος τη ζήτησε σε γάμο!

Η Μαρίκα,έτσι τη έλεγαν, στην αρχή γέλασε, μετά τον περιγέλασε, αργότερα άρχισε να το σκέφτεται και μετά από καιρό, γιατί άργησε να το πιστέψει, δέχθηκε. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Φώτης πήγαινε κάθε βράδυ στο ίδιο μπουρδέλο, διάλεγε τη Μαρίκα, έκανε ό,τι έκανε, πλήρωνε κανονικά και έφευγε ήσυχα. Ποτέ δεν της ζήτησε κάτι δωρεάν, ένα ραντεβού έξω από το χώρο εργασίας της ή κάτι άλλο τέλος πάντων.

Οι δικοί του, όταν έμαθαν, ήταν και μοναχοπαίδι, πήγαιναν να τρελαθούν από τη στενοχώρια τους, γιατί είχαν ήδη πάρει από διαφόρους «καλοθελητές» τις πληροφορίες τους. Προσπάθησαν με κάθε τρόπο και μέσο να τον μεταπείσουν, αλλά ο Φώτης παρέμενε ανένδοτος.

Ο γάμος έγινε σε ένα μικρό εκκλησάκι σε ένα προάστιο έξω από την Αθήνα, όπου παραβρέθηκαν οι δυο γονείς του, σαν να ήταν σε κηδεία και μερικοί φίλοι, ένας εξ αυτών και ο κουμπάρος, που μας τίμησε με το να μας καλέσει. Ο γαμπρός, σφιγμένος στο μαύρο του κουστούμι, χλομός και σοβαρός και η νύφη, χωρίς κανέναν δικό της δίπλα της, ντυμένη στα άσπρα και πολύ συγκινημένη να κλαίει συνέχεια.

Από τότε ο Φώτης χάθηκε σχεδόν από τις πιάτσες και σπάνια τον βλέπαμε. Έκοψε και το καφενείο. Δουλειά, μετά στο σπίτι και κατευθείαν στο κοκό!

Στη Μαρίκα άρεσε αυτό στην αρχή, μετά άρχισε να κουράζεται, ήταν ήδη και αρκετά κουρασμένη από το παρελθόν, και είπε πλαγίως στον κουμπάρο να κάνει στον Φώτη μερικές συστάσεις, αλλά αυτός ψύχραιμα και αυστηρά του είπε να κοιτάζει τη δουλειά του. Από αυτόν τα μάθαμε και εμείς.

Μέχρι που μια νύχτα, εκεί πάνω στα παιχνίδια και δεν ξέρουμε και τι άλλο γινόταν, ο Φώτης έκανε να αναπνεύσει, δεν μπόρεσε, έπαθε εγκεφαλικό και έσβησε.

Η Μαρία ήταν απαρηγόρητη, δεν είχε και κανέναν άλλο στον κόσμο, πόνεσε πολύ, τον έκλαψε πολύ και μετά από μερικούς μήνες τον ακολούθησε και αυτή!

Έτσι χάθηκε ο Φώτης, ο καλός φίλος και ο ωραίος αυτός άνθρωπος. Είμαι σίγουρος, πως πήγε ευχαριστημένος και όπως αυτός ήθελε. Τι να πούμε, όμως, για τη Μαρίκα…

Η προίκα

Στην παλιά μου γειτονιά είχε έλθει μια τροφαντή μικρή από κάποιο απομακρυσμένο νησί της ελληνικής επικράτειας, να δουλέψει οικόσιτη σαν υπηρέτρια, οικιακή βοηθός θα λέγαμε σήμερα, σε ένα μεγάλο αστικό σπίτι της περιοχής και παράλληλα να… ξεστραβωθεί λιγάκι παίρνοντας και ένα κάποιο πρωτευουσιάνικο λούστρο. Αυτό συνηθιζόταν πολύ τότε.

Η κοπελίτσα, Λουκία την έλεγαν αν θυμάμαι καλά, ήταν κάπου δεκαεπτά χρόνων, κοντούλα, παχουλούλα και έσφυζε από χυμούς και ίμερους κάνοντας τα παιδιά της γειτονιάς να βαριαναστενάζουν, όταν περπατούσε στο δρόμο.

