Η κατάρα του ευρώ

Του Μανώλη Σκαρσουλή

 

«Ο δρόμος για την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις» γράφει ο Ντοστογιέφσκι σε ένα από τα μυθιστορήματά του. δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι η κυβέρνηση Σημίτη είχε τις καλύτερες προθέσεις όταν προωθούσε την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Όμως, όπως άλλωστε ισχύει με κάθε πολιτική παρέμβαση στην οικονομία, έτσι και η πολιτική στους συναλλαγματικούς μηχανισμούς μέσω της δημιουργίας του ενιαίου νομίσματος οδήγησε στην καταστροφή των λεπτών εξισορροπητικών μηχανισμών της αγοράς, με αποτέλεσμα να σταλεί η Ελλάδα στην κόλαση της ανεργίας και στην εργασιακή εξαφάνιση μιας ολόκληρης γεννιάς. Διότι στο πλαίσιο της ΟΝΕ ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα μιας χώρας όπως η Ελλάδα, είναι η αύξηση της ανεργίας.

Advertisement

Στην προ ΟΝΕ εποχή, όταν μια χώρα αντιμετώπιζε μείωση στη ζήτηση ορισμένων προϊόντων της, τότε η αξία του νομίσματος μειωνόταν αυτόματα. Αυτή η αυτόματη αντίδραση της αγοράς οδηγούσε σε αύξηση των άλλων εξαγωγών και στη μείωση των εισαγωγών αμβλύνοντας με αυτό τον τρόπο την αύξηση της ανεργίας που προκαλούσε η αρχική μείωση των εξαγωγών. Όμως αυτές οι αυτοματοποιημένες σταθεροποιητικές αντιδράσεις δεν είναι πια δυνατές σε μια χώρα η οποία δεν έχει δικό της νόμισμα.

Φυσικά υπάρχουν θεωρητικά και άλλοι τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η άνοδος της ανεργίας σε μια χώρα μέλος της ΟΝΕ. Αν π.χ. οι τιμές και οι μισθοί ήσαν ελαστικοί, τότε μια μείωση της ζήτησης θα οδηγούσε σε αυτόματη προσαρμογή προς τα κάτω μισθών/τιμών και έτσι θα αποφεύγετο η ανεργία. Μ’ αυτό τον τρόπο θα διατηρείτο το ίδιο επίπεδο απασχόλησης χωρίς την ανάγκη μείωσης της ονομαστικής αξίας του νομίσματος. Όμως οι σκληρύνσεις που επικρατούν στην αγορά προϊόντων και εργασίας στην Ελλάδα καθιστούν αυτή την προοπτική ανέφικτη – ή τουλάχιστον κοινωνικά πολύ επώδυνη.

Ένας άλλος τρόπος θεωρητικά με τον οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η αύξηση της ανεργίας, θα ήταν μέσω της κινητικότητας των εργαζομένων. Οι άνεργοι θα μπορούσαν να μετακινηθούν προς τις χώρες εκείνες της Ευρώπης στις οποίες υπήρχαν θέσεις εργασίας. Όμως στην Ευρώπη των διαφορετικών γλωσσών και τρόπων ζωής και των προκαταλήψεως, αυτή η διέξοδος είναι για τους περισσότερους καθαρά θεωρητική. Όλα αυτά τα είχαν προβλέψει με τον πιο σαφή τρόπο οι κορυφαίοι Αμερικανοί οικονομολόγοι ότι θα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Σε συζήτηση που είχα με τον νομπελίστα καθηγητή James Heckman το 2000, μου δήλωσε ότι «η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν της προσφέρει κανένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα, αλλά αντίθετα την καθιστά όμηρο της νομισματικής πολιτικής της Γαλλίας ή της Γερμανίας» (Ελευθεροτυπία 7/11/2000).

Ανάλογη ήταν και η εκτίμηση του άλλου μεγάλου Αμερικανού νομπελίστα οικονομολόγου Kenneth Arrow: «Για μια αναπτυσσόμενη χώρα όπως η Ελλάδα», μου έλεγε, «ένα καθεστώς μεταβαλλόμενων ισοτιμιών ίσως να ήταν προτιμητέο. Υπό την απαραίτητη προϋπόθεση όμως ότι αυτό θα συνοδευόταν από μια ισχυρή κυβέρνηση που θα ασκούσε αυστηρή δημοσιονομική πολιτική» (Ελευθεροτυπία 23/10/2000).

Φυσικά, οι πιο έντονοι πολέμιοι του ευρώ ήσαν οι νεοφιλελεύθεροι. Αυτοί διατύπωσαν την πρόβλεψη ότι θα οδηγήσει –όπως συνέβη- σε μια νομισματική κόλαση.

Ας δούμε τις απόψεις του πιο γνωστού ίσως νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου, του Αμερικανού νομπελίστα Μίλτον Φρίντμαν σχετικά με το ευρώ. Σε συνέντευξη του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera (27/8/01), ο Φρίντμαν χαρακτηρίζει το ένα «μεγάλο λάθος», που θα προκαλέσει αναταραχή στις ευρωπαϊκές χώρες τα επόμενα έτη. Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο NPQ (1999): «Ένα ενιαίο νόμισμα αποτελεί πολύ σωστό νομισματικό μέτρο υπό ορισμένες συνθήκες, όπως δηλαδή αυτές που επικρατούν στις ΗΠΑ, αλλά πολύ λανθασμένο μέτρο υπό άλλες συνθήκες, όπως π.χ. αυτές που επικρατούν στην Ευρώπη».

Σε άρθρο του στη Wall Journal (20/06/97) ο Αμερικανός νομπελίστας διερωτάται αν ισχύει, όπως πιστεύουν οι υποστηρικτές του ευρώ, ότι «τα οφέλη από τη μεγαλύτερη πειθαρχία και το χαμηλότερο κόστος συναλλαγών υπερβαίνουν τις ζημιές που θα προκαλέσει η εγκατάλειψη ενός αποτελεσματικού προσαρμοστικού μηχανισμού όπως οι μεταβαλλόμενες ισοτιμίες».

Η απάντησή του είναι σαφής: «Η άποψή μου ήταν πάντοτε ότι οι ζημιές υπερβαίνουν τα οφέλη, τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν έχουν ούτε αρκετά ελαστικούς μισθούς και τιμές, ούτε εργατική κινητικότητα, ούτε έναν αποτελεσματικό διορθωτικό δημοσιονομικό μηχανισμό, που θα αναπληρώνουν τον μηχανισμό των μεταβαλλόμενων ισοτιμιών».

Σημαίνει αυτό ότι το ευρώ θα καταρρεύσει; «Το ερώτημα», απαντάει ο Φρίντμαν στο άρθρο του στη Wall Street Journal, «δεν είναι αν το ευρώ είναι οικονομικά βιώσιμο, αλλά είναι προτιμητέο σε σχέση με ένα σύστημα μεταβαλλόμενων ισοτιμιών». Με άλλα λόγια, το ευρώ είναι βιώσιμο στον βαθμό που οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών είναι διατεθειμένες να δεχτούν επίπεδα ανεργίας 10% και πάνω, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα.

Αν ισχύουν όλα αυτά, τότε γιατί δημιουργήθηκε το ευρώ; Οι λόγοι για τον Φρίντμαν είναι καθαρά πολιτικοί. «Τα κίνητρα για την υιοθέτηση του ευρώ», γράφει στο άρθρο του στο NPQ, «είναι πολιτικά και όχι οικονομικά. Ο στόχος είναι η στενή σύνδεση της Γερμανίας με τη Γαλλία, έτσι ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα ενός μελλοντικού πολέμου στην Ευρώπη».

Θα πετύχει τουλάχιστον στους πολιτικούς του στόχους το ευρώ; «Μάλλον όχι», απαντάει ο Φρίντμαν. «Πιστεύω ότι η υιοθέτηση του ευρώ», αναφέρει στο προαναφερθέν άρθρο του, «θα έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

Θα επιδεινώσει την πολιτική ένταση μεταξύ των χωρών, μετατρέποντας τα διαφορετικά οικονομικά σοκ που πλήττουν κάθε χώρα –τα οποία θα μπορούσε να είχε απορροφήσει ο μηχανισμός των μεταβαλλόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών- σε πολιτικές διαφορές».

«Μια νομισματική ένωση», καταλήγει, «που επιβάλλεται υπό μη ευνοϊκές συνθήκες, θα αποβεί εμπόδιο στην επίτευξη της πολιτικής ενοποίησης. Το ευρώ θα γίνει μια μεγάλη πηγή προβλημάτων, όχι βοήθειας. Το ευρώ δεν έχει προηγούμενο. Από ό,τι γνωρίζω, δεν έχει υπάρξει ποτέ μια νομισματική ένωση αποτελούμενη από ανέξαρτητα κράτη που εκδίδουν ένα ψευτονόμισμα. Το ευρώ είναι καλό για την Ευρώπη μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει παντού ελαστικότητα. Σε έναν κόσμο κυμαινόμενων ισοτιμιών, αν μια χώρα δοκιμάσει ένα σοκ που απαιτεί μείωση μισθών… είναι ευκολότερο να το κάνει αφήνοντας να αλλάξουν οι ισοτιμίες. Όμως σήμερα με το ευρώ δεν υπάρχει αυτή η επιλογή».

Ανάλογες ήσαν και οι απόψεις της κατεξοχήν πολιτικής εκπροσώπου του νεοφιλελευθερισμού Μάργκαρετ Θάτσερ. Ήδη το 1990 η Θάτσερ πρόεβλεπε καθαρά την καταστροφή που θα έφερνε η έλευση του ψευτονομίσματος. Στην αυτοβιογραφία της αναφέρει πως προειδοποιούσε τους συνεργάτες της ότι το κοινό νόμισμα δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει πανίσχυρες οικονομίες όπως της Γερμανίας και ταυτόχρονα μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα. Η Γερμανία, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Θάτσερ, θα έτρεμε τον πληθωρισμό, ενώ το ευρώ θα αποδεικνυόταν μοιραίο για τις φτωχότερες χώρες καθόσον «θα κατέστρεφε τις μη αποδοτικές οικονομίες τους».

«Η Μάργκαρετ Θάτσερ», γράφει ο Πίτερ Όσμπρον στην Daily Telegraph, «έχει κατηγορηθεί από τους εχθρούς της για αναλγησία. Όμως οι υποστηρικτές της ευρωζώνης σήμερα είναι διατεθειμένοι να δεχτούν με ευχαρίστηση τον τεράστιο ανθρώπινο πόνο που συνεπάγεται η προσπάθεια τους να επιβάλουν την οικονομική και νομισματική ενοποίηση.

Η Θάτσερ γνώριζε ότι αυτά θα ήσαν τα αποτελέσματα του παρανοϊκού σχεδίου τους και γι’ αυτό προσπάθησε να τους σταματήσει».

Όμως το πλέον τραγικό ίσως αποτέλεσμα ήταν ότι, σε αντίθεση με τις προσδοκίες των θιασωτών της ένταξης στην ευρωζώνη, η υιοθέτηση του νέου νομίσματος όχι μόνο δεν προώθησε τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα τις εμπόδισε. Αντί να κάνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνταν, η Ελλάδα αντιμετώπιζε το πρόβλημα παίρνοντας δανεικά με τις πλάτες των Γερμανών. Όπως μου έλεγε πρόσφατα ο Βρετανός αναλυτής Simon Tilford: «Αν ορισμένες χώρες –όπως η Ελλάδα- είχαν καθυστερήσει την ένταξή τους στην ΟΝΕ, η πίεση των αγορών θα τις αναγκάσει να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Διότι, αν δεν τις έκαναν, θα αντιμετώπιζαν συναλλαγματική κρίση. Με την ένταξή τους κατάφεραν να αναβάλουν τις μεταρρυθμίσεις». Και κατέληγε: «Το μεγάλο πρόβλημα με αυτές τις χώρες είναι ότι έθεσαν πολιτική υπεράνω της οικονομίας. Για τις περισσότερες κυβερνήσεις αυτών των χωρών η ένταξη στην ΟΝΕ ήταν περισσότερο θέμα κύρους παρά οικονομικού ορθολογισμού» (Ελευθεροτυπία, 22/03/2010). Με αποτέλεσμα σήμερα οι χώρες αυτές να έχουν πει αντίο τόσο στο κύρος όσο και στον οικονομικό ορθολογισμό.

Τι δουλειά είχε η Ελλάδα στην ΟΝΕ;

Ο Κώστας Καραμανλής θεωρείται ότι ευθύνεται για την παραπλάνηση τόσο των Ελλήνων όσο και των Ευρωπαίων πιστωτών σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Όμως δεν είναι ο μόνος. Και ο Κώστας Σημίτης διέπραξε το ίδιο ατόπημα με τον κ. Καραμανλή: την ανακοίνωση ανακριβών στοιχείων για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Μάλιστα στην περίπτωση του τ. πρωθυπουργού του ΠΑΣΟΚ το αδίκημα είναι βαρύτερο, διότι τα στοιχεία που έδωσε έκριναν την ένταξή μας στην ευρωζώνη με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που είχε αυτή η πράξη: «όλοι γνωρίζαμε ότι η Ελλάδα μας εξαπάτησε. Από τη στιγμή που οι Έλληνες έγιναν μέλη της ευρωζώνης, ήταν σαφές ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τα στοιχεία που μας έδωσαν», δήλωνε ο επίτροπος εμπορίου Karel De Gucht σε συνέντευξη του στην ισπανική εφημερίδα El Pais (5/5/2010).

Μια έρευνα της Eurostat, της επίσημης στατιστικής υπηρεσίας της ΕΕ, αποκάλυψε την παραπληροφόρηση σε όλο της το μεγαλείο: Η Ελλάδα παρουσίαζε για κάθε έτος από το 1997-1999 στοιχεία που κατά μέσο έδειχναν το έλλειμμα κατά 2,2% ετησίως μικρότερο σε σχέση με το πραγματικό. Αυτά τα τρία χρόνια ήταν ιδιαιτέρως κρίσιμα γιατί θα έκριναν την ένταξή μας στην ευρωζώνη. Για τα τρία αυτά έτη η Ελλάδα δήλωνε έλλειμμα 4% το 1997, 2,5% το 1998 και 1,8% το 1999. όμως όπως αποκάλυψε η έρευνα της Eurostat, η πραγματική εικόνα ήταν τελείως διαφορετική: 6,6% το 1997, 4,3% το 1998 και 3,4% το 1999. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έπρεπε να είχε μπει στην ευρωζώνη.

Όμως δεν είναι μόνο τα ελλείμματα που έδειχναν ότι η τριτοκοσμική Ελλάδα δεν είχε καμιά θέση στην ΟΝΕ. Ακόμα πιο τραγικές ήταν οι επιδόσεις της χώρας στη διαμόρφωση και εφαρμογή τεχνολογιών αιχμής που ως γνωστόν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα. Το 2000 η Ελλάδα δαπανούσε 0,7% του ΑΕΠ σε έρευνα και τεχνολογία. Ο μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1,9%. Με άλλα λόγια η Ελλάδα δαπανούσε το 1/3 του ποσοστού των ανταγωνιστών της (στην καλύτερη περίπτωση: διότι κανείς δεν εγγυάται ότι το δηλωμένο δαπανώμενο έστω μηδαμινό ποσό πήγαινε πράγματι σε έρευνα και όχι στις τσέπες ορισμένων…).

Η Ελλάδα δεν παρήγε καινοτομίες. Το 2000 ο αριθμός των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ελλάδα ήταν 0,4 ανά 10.000 κατοίκους. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 2,3. Το 2000 υπήρχαν 6 προσωπικοί υπολογιστές ανά 1000 άτομα στην Ελλάδα. Ο μέσος όρος για την ΕΕ ήταν 27. οι επιχειρήσεις στις οποίες η τεχνολογία έπαιζε τον καθοριστικό ρόλο αντιπροσώπευσαν μόνο το 6,7% του ΑΕΠ. Ο μέσος όρος των αντίστοιχων επιχειρήσεων στις χώρες της ΕΕ ήταν 19,6%. Η συμβολή των κλάδων έντασης δεξιοτήτων δεν υπερέβαινε το 4,4% του ΑΕΠ. Στην ΕΕ ο μέσος όρος ήταν 12%. Ο Κλάδος των υπολογιστών και της πληροφορικής στην Ελλάδα αντιπροσώπευσε μόλις το 2,2% του ΑΕΠ. Στην υπόλοιπη ΕΕ αντιπροσώπευε το 7,7%.

«Σε μια νομισματική ένωση», δήλωσε ο πρόεδρος της Bundesbank καθηγητής Hans Tietmayer το 1998, «όλες οι συμμετέχουσες χώρες θα πρέπει να κρατάνε τη πορεία τους χωρίς βοήθεια. Αν δεν μπορούν να το κάνουν, θα προκαλέσουν προβλήματα όχι μόνο στον εαυτό τους αλλά και στις άλλες χώρες της ΟΝΕ». Όπως ακριβώς συνέβη με την περίπτωση της Ελλάδας.

Πηγή: «Μαύρη Βίβλος» Τάκη Μίχα

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement