Συνέντευξη στην Αθηνά Πετρακάκη
Ο δηµιουργός της «Ιστορίας της Κρήτης σε Κόµιξ» Παναγιώτης Γιάκας, παρουσιάζει τον «Κόµπο Υφάλου» ένα αστυνοµικό µυθιστόρηµα µε καταιγιστική πλοκή και ανατροπές, εστιάζοντας στα άτοµα µε αναπηρία.
Μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος κόσµος, παράλληλος αλλά και τόσο διαφορετικός, συναρπαστικός και ευαίσθητος, µε δικές του αξίες και κανόνες.
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας, σηµειώνει πρόκειται για «µια ιστορία για έναν κόσµο που βρίσκεται δίπλα µας, αλλά και τόσο µακριά µας».
* Μετά την πρώτη σου δουλειά την «Ιστορία της Κρήτης σε ΚΟΜΙΞ», μέσα από την οποία και σε γνωρίσαμε, ξεφεύγεις εντελώς από το είδος. Αυτό σημαίνει, ότι αλλάζεις πορεία και στρέφεσαι προς τη λογοτεχνία ή θεωρείς ότι τα δύο μπορούν να συμβαδίσουν;
Ως δημιουργός επιδιώκω να εκφράζω την κάθε ιδέα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο -και ύφος- παρουσίασής της, αντί να περιορίζομαι σε συγκεκριμένα ήδη, επειδή μέσω αυτών κάθε δουλειά μπορεί να είναι ευκολότερα αναγνωρίσιμη. Η λογοτεχνία και τα κόμιξ είναι δύο μεγάλες αγάπες, και θεωρώ πως εύκολα μπορούν να συμβαδίσουν.
Προσωπικά βλέπω ως συγγενείς τις τέχνες της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, του θεάτρου ή των κόμικ, καθώς παρά τις διαφορές τους -τεχνικές επί το πλείστον- κρύβουν όλες στον πυρήνα τους την αφήγηση, την ιστορία και το μύθο, ομοιότητες πολύ σημαντικότερες απ’ οποιαδήποτε διαφορά τους.
* Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα από τα αγαπημένα είδη των αναγνωστών. Γιατί πιστεύεις ότι ο κόσμος αρέσκεται να διαβάζει αυτό το είδος; Γιατί το προτιμά σε σχέση με τα λοιπά είδη, έχοντας ως δεδομένο ότι αυτό το είδος περιέχει αρκετή βία;
Νομίζω πως η βία δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά αποτρεπτική στους μύθους, τα παραμύθια ή τις ιστορίες, όσο ο τρόπος παρουσίασής της, όταν καταλήγει ωμή και ανώφελη. Οι αρχαίες τραγωδίες είχαν συχνά αποτρόπαιη βία, κι επιπλέον ένας από τους πλέον βίαιους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, ο Χάνιμπαλ, υπήρξε παράλληλα κι ένας από τους συναρπαστικότερους.
Σχετικά με το αστυνομικό μυθιστόρημα, πιστεύω πως αποτελεί ένα από τα αγαπημένα είδη, αρχικά επειδή θέτει στον αναγνώστη ή τον θεατή ένα σαφές ερώτημα: ποιος από τους χαρακτήρες που παρουσιάζονται είναι ο δράστης; Στα υπόλοιπα αφηγηματικά ήδη συναντούμε σπάνια τόσο σαφή ερωτήματα, στην έναρξη της ιστορίας, που να εμπλέκουν επιπλέον και τον αναγνώστη/θεατή.
Είναι λογικό ένας φόνος να γίνεται συχνά ο ιδανικός τρόπος για να ξεκινήσει μια ιστορία. Ένας φόνος αναστατώνει τους γύρω ανθρώπους, κι όταν οι άνθρωποι είναι αναστατωμένοι, δείχνουν τον πραγματικό τους εαυτό.
* Η επιλογή να αφήσεις τη λύση του μυστηρίου στα χέρια ενός παιδιού με αυτισμό, αποτελεί ένα «εργαλείο» για να ανεβάσεις το βαθμό δυσκολίας κατά την εξιχνίαση της υπόθεσης, ή στοχεύεις να περάσεις κάποιο μήνυμα; Κι αν ναι ποιο είναι αυτό;
Η επιλογή έγινε ώστε ο αστυνόμος ν’ αναγκαστεί να μπει στη διαδικασία κατανόησης των μηχανισμών σκέψης ενός τέτοιου ατόμου, ώστε μέσα από αυτή την κατανόηση να μπορέσει να καταλάβει και τον δικό του εαυτό.
Το μήνυμα που παρουσιάζεται είναι ότι αυτά τα παιδιά δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν, ο κόσμος θα πρέπει ν’ αλλάξει για να τ’ αποδεχθεί.
* Πως φτιάχνεις το προφίλ του δολοφόνου και πως του θύματος;
Με τον ίδιο τρόπο που φτιάχνονται και οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Το θύμα μπορεί να μην είναι παρόν στην ιστορία, όμως κατά κάποιο τρόπο είναι πρωταγωνιστής, γιατί γύρω απ’ αυτό ξετυλίγεται η ιστορία, γύρω απ’ το περιβάλλον του και τους κοντινούς του ανθρώπους. Όσον αφορά στον δράστη, εκεί χρειάζεται ακόμα περισσότερη κατανόηση. Δεν υπάρχει κόσμος όπου ζουν καλοί και κακοί, οι περισσότεροι δρούνε με βάση ιδιοτελή κίνητρα, και πολύ συχνότερα παρασύρονται από αφέλεια ή ιδεοπληξία, παρά από μίσος ή δολοφονικά ένστικτα.
* Υπάρχει κάποια «συνταγή» για να γραφτεί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Υπάρχουν κανόνες που πρέπει να ακολουθεί ο συγγραφέας για να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη;
Υπάρχει συνταγή, ίσως πιο συστηματοποιημένη από τα υπόλοιπα μυθοπλαστικά είδη, όμως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα επιτυχία. Το σαφές ερώτημα που θέτει μια αστυνομική ιστορία: «ποιος είναι ο δολοφόνος;», μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη μιας ιστορίας, η ευκολία όμως στις τέχνες γίνεται συχνά ο βασικότερος παράγοντας ενός κακού αποτελέσματος.
Οι κανόνες υπάρχουν, είναι εκεί όμως για να καταρρίπτονται, και αυτό συμβαίνει με το -για μένα- κορυφαίο αστυνομικό μυθιστόρημα, το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, που όχι μόνο δεν τηρεί τους κανόνες της συνταγής, αλλά παρουσιάζει τον δολοφόνο ήδη από τις πρώτες σελίδες του.
* Όταν ξεκίνησες να το γράφεις, ήξερες από την αρχή, τη βασική πλοκή, ή αποφάσιζες τί θα συμβεί καθώς έγραφες;
Παρόμοια με τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης και εκτέλεσης, στη μυθοπλασία υπάρχει η αναγωγική και η επαγωγική μέθοδος. Κάποιοι ξεκινούν απ’ την αρχή και χτίζουν σταδιακά την ιστορία τους, ενώ άλλοι βρίσκουν το τέλος και συναρμολογούν σταδιακά την πορεία προς αυτό. Θετικά του ενός είναι ο αυθορμητισμός και η έκπληξη και του άλλου η πρόγνωση και η οργάνωση. Εγώ δουλεύω συνήθως με τον δεύτερο τρόπο, γιατί βοηθά στον έλεγχο της λεπτομέρειας, της ατμόσφαιρας και του ψυχισμού των χαρακτήρων, κατά την διάρκεια ξεδιπλώματος μιας υπόθεσης.
* Η συγγραφή αστυνομικού μυθιστορήματος προϋποθέτει εκτός από τη μελέτη συγγραφέων του είδους και μελέτη πραγματικών αστυνομικών υποθέσεων;
Δεν είναι απαραίτητο, όμως όσο καλύτερη γνώση υπάρχει, τόσο πιο αληθοφανές θα δείχνει το αποτέλεσμα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δίπλα μου στάθηκαν δύο αστυνομικοί, η Φρόσω και ο Γιάννης, με υπομονή και διάθεση να λύσουν κάθε απορία μου σχετικά με τον άγνωστο σε μένα κόσμο της αστυνομίας.
* Τι σου προσφέρει η ανάγνωση αρχικά και κατόπιν η συγγραφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος;
Η ανάγνωση προσφέρει γνώση, ψυχαγωγία και αισθητική τέρψη. Κάθε βιβλίο είναι σημαντικό γιατί μας βοηθά να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια -και τις σκέψεις- ενός άλλου ανθρώπου, μιας διαφορετικής συνείδησης.
Η συγγραφή -ανεξάρτητα από την επιτυχία του συγγράμματος ή την αποδοχή στο ευρύ κοινό- είναι μια ενεργητική διαδικασία, που βάζει το μυαλό να δουλέψει, το ωθεί να σκεφτεί διαφορετικά, βάζει τον άνθρωπο στην διαδικασία να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, να προσπαθήσει να τους κατανοήσει, και τέλος, χρησιμοποιώντας την φράση ενός καλού φίλου, είναι «τζάμπα ψυχανάλυση».
* Κόμπος Υφάλου… Δηλαδή;
Ο κόμπος υφάλου είναι το δέσιμο δύο διαφορετικών σκοινιών. Υπό αυτή την έννοια είναι η προσπάθεια του αστυνομικού να φέρει μαζί δύο διαφορετικούς κόσμους, τον δικό του και του παιδιού.
Επιπλέον, ο ήρωας, ο έφηβος που πάσχει από αυτισμό, κρατά συνεχώς μαζί του -και παίζει- μ’ ένα σκοινί που έχει δεμένους κόμπους. Κατά κάποιο τρόπο, το λύσιμο τους θα τον οδηγήσει και στο επιμέρους λύσιμο της υπόθεσης.
Υπάρχουν διάφορες ονομασίες για παρόμοιο δέσιμο σκοινιών, όμως ο Κόμπος Υφάλου υποδεικνύει την ατμόσφαιρα, μιας ιστορίας που διαδραματίζεται σ’ ένα παραλιακό χωριό, στην έναρξη του καλοκαιριού.
* Λίγα λόγια για το βιβλίο…
Στο παραλιακό χωριό Ηλιόλουτρο, ένας φόνος ταράζει την μικρή κοινωνία, μια γυναίκα βρίσκεται δολοφονημένη στην παραθαλάσσια καντίνα της. Μοναδικός μάρτυρας ο γιος της, ένας έφηβος που πάσχει από βαρύ αυτισμό.
Η παρουσία ενός αυτόπτη μάρτυρα κάνει τον αρχιφύλακα Νικηφόρο, διοικητή του τοπικού αστυνομικού σταθμού, να πιστέψει πως η υπόθεση θα οδηγηθεί σε μια εύκολη λύση. Όμως όσο περισσότερο εμπλέκεται, τόσο καταλαβαίνει πως η διαταραχή του αυτισμού είναι ένα αναπάντητο αίνιγμα που ανοίγει πολλά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντάει.
Στην προσπάθειά του να βρει τα κλειδιά που θα τον κάνουν να μιλήσει, θα χρειαστεί έναν οδηγό, κάποιον που θα μπορέσει να τον εισάγει στον άγνωστο κόσμο των ατόμων με αναπηρία, και μέσω αυτού θα συναντήσει ανθρώπους που προσπαθούν με δυσκολία να επιβιώσουν σ’ έναν περίπλοκο, σύνθετο και ακατανόητο γι’ αυτούς κόσμο.
Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης, θα αναρωτηθεί για τη φύση του αυτισμού και για το πώς η κοινωνία μπορεί να αντιμετωπίζει μέλη της, που τα θεωρεί μη κανονικά.
* Πως μπορεί κάποιος να προμηθευτεί το βιβλίο σου;
Μπορεί να το ζητήσει σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, αναφέροντας τον τίτλο, το όνομα του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου. «Κόμπος Υφάλου», Παναγιώτης Γιάκας, «Εκδόσεις Ήτορ».