Όποτε πήγαινε η Λουκία στο φούρνο, στον μπακάλη, στο περίπτερο, ζωηρή και τριζάτη, σήμαινε συναγερμός στη γειτονιά. Κανείς, όμως, δεν τολμούσε να την πειράξει, γιατί ο κύρης της ήταν στρατιωτικός εν τιμητική αποστρατεία, άγριος στην εμφάνιση και, όπως έλεγαν, έδερνε κιόλας.

Αλλά φαίνεται πως η μικρή Λουκία δεν κρατιόνταν πια, έγινε αρκετά προκλητική και άρχιζε να μπάζει έναν έναν τους αγαπητικούς (και ήταν πολλοί) στο σπίτι, όταν έλειπαν τα αφεντικά της, για μια γρήγορη… περιποίηση. Το πράγμα τράβηξε έτσι αρκετά και τα γειτονόπουλα σχημάτιζαν ουρά για να ανακουφισθούν. Άσε που παραμελούσαν και τα διαβάσματά τους. Πότε πρόλαβε να κάνει τόσες γνωριμίες αυτό το κορίτσι;

Μέχρι που κάποτε η μικρή, τι μικρή δηλαδή, διαπίστωσε μια μικρή καθυστέρηση, η οποία έγινε μεγάλη και μετά μεγαλύτερη και μετά άρχισε να φαίνεται και λίγο, οπότε όλοι άρχισαν να τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Λουκία στην κουζίνα να κρυφτεί, τα αφεντικά στην αστυνομία και οι νεαροί γαμπροί για να εξαφανιστούν.

Ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος της περιοχής, παλιά καραβάνα, ήταν άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος, με γνώσεις και πείρα σε τέτοια περιστατικά. Γρήγορα κατάλαβε το πουτανάκι που κρυβόταν πίσω από την Λουκία και τους ύποπτους της περιοχής, γιατί τους ενόχους πού να τους εντοπίσει, ήταν πάρα πολλοί.

Κάλεσε λοιπόν τον στρατιωτικό στο τμήμα και του είπε να μαζέψει τη μικρή και να την πάει σε κάποιον μαιευτήρα, να τη στείλει δε το ταχύτερο στην πατρίδα της, γιατί το κορίτσι ήταν φλογερή ιδιοσυγκρασία όπως αποδείχθηκε, δεν κρατιόταν με τίποτα και θα ξανάμπλεκε πάλι γρήγορα• μετά κάλεσε και τα παιδιά.

Αφού τα επέπληξε αυστηρά και τα φοβέρισε αρκετά, πως θα τα κλείσει στη φυλακή και θα το πει και στους γονείς τους τα διέταξε να μαζέψουν με το χαρτζιλίκι τους χρήματα για την… προίκα της Λουκίας, που έπρεπε τώρα να αποκατασταθεί κοινωνικά, ηθικά και οικονομικά!

Οι νεαροί μάγκες τα χρειάστηκαν για τα καλά και άρχισαν να μαζεύουν πυρετωδώς χρήματα από το χαρτζιλίκι τους και διάφορα μικροθελήματα που έκαναν και τα παρέδιδαν στον αστυνομικό, ο οποίος κρατούσε το λογαριασμό και τους απειλούσε, όταν κωλυσιεργούσαν!

Ύστερα από λίγο καιρό και αφού μαζεύτηκε ένα έστω συμβολικό ποσό, ο αστυνομικός φώναξε τον στρατιωτικό και του παρέδωσε τα χρήματα που μαζεύτηκαν, και μετά τους νεαρούς, για να τους πει μετά από σύντομη νουθεσία, ότι του λοιπού απαλλάσσονται από το βαρύ αυτό καθήκον.

Έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι. Οι νεαροί που γλίτωσαν τα χειρότερα, ο απόστρατος που απαλλάχθηκε από αυτόν τον θηλυκό διάβολο και η Λουκία που εξασφάλισε την έκτρωσή της και το εισιτήριο επιστροφής για την πατρίδα της… Έτσι απενέμετο τότε η πραγματική δικαιοσύνη!

Βέβαια οι νεαροί στενοχωρήθηκαν λιγάκι, γιατί έχασαν το τεφαρίκι μέσα από τα χέρια τους. Μέσα από τα πόδια τους, ήθελα να πω…

Πώς χάθηκε ένα τίποτα

Ο κύριος Δημητράκης, περίπου πενηντάρης πια, είχε πίεση, είχε χοληστερίνη, είχε αρθριτικά, είχε χιονίστρες, είχε την ηλικία του, είχε τα κέρατά του. Τα είχε όλα. Είχε, όμως, και λεφτά, έτρωγε πολύ, του άρεσαν και τα «αλμυρά» και κυρίως τα μπουρδέλα. Και ο κύριος Δημητράκης έτρωγε ώρες ατελείωτες σε αυτά.

Εμείς της περατζάδας, πηγαίναμε, καθόμαστε για λίγο και φεύγαμε για αλλού. Ο κύριος Δημητράκης, όποτε τον συναντούσαμε εκεί, έμενε για πολύ και έκανε πολλά. Δεν τον έφτανε η μια…

Μερικές φορές, όταν συμπίπταμε με την αναχώρησή του από το μπουρδέλο, μας έπαιρνε, όσοι κι αν ήμαστε, τέσσερις πέντε, και μας πήγαινε για φαγητό σε ψητοπωλεία και μαγειρεία εκεί γύρω στην Ομόνοια.

Και τι δεν έτρωγε ο κύριος Δημητράκης. Να τον βλέπεις, να τον χαίρεσαι και να σου ανοίγει κι άλλο η όρεξη, που, εδώ που τα λέμε, ποτέ δεν μας έλειπε ημών των νέων και λιγούρηδων… Έτρωγε ψητά, βραστά, λουκάνικα, σουτζούκια, μακαρονάδες, στιφάδα, σαλάτες, τουρσιά, μαζί με αυτόν, καλύτερα, αφού όλα τα πλήρωνε αυτός.

Και ένα απόγευμα, εκεί που χαζεύαμε σε ένα μπουρδέλο, ακούμε: «ένα γιατρό!», «πάει ο άνθρωπος!», «βοήθεια, τον χάνουμε!».

Έντρομες οι πουτάνες έτρεχαν πέρα δώθε, πάνω κάτω και τελικά βρίσκουν τον κύριο Δημητράκη σε ένα δωμάτιο, αλλά δεν ήθελε πια γιατρό. Γραφείο κηδειών ήθελε, για να του πάρει μέτρα. Γιατί πάνω εκεί στα «αλμυρά» και στα «αχ… βαχ… τι σου κάνω μάνα μου», η καρδιά του κυρίου Δημητράκη που ήταν και πολύ φαγωμένος, σταμάτησε και παρέδωσε το πνεύμα, που είχε και πολύ οινόπνευμα.

«Τι σου είναι ο άνθρωπος», έλεγαν για καιρό οι πουτάνες στα μπουρδέλα, «ένα τίποτα»…

Πώς τίποτα, λέγαμε και εμείς περίλυποι, που χάσαμε ένα καλό φίλο, που μας τάιζε τακτικά και ανυστερόβουλα. Εκατόν τριάντα κιλά είναι τίποτα;

Κάτι ενοχλητικοί επισκέπτες

Ο Γιάννης σπούδαζε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Είχε χιούμορ, έλεγε έξυπνα αστεία, έπαιζε καλή κιθάρα και είχε μεγάλη επιτυχία στα κορίτσια. Έτσι δεν ξέμενε ποτέ από γκόμενα, αλλά ερχόταν με μεγάλη ευχαρίστηση στις μπορδελότσαρκές μας για την παρέα, την πλάκα και το χαβαλέ.

Ώσπου κάποτε, κάπου, από κάποια («κάποιος, κάπου κάποτε», που έλεγε και το τραγουδάκι), όχι πάντως πουτάνα, άρπαξε μουνόψειρες! Τα ενοχλητικά εκείνα ζωύφια, από τα οποία έγραψα ήδη σε προηγούμενο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου.

Ο Γιάννης δεν ανησύχησε και πολύ, μάλλον καμάρωνε κιόλας για το… «παράσημο», τράβηξε κάνα δυο ξυρίσματα στο επίμαχο σημείο και νόμισε πως καθάρισε. Αμ, δε!

Το «πρόβλημα» εκκολάφθηκε και γονιμοποιήθηκε ταχύτατα στην ευαίσθητη περιοχή, προχώρησε ακάθεκτα στις μασχάλες, στο στήθος. Ήταν και δασύτριχος ο Γιάννης, και έφτασε μέχρι τα φρύδια! Εκεί σταμάτησε, γιατί από κει και πάνω δικαιοδοσία είχαν οι κανονικές ψείρες… έτσι ο Γιάννης άρχισε να ξύνεται παντού και με πρωτοφανή μανία.

Θα ξέρετε, και όσοι δεν το ξέρετε θα πρέπει επί τέλους να το μάθετε, ότι το επίμονο, ανθεκτικό αυτό ζωύφιο μεταδίδεται εύκολα και γρήγορα από τον έναν στον άλλον με οποιαδήποτε επαφή (όχι απαραίτητα σεξουαλική), με τα εσώρουχα, τις πετσέτες, στο λουτρό, στα καθίσματα κ.λπ. Μπήκε λοιπόν και στο σπίτι του Γιάννη και άρχισε να αλωνίζει.

Στην αρχή εγκαταστάθηκε στη μικρή αδελφή του, η οποία ένιωσε μια ελαφρά φαγούρα, άρχισε να ξύνεται επίμονα, αλλά δεν ανησύχησε, άλλωστε το κορίτσι, στην ηλικία που ήταν, είχε και άλλες φαγούρες γενικώς.

Μετά πέρασε στη μαμά, που ανίδεη περί αυτά, το πέρασε για ένα τοπικό ερέθισμα και δεν έδωσε σημασία. Πλύθηκε λίγο παραπάνω και προς στιγμήν το ξέχασε.

Ο «εχθρός», όμως, ακάθεκτος, πέρασε τον Ρουβίκωνα και προσέλαβε και τον μπαμπά! Αυτός, άνθρωπος τραχύς, αυστηρός και δύσκολος, που κι αυτός είχε περάσει τέτοια στα νιάτα του, δούλευε και στην κεντρική αγορά, ένιωσε ψύλλους στα αφτιά του. Οι μουνόψειρες, βέβαια, δεν είχαν φτάσει ακόμα ως εκεί, αλλά κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο.

Έξαλλος από οργή και κατακόκκινος από ντροπή (μέσα στο σπίτι μου, ρε γαμώτο), άρπαξε τη γυναίκα του, την πρώτη ύποπτη, άγνωστο γιατί, και της έδωσε ένα γερό μπερντάχι, για να ομολογήσει. Εκείνη, ανίδεη και αθώα φυσικά, επέμενε ότι δεν ήξερε τίποτα.

Μετά πιάνει τον Γιάννη και με ένα ραμπαδόξυλο, είχε και βαρύ χέρι, τον έκανε μαύρο στο ξύλο, αλλά αυτός από φόβο έκανε τον ανήξερο. Σου λέει ένα ξύλο είναι αυτό, θα περάσει.

Ύστερα ήλθε η σειρά της μικρής, «έλα δω ρε πουτανάκι», την οποία άρχισε να δέρνει ανηλεώς και αδιακρίτως. Αυτή τις έτρωγε, κλαίγοντας γοερά, χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί.

Μετά ο σκληρός και στυγερός αυτός πατέρας μάζεψε και τους τρεις στο σαλόνι και τους απείλησε, ότι θα τους δέρνει κάθε μέρα με τη σειρά, μέχρι να ομολογήσει αυτός που έφερε τις μουνόψειρες στο σπίτι. Πρόγραμμα που έθεσε αμέσως σε εφαρμογή, την Τρίτη ημέρα (κατά τας Γραφάς) ο Γιάννης έσπασε και τα ξέρασε όλα με χαρτί και καλαμάρι.

Ο πατέρας σκέφθηκε στην αρχή να πνίξει με τα ίδια του τα χέρια το μίασμα αυτό, που μαγάρισε το σπίτι του, αλλά ύστερα από ωρισμένη σκέψη και τις θερμές ικεσίες της μητέρας, άλλαξε γνώμη. 3

Τους διέταξε όλους να ξυριστούν γενικώς, τους έβαλε στο μπάνιο (μηδέ αυτού εξαιρουμένου) και με μια ισχυρή διάλυση DDT, που σκότωνε και κατσαρίδες, τους ράντιζε με ένα φλιτ για αρκετές ημέρες, μέχρι που εξαλείφθηκε το κακό. Έτσι έληξε η κωμικοτραγική αυτή ιστορία… για την περίοδο εκείνη τουλάχιστον…

Όλα αυτά μας τα διηγήθηκε ο Γιάννης αργότερα, ενώ εμφανέστατα ήταν ακόμα επάνω του τα σημάδια από το ξύλο που έφαγε από τον πατέρα του.

Του Μανώλη Σκαρσουλή

Πηγή: «Μπουρδελολογίες» Γιώργη Κουρμούση

    Εκδόσεις «ΟΔΔΥΣΕΑΣ»

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement