ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
Οι προτάσεις μομφής στο ελληνικό πολιτικό σύστημα αποτελούν ένα «όπλο» στα χέρια της αντιπολίτευσης σε περιόδους σοβαρών κλυδωνισμών της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Μια πρόταση μομφής δεν είναι πρόταση διακυβέρνησης και είναι αμφίβολο αν αποτελεί πολιτική μομφή, με την έννοια ότι οι βουλευτές συντάσσονται πίσω από τις επιλογές των κομμάτων τους. Αυτό γίνεται επειδή τα μέλη που υποστηρίζουν την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, δεν δέχονται να πέσει η κυβέρνηση με πρωτοβουλία της μειοψηφίας κι επιπλέον αρνούνται να απολέσουν τη βουλευτική τους ιδιότητα εξαιτίας πρωτοβουλιών της αντιπολίτευσης. Με άλλα λόγια μια πρόταση μομφής δεν αποτελεί μομφή και σίγουρα δεν είναι πρόταση.
Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της περασμένης Κυριακής στην πρόταση μομφής του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν αναμενόμενο. Πέρα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση μπορεί να επαίρεται ότι κέρδισε μια κοινοβουλευτική μάχη που της δίνει ισχύ στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές της χώρας. Σε καμία περίπτωση όμως η κοινοβουλευτική νίκη δεν σημαίνει και αλλαγή στη διάθεση του εκλογικού σώματος. Αν θεωρήσουμε ότι οι βουλευτές εκπροσωπούν την κοινωνία θα μπορούσαμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι στην ουσία μια έμμεση λαϊκή εντολή. Οι κυβερνήσεις που διατηρούν κοινοβουλευτική πλειοψηφία κι έχουν συμπαγείς κοινοβουλευτικές ομάδες, ίσως θα πρέπει να εύχονται να εύχονται να υποβάλλει προτάσεις δυσπιστίας η αντιπολίτευση. Με το πέρας αυτής της διαδικασίας η σημερινή κυβέρνηση μπορεί δικαιολογημένα να υποστηρίξει ότι η εναντίον της μομφή μετατράπηκε σε πρόταση εμπιστοσύνης καθώς εμφανίζεται αναβαθμισμένη να εφαρμόσει το πρόγραμμά της.
Στη σημερινή ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική συγκυρία οι πολιτική μάχη δίνεται περισσότερο σε επίπεδο εντυπώσεων και όχι ουσίας. Οι μνημονιακές δεσμεύσεις είναι δεδομένες κι έχουν ψηφιστεί στο παρελθόν από το κοινοβούλιο. Συνεπώς οι αρμόδιοι υπουργοί ελάχιστα περιθώρια διαπραγμάτευσης διαθέτουν κι αυτά μόνο σε νέες αξιώσεις των εκπροσώπων των δανειστών. Το τελευταίο μνημόνιο περιέχει ρήτρες σε περίπτωση απόκλισης από τους στόχους, οι οποίες ενεργοποιούνται αυτόματα χωρίς συζήτηση κι έγκριση από το κοινοβούλιο. Οι βουλευτές τις έχουν ψηφίσει κατ’ επανάληψη και ως εκ τούτου αποτελεί υποκρισία το «αντάρτικο» ειδικά μάλιστα σε περιπτώσεις που ένας η δύο βουλευτές δεν μπορούν να καθορίσουν την έκβαση της ψηφοφορίας, με την έννοια ότι η κυβέρνηση διαθέτει περισσότερα από 151 μέλη στο κοινοβούλιο που τη στηρίζουν. Ο ηρωισμός σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναίμακτος και παρόλο που «ανεβάζει» πολιτικά το στέλεχος που διαφοροποιείται, δεν επιφέρει καμιά ουσιαστική αλλαγή στην ασκούμενη πολιτική.
Το σημαντικότερο από όλα στην ψηφοφορία της περασμένης εβδομάδας είναι η διαγραφή της βουλευτού που δεν ψήφισε και η δήλωσή της μετά την ανακοίνωση της διαγραφής της. Τα ονόματα δεν έχουν σημασία. «Αρνούμαι να επικυρώσω τα e–mails των δανειστών», δήλωσε. Δεν είναι κάτι που δεν το γνωρίζαμε, αλλά η δημόσια δήλωση του γεγονότος από ένα μέλος του κοινοβουλίου, μας προβληματίζει. Γιατί αφενός μεν τίθεται σε αμφισβήτηση η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφετέρου δε τίθεται εκ νέου το ερώτημα «ποιος κυβερνά τελικά και πόσα περιθώρια έχει να μην ψηφίσει πράγματα που επιβάλλονται». Αν το κοινοβούλιο έχει μετατραπεί σε ένα μηχανισμό επικύρωσης οικονομικών και όχι μόνο απαιτήσεων από υψηλόβαθμους -αλλά μη εκλεγμένους- υπαλλήλους τότε η δημοκρατία τραυματίζεται σοβαρά. Γιατί τα κοινοβούλια -σε ομαλές καταστάσεις- εκπροσωπούν την κοινωνία κι όχι τα συμφέροντα τρίτων. Βέβαια η κατάσταση σήμερα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ομαλή. Παρότι όμως ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς σκληρής επιτήρησης δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η δημοκρατία εδώ γεννήθηκε. Για αυτό και μόνο το λόγο λίγος σεβασμός στους θεσμούς δεν βλάπτει.