Δύο εξαιρετικά βιβλία από Ρεθεμνιώτες πνευματικούς ανθρώπους, που ερμηνεύουν τη θεία λειτουργία πολύ πιο συστηματικά και περιεκτικά απ’ όσο εμείς εδώ, είναι: του π. Βασιλείου Παπαδάκη, από τη μονή Αγίας Αναστασίας, το «Ερμηνεία στη θεία Λειτουργία», και του θεολόγου Ιωάννη Κανιολάκη, διευθυντή του 3ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, «Μυσταγωγικά», που περιέχει ιστορικά και ερμηνευτικά στοιχεία για όλες τις ορθόδοξες τελετές.
(Μέρος β΄, η Θεία Μετάληψη)
Αμέσως μετά το Ευαγγέλιο περνάμε στο δεύτερο και σπουδαιότερο μέρος της θείας λειτουργίας, εκεί όπου επιτελείται ο σκοπός της, που είναι να μεταλάβουν όλοι οι χριστιανοί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Οι πρώτοι χριστιανοί μεταλάβαιναν σε κάθε λειτουργία. Δε χρειαζόταν να νηστεύουν κάθε φορά, απλά κρατούσαν τις νηστείες της Εκκλησίας. Και φυσικά εξομολογούνταν, για να συγχωρούνται οι αμαρτίες τους και να πηγαίνουν να κοινωνούν με καθαρή καρδιά.
Κι εμείς θα μπορούσαμε να κοινωνούμε σε κάθε λειτουργία, με τους ίδιους όρους. Αν δηλαδή εξομολογούμασταν (όχι αναγκαστικά κάθε φορά, πάντως από καιρό σε καιρό) και νηστεύαμε τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές [όλες οι Τετάρτες και οι Παρασκευές του χρόνου είναι μέρες νηστείας, εκτός από εκείνες που βρίσκονται ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα, την πρώτη εβδομάδα μετά του Πάσχα, την πρώτη εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή (την εβδομάδα της εορτής του Αγίου Πνεύματος, πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, επέτειο της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού) και την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς].
Για το χριστιανό είναι απαραίτητο να κοινωνεί συχνά [το αργότερο κάθε ένα δυο μήνες, αλλά τουλάχιστον τις μεγάλες γιορτές: Χριστούγεννα, Πάσχα, Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου), 15αύγουστο, Μεταμόρφωση του Χριστού (6 Αυγούστου), οπωσδήποτε τη μέρα της γιορτής του κ.λ.π., καθώς και όταν κάνει μνημόσυνο στους δικούς τους ανθρώπους]. Γιατί;
Η συμμετοχή στα Θεία Μετάληψη (και γενικά στα Μυστήρια) θεωρείται απαραίτητη, γιατί οι Πατέρες, δηλ. οι άγιοι του χριστιανισμού, πιστεύουν ότι ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να αγαπήσει σε τέτοιο βαθμό που αγαπάει ο Θεός (δεν έχει τη δύναμη να φλέγεται από την αγάπη για όλους και για όλα, χωρίς να νοιάζεται αν τον αγαπούν, χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, ούτε καν την εξασφάλιση του Παραδεί-σου), αν ο Θεός δεν τον βοηθήσει. Με τα Μυστήρια πλησιάζουν άνθρωπος και Θεός, για να ζητήσει ο άνθρωπος, με τον πληρέστερο και εντονότερο τρόπο που μπορεί, τη θεϊκή βοήθεια. Και με την απλή προσευχή μπορεί να τη ζητήσει, αλλά η θεία κοινωνία είναι ο τελειότερος τρόπος – το «Σώμα και το Αίμα του Χριστού» είναι η τροφή της ψυχής. Δεν κοινωνούμε π.χ. για «να σωθούμε» (με κάποιο… μαγικό τρόπο), αλλά «εις φωτισμόν των οφθαλμών της καρδίας, εις αγάπην ανυπόκριτον, εις πίστιν ακαταίσχυντον, εις ειρήνην των ψυχικών δυνάμεων» κ.τ.λ. (φράσεις από την «Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως», που υποτίθεται ότι διαβάζουμε πριν πάμε να κοινωνήσουμε. Βρίσκεται στην «Ιερά Σύνοψη», βιβλίο που υπάρχει στα σπίτια πολλών χριστιανών και περιέχει τους Χαιρετισμούς και την Παράκληση της Παναγίας, τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας κ.π.ά.).
Αμέσως λοιπόν μετά το Ευαγγέλιο, ο παπάς μέσα στο Ιερό αρχίζει να προετοιμάζεται για να σηκώσει τα Άγια, δηλ. για να πάρει το δισκοπότηρο από την πρόθεση (που συμβολίζει το σπήλαιο της Γέννησης του Χριστού) και να το φέρει στην αγία τράπεζα (το τραπέζι όπου τελείται η λειτουργία), που συμβολίζει τον Άγιο Τάφο. Η πορεία αυτή συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς τη σταύρωση και την ανάσταση.
Όση ώρα διαβάζει τις μεγάλες του ευχές (δηλαδή προσευχές), οι ψάλτες απ’ έξω ψάλλουν ένα αργό ύμνο, που λέγεται χερουβικός ύμνος ή απλά το χερουβικό:
Οι τα χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσφέροντες, πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια.
Δηλαδή:
Εμείς, που είμαστε, ανεξήγητα, εικόνες των χερουβίμ και στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο προσφέρουμε, κάθε έγνοια της ζωής ας αφήσουμε για να υποδεχτούμε το βασιλέα των όλων, περικυκλωμένο αόρατα από τις αγγελικές τάξεις. Αλληλούια (=δόξα στο Θεό).
Τα χερουβίμ είναι ένα από τα ανώτερα τάγματα των αγγέλων και τα είδε γύρω από το θρόνο του Θεού ο προφήτης Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και ο άγ. Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη, με μορφή τεσσάρων πλασμάτων, που συμβολίζουν τέσσερις ιδιότητες του Θεού: άνθρωπο (=ο Θεός είναι λογικός), λιοντάρι (=βασιλιάς), ταύρο (=δυνατός) και αετό (=βρίσκεται «πολύ ψηλά»).
Στη φράση «ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι» κόβεται ο ύμνος και «βγαίνουν τα Άγια».
Τα υποδεχόμαστε όρθιοι. Κάποιοι γονατίζουν, από σεβασμό, παρόλο που το ψωμί και το κρασί δεν έχουν γίνει ακόμη Σώμα και Αίμα του Χριστού (τις Κυριακές κανονικά δε γονατίζουμε, για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Χριστός μας ελευθέρωσε από κάθε πνευματική και ηθική σκλαβιά). Ο παπάς κρατάει το δίσκο με το ψωμί και το ποτήριο με το κρασί. Εκφωνεί ευχές υπέρ των ανθρώπων, βγαίνει από την πλαϊνή πύλη και μπαίνει από την Ωραία Πύλη. Τότε οι ψάλτες ολοκληρώνουν τον ύμνο.
Αμέσως αρχίζει η προετοιμασία της Θείας Ευχαριστίας, δηλαδή της Θείας Κοινωνίας, της Θείας Μετάληψης. Ο παπάς διαβάζει τις μεγάλες και φοβερές «ευχές της αναφοράς», ενώ ο ψάλτης ψάλλει ύμνους.
Κάθε λίγο, ο παπάς κόβει τις ευχές του και εκφωνεί μια κατάληξη, που είναι δόξα στο Θεό ή ευχή.
Σ’ αυτό το διάστημα, λέγονται:
Το Πιστεύω (το Σύμβολο της Πίστεως), που γράφτηκε από την Α΄ και τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο για να κατοχυρώσει την πίστη ότι ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Η εκφώνηση «τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν» σημαίνει «να προσέχουμε με σοφία τις πόρτες», για να μην είναι μέσα κανείς που δεν είναι χριστιανός (οι αρχαίοι χριστιανοί πίστευαν ότι μόνο οι χριστιανοί πρέπει να ακούνε τις αλήθειες της πίστης μας).
Ο Επινίκιος ύμνος: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ! Πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Του! Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου! Ωσαννά ο εν τοις υψίστοις!».
Το α΄ μέρος του ύμνου ο προφήτης Ησαΐας άκουσε να το ψάλλουν οι άγγελοι σεραφείμ γύρω από το θερόνο του Θεού, ενώ το β΄ μέρος είναι οι ζητωκραυγές των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, όταν έμπαινε ο Χριστός με το γαϊδουράκι την Κυριακή των Βαΐων.
Η εκφώνηση των λόγων με τους οποίους ο Χριστός ίδρυσε το μυστήριο της Θείας ευχαριστίας, στο Μυστικό Δείπνο: Λάβετε φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών (κλώμενον: κομματιασμένο) και πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνώμενον εις άφεσιν αμαρτιών! Η στιγμή αυτή συμβολίζει το Μυστικό Δείπνο.
Κατόπιν έρχεται το πιο ιερό σημείο της θείας λειτουργίας: η εκφώνηση
Τα Σα εκ των Σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα!
Τα δικά Σου από τα δικά Σου Σού προφέρουμε σε κάθε περίσταση και για όλα!
Τότε (ενώ ο ψάλτης ψάλλει ένα αργό ύμνο), ο ιερέας γονατίζει μπροστά στην Αγία Τράπεζα και διαβάζει την ευχή, με την οποία ζητάει από τον Ίδιο το Θεό Πατέρα να στείλει το Άγιο Πνεύμα και να μετατρέψει το ψωμί σε Σώμα του Χριστού και το κρασί σε Αίμα του Χριστού:
«…κατάπεμψον το Πνεύμα Σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον Σώμα του Χριστού Σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτο τίμιον Αίμα του Χριστού Σου, μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω. Αμήν. Αμήν. Αμήν.»
Ο λαός σηκώνεται ή και γονατίζει αυτές τις στιγμές, που πιστεύουμε ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και ότι το Ιερό είναι γεμάτο αγγελικές δυνάμεις!
Με την εκφώνηση «Εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας…», ο λαός σηκώνεται και οι ψάλτες ψάλλουν πανηγυρικά το Μικρό Μεγαλυνάριο της Θεοτόκου:
Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών! Την τιμιωτέραν των χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν!
Δηλαδή: «Αξίζει στ’ αλήθεια να σε μακαρίζουμε, Θεοτόκε, εσένα που είσαι πάντα ευλογημένη και χωρίς καμιά αμαρτία, τη μητέρα του Θεού μας! την πολυτιμότερη από τα χερουβίμ και πιο δοξασμένη από τα σεραφείμ, που γέννησες το Θεό Λόγο χωρίς φθορά και πράγματι είσαι Θεοτόκος (=μητέρα του Θεού), σε μεγαλύνουμε!»
Ο ύμνος αυτός (που τον ακούμε οπωσδήποτε όρθιοι, προς τιμήν της Παναγίας) γράφτηκε έτσι σε κάποιο αγιορείτικο κελλί (έξω από μοναστήρια). Τους πρώτους στίχους αυτού του ύμνου τους υπαγόρευσε ο αρχάγγελος Μιχαήλ στον όσιο μοναχό Γαβριήλ τον Καρεώτη. Το κελλί αυτό υπάρχει και σήμερα και λέγεται «Εν τω άδειν» ( = στο τραγούδι).
Σε μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές (δηλ. γιορτές του Χριστού και της Παναγίας) λέγονται άλλα τροπάρια της Παναγίας σ’ αυτή τη θέση, ενώ στη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου λέγεται το Μεγάλο Μεγαλυνάριο.
Έπειτα λέγονται ευχές δυνατά, ψάλλεται το μεγαλυνάριο της ημέρας (αν υπάρχει) και καταλήγουμε στο Πάτερ ημών, το οποίο φυσικά ακούμε όρθιοι. Απευθύνεται στο Θεό Πατέρα. Το λέει ο αναγνώστης ή (καλύτερα) όλος ο λαός.
Και περνάμε στο τελικό στάδιο της ετοιμασίας για τη Θεία Μετάληψη:
Ενώ οι ψάλτες λένε ένα αργό τροπάριο (το Κοινωνικό), ο παπάς μέσα στο Ιερό κόβει το Σώμα του Χριστού και το αφήνει πάνω στο δίσκο. Αυτή η πράξη συμβολίζει τη σταύρωση του Χριστού. Διαβάζει μεγάλες ευχές και κοινωνεί ο ίδιος με τον αρχαίο τρόπο: Σώμα όπως παίρνουμε το αντίδωρο και Αίμα απευθείας από το ποτήριο. Κατόπιν ενώνει Σώμα και Αίμα μέσα στο ποτήριο και ρίχνει λίγο βραστό νερό (το ζέον, από το ρήμα ζέω = βράζω –από εκεί βγαίνει η λέξη ζέστη), για να είναι ζεστό, όπως το αίμα είναι ζεστό. Θυμιάζει. Το σκεπάζει με το κόκκινο πανί που λέγεται μάκτρο (από το μάσσω = σκουπίζω) και βγαίνει στην Ωραία Πύλη, για να κοινωνήσουν οι χριστιανοί. Μας προσκαλεί όλους με τη γνωστή εκφώνηση: Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, προσέλθετε!
Είναι το κορυφαίο σημείο της λειτουργίας, και κακώς το θέτουμε στο περιθώριο.
Αφού κοινωνήσει ο λαός, οι ψάλτες ψάλλουν ένα θριαμβευτικό ύμνο:
Ίδωμεν το Φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες, αύτη γαρ ημάς έσωσεν!
Η στιγμή που ο λαός μεταλαβαίνει αντιστοιχεί στην ανάσταση του Χριστού, αλλά και στο γεγονός της Πεντηκοστής, όταν οι απόστολοι έλαβαν το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Η λειτουργία τελειώνει με την οπισθάμβωνο ευχή («Ο ευλογών τους ευλογούντας σε, Κύριε…») και, αν έχει μνημόσυνο, τελούμε το μνημόσυνο, αλλιώς ο παπάς κάνει απόλυση και περνάμε όλοι να πάρουμε το αντίδωρο.
Το αντίδωρο (=αντί για δώρο) την παλιά εποχή το παίρνανε όσοι, για τον α΄ ή β΄ λόγο, δεν είχαν μεταλάβει. Σήμερα, το παίρνουμε όλοι (άλλωστε, οι περισσότεροι φεύγουμε από τη λειτουργία δυστυχώς χωρίς να μεταλάβουμε) και συνηθίζεται να το τρώμε νηστικοί